Έχω να γράψω καιρό, πάλι νομίζω ότι με κοιτάνε όλοι, όπως ακριβώς όταν ξεκίνησα το blog που νόμιζα ότι θα βγω στο δρόμο γυμνή και όλοι θα με δείχνουν θα λένε με σιγανές φωνές «κοίτα την τρελή», «δεν κρυώνει;», «μην κοιτάς Γιωργάκη» κλπ. Όλοι όμως είναι στ’ αρχίδια τους. Χέστηκε το σύμπαν αν θα γράψω ή όχι, αν θα κρυφτώ σε μια ντουλάπα και δεν ξαναβγώ, αν βγω στο μπαλκόνι και φωνάξω ΓΑΜΙΕΣΤΕ. Το πολύ-πολύ να πεταρίσουν πουλιά. 





  Αυτό με τη ντουλάπα το σκεφτόμουν κάποια στιγμή. Λέω όλο μαλακίες, κάνω πλάκα, αστειεύομαι αλλά πραγματική μου πρόθεση ώρες-ώρες είναι ν’ ανοίξω μια ντουλάπα, να μπω μέσα, να κλειστώ και κάποιος να μου δίνει λίγο φαί και ανά φάσεις να μου αδειάζει την πάπια. Κι όταν πεθάνω μετά από κάποιο διάστημα, απλά να πάρει το κουφάρι μου και να το πετάξει. Σιγά τ’ αυγά. Τι είχαμε τι χάσαμε, ψωλέο σε ξεχάσαμε.



Ό,τι να'ναι. Μου είχε λείψει να γράφω ό,τι να'ναι, μάλλον πρέπει να το κάνω συχνότερα. Κάθομαι και λογοκρίνω εμένα και είμαι αυστηρή μαζί μου και λέω ποιον ενδιαφέρουν αυτά που λες, αυτά που σκέφτεσαι κι όσο εντωμεταξύ διαβάζω και βλέπω μαλακίες, τόσο δε θέλω και κάνω πίσω και στο τέλος με βλέπω όντως να μπαίνω στη ντουλάπα και κατά εποχές να βγάζω το χέρι σε μούντζα. Σαν εκείνα τα κουτιά που έχουν ένα κουμπί και το πατάς κι ανοίγει φως μέσα στο κουτί κι ανοίγει το κουτί μόνο του και βγαίνει ένα πλάσμα που βασικά έχει μόνο κεφάλι κι λίγο από χέρι και σε κοιτάει με ύφος τι άνοιξες το φως ρε μαλάκα κοιμάμαι κι αυτό είναι το παιχνίδι, εσύ ανοίγεις το φως κι αυτό τσαντίζεται και το κλείνει και πάει έτσι μέχρι να τελειώσει η μπαταρία ή να βαρεθείς εσύ και να το γράψεις στ αρχίδια σου κι αυτό να μείνει εκεί να κοιμάται για πάντα αφού αυτό είναι αυτό που θέλει τόσο πολύ στο κάτω-κάτω.


Λένε ότι πρέπει να ολοκληρώσεις τον εαυτό σου, να βρεις ποιο είναι το ταλέντο σου, τα χαρίσματά σου και να τα χαρίσεις στην ανθρωπότητα. Καλύτερα δηλαδή να μην κλειστείς σε μια ντουλάπα και να περιμένεις να πεθάνεις. Εντάξει, μα σχήμα λόγου ήταν έτσι κι αλλιώς. Εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο, από φύση είμαι χαμογελαστή κι αισιόδοξη στο τέλος της ημέρας.






 Να ας πούμε πιστεύω ότι όταν φύγω, θα συναντήσω την Κούκι μου και θα τρέχουμε ανέμελες στα λιβάδεια να κόβουμε γλυκά απ' τα δέντρα, σκυλίσια και ανθρώπινα και δε θα μας νοιάζει πια αν είμαστε χοντρές ή αν θα πεθάνουμε γιατί θα είμαστε ήδη νεκρές. (Κι ευτυχισμένες:)




Share To:

Post A Comment: