Ιανουαρίου 2019




Δεν βρίσκω λιγότερες από έξι βαθιά διαφορετικές μεθόδους για να καταπολεμήσω τη σφοδρότητα μιας ορμής.




 Πρώτα πρώτα,

μπορούμε να αποκρύψουμε τα ελατήρια για την ικανοποίηση της ορμής, να την αποδυναμώσουμε και να την αποστεγνώσουμε, αποφεύγοντας να την ικανοποιήσουμε για ολοένα μεγαλύτερα διαστήματα.


Κατόπιν, 

μπορούμε να κάνουμε νόμο μας μια αυστηρή και ακριβή τάξη με το να χορ­τάσουμε τις ορέξεις της. Τις υποβάλλουμε έτσι σε ένα κανόνα, περιορίζουμε την παλίρροια και την άμπωτή τους σε σταθερά χρονικά όρια, για να κερδίσουμε στο μεταξύ το χρονικό διά­στημα κατά το οποίο δεν μας ενοχλούν πια. Ξεκινώντας από δω, θα μπορέσουμε ίσως να περάσουμε στην πρώτη μέθοδο.


Τρίτο,

μπορεί κανείς να εγκαταλειφθεί εσκεμμένα στην ικανο­ποίηση ενός άγριου και αχαλίνωτου ενστίκτου ώσπου να νιώ­σει αηδία, και μέσα απ' αυτή την αηδία να κατακτήσει μια δύ­ναμη πάνω στο ένστικτο: αν παραδεχτούμε εντούτοις ότι δεν κάνει το ίδιο με τον καβαλάρη που θέλοντας να κεντρίσει το άλογό του, του συντρίβει τον λαιμό - πράγμα που είναι δυστυ­χώς ο κανόνας σε παρόμοιες απόπειρες.



Τέταρτο,



υπάρχει μια διανοητική μέθοδος που συνίσταται στο να συνδέσουμε με την ιδέα της ικανοποίησης μια οδυνηρή σκέψη κι αυτό με τόση ένταση που με λίγη εξάσκηση η ιδέα της ικανοποίησης γίνεται κάθε φορά κι αυτή η ίδια οδυνηρή. (Για παράδειγμα, όταν ο χριστιανός στη διάρκεια της σεξουαλικής απόλαυσης, συνηθί­ζει να σκέφτεται την παρουσία και τον χλευασμό του διαβό­λου, ή την αιώνια κόλαση για ένα έγκλημα που έγινε από εκδί­κηση, ή ακόμη την περιφρόνηση που ζωγραφίζεται στο βλέμ­μα των ανθρώπων που εκτιμά περισσότερο, αν διαπράξει μια κλοπή.





Επίσης, κάποιος μπορεί να καταστείλει μια βίαιη επιθυ­μία αυτοκτονίας που του έχει έρθει στο μυαλό εκατό φορές όταν συλλογίζεται την απέραντη θλίψη των γονιών και των φί­λων του και τις κατηγορίες που θα εκτοξεύσουν στους ίδιους τους εαυτούς τους, κι έτσι κατορθώνει να κρατηθεί στη ζωή - επειδή από τότε αυτές οι φαντασιώσεις παρουσιάζονται δια­δοχικά στο νου του, σαν η αιτία και το αποτέλεσμα).

Πρέπει ακόμη να αναφέρουμε εδώ την περηφάνια του ανθρώπου που επαναστατεί, όπως έκαναν για παράδειγμα ο Βύρων και ο Να­πολέων, που αισθάνθηκαν σαν προσβολή την υπεροχή ενός πάθους πάνω στη γενική στάση και διαρρύθμιση της λογικής: απ' αυτό προέρχεται κατόπιν η συνήθεια και η χαρά που νιώ­θουν όταν βασανίζουν την ορμή και την κάνουν να χτυπιέται κατά κάποιο τρόπο. («Δεν θέλω να είμαι ο σκλάβος οποιοσδή­ποτε πόθου»-έγραφε ο Βύρων στο ημερολόγιό του).


Πέμπτο:

επιχειρούν μια μετατόπιση των συσσωρευμένων δυνάμεων αναλαμβάνοντας μια οποιαδήποτε δύσκολη και κοπιαστική ερ­γασία, ή μάλλον υποτασσόμενοι σκόπιμα σε καινούριες απο­λαύσεις και σε καινούρια θέλγητρα, για να κατευθύνουν έτσι σε νέους δρόμους, τις σκέψεις και το παιχνίδι των φυσικών δυ­νάμεων. Το ίδιο συμβαίνει όταν ευνοούν προσωρινά ένα άλλο ένστικτο, δίνοντάς του πολυάριθμες ευκαιρίες να ικανοποιη­θεί, για να το κάνουν έτσι να σπαταλήσει αυτή τη δύναμη που θα κυριαρχούσε σε άλλη περίπτωση, το ένστικτο που ενοχλεί με τη βιαιότητά του και που θέλουν να αναγεννήσουν. Αυτός ή ο άλλος θα ξέρει ίσως επίσης να συγκροτήσει το πάθος που θα ήθελε να εξουσιάζει, δίνοντας σε όλα τα άλλα ένστικτα που γνωρίζει μια ενθάρρυνση και μια προσωρινή ελευθερία για να καταβροχθίσουν την τροφή που θα ήθελε ο τύραννος να μονο­πωλήσει.


Και τέλος έκτο,

αυτός που ανέχεται και βρίσκει λογι­κό να εξασθενίζει και να καταπιέζει ολόκληρο τον φυσικό και ψυχικό οργανισμό που φτάνει φυσικά μ' αυτόν τον τρόπο στον σκοπό του να εξασθενίσει ένα μόνο βίαιο ένστικτο: όπως κάνει για παράδειγμα αυτός που στερεί τη σεξουαλικότητά του και που καταστρέφει ταυτόχρονα το λογικό του, σαν τον ασκητή.

Άρα: το να αποφεύγουμε τις ευκαιρίες, το να εμφυτεύουμε τον κανόνα μέσα στο ένστικτο, το να δημιουργούμε τον κορε­σμό και την αηδία του ενστίκτου, το να εγκαθιστούμε τον συ­νειρμό μιας μαρτυρικής ιδέας (όπως της ντροπής, των κακών συνηθειών ή της προσβλητικής περηφάνιας), στη συνέχεια η μετατόπιση των δυνάμεων και τέλος η γενική εξασθένιση και εξάντληση - αυτές είναι οι έξι μέθοδοι.


Αλλά η θέληση να κα­ταπολεμήσουμε τη βία ενός ενστίκτου εξαρτάται από παράγο­ντες που είναι πέρα από τη δύναμή μας, το ίδιο και η μέθοδος που υιοθετούμε και η επιτυχία που μπορούμε να έχουμε στην εφαρμογή αυτής της μεθόδου. Σε όλη αυτή τη διαδικασία, το πνεύμα μας είναι αντίθετα, μάλλον το τυφλό όργανο ενός άλ­λου ενστίκτου που είναι ο αντίπαλος του ενστίκτου που η βιαιότητά του μας βασανίζει, είτε είναι η ανάγκη για ανάπαυση εί­τε ο φόβος της ντροπής και άλλων ολέθριων συνηθειών ή ακό­μη ο έρωτας.

Έτσι, ενώ εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να παρα­πονιόμαστε για τη βιαιότητα ενός ενστίκτου είναι στο βάθος ένα ένστικτο που παραπονιέται για ένα άλλο ένστικτο, δη­λαδή η αίσθηση του πόνου που μας προκαλεί μια τέτοια βίαι­οτητα έχει ως προϋπόθεση ένα άλλο ένστικτο εξίσου βίαιο ή ακόμη πιο βίαιο, και ότι προετοιμάζεται ένας αγώνας στον οποίο η διάνοιά μας είναι υποχρεωμένη να λάβει θέση.



Από το βιβλίο 
του Νίτσε: 
Αυγή 

(Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις)

 via




  Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός η διαπίστωση ότι επί χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα στις δοξασίες των ανθρώπων, κυρίαρχη διάσταση κατέχει η προσήλωση στην ιδέα της αθανασίας της ψυχής.

  Από αυτή τη δήλωση συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ψυχική αθανασία ή Παλιγγενεσία όπως απεκαλείτο από τους προγόνους μας, αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ψυχή είναι άφθαρτη και παραμένει αναλλοίωτη και μετά τον λεγόμενο θάνατο ή μετάσταση του σώματος, του θνητού της δηλαδή περιβλήματος, δεν είναι ούτε πρόσφατη, ούτε βέβαια και παρωχημένη. Ανάγεται ιστορικά στο απώτατο παρελθόν, η προέλευσή της προέρχεται από την αρχέγονη αρχαιότητα, συνυφασμένη με τα καίρια υπαρξιακά ερωτήματα τα οποία διακατέχουν την ανθρώπινη ύπαρξη, ίσως ακόμη και από κτίσεως κόσμου.

 Συνδέεται δε άμεσα, λόγω της φύσεώς της, με τα υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα τα οποία προβληματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Και αυτό είναι απόλυτα λογικό, αφού η απάντηση σε ένα τέτοιο κρίσιμο όσο και θεμελιώδες ερώτημα, παρέχει αλλυσιδωτά απαντήσεις σε μία σειρά από καίρια ζητήματα σχετιζόμενα με την προέλευση, τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής, και την τελική κατάληξή της.Το τρίπτυχο του Εγώ, της ανθρώπινης δηλαδή υποστάσεως, συνίσταται σε πνεύμα, σώμα και ψυχή. Το τρίτο από αυτά τα συστατικά στοιχεία της ζώσης υπάρξεως, είναι Θεϊκό και αθάνατο.




  Η πεποίθηση ότι η ψυχή είναι άφθαρτη, αντιπροσωπεύοντας την αθάνατη υπόσταση του ανθρώπου, αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές των Μυστών οι οποίοι διαιωνίζουν την πανάρχαια μυστηριακή παράδοση. Σε αυτή ακριβώς την αρχή, εδραιώνεται και ο Νόμος της Μετενσαρκώσεως. Ένας νόμος ο οποίος πρεσβεύει την επιστροφή της πνευματικής αρχής σε ένα νέο σαρκικό, θνητό, περίβλημα.


  Οι Μυστηριακοί θεσμοί, με προεξέχοντες αυτόν των Ορφικών Μυστηρίων και εκείνον της Ελευσίνος, αποτελούσαν τελετουργικά δρώμενα. Διαρθρώνονταν στα Ελάσσονα (ή μικρά) Μυστήρια, κατά τη διάρκεια των οποίων λάμβαναν χώρα προκαταρκτικοί καθαρμοί, ενώ επακολουθούσε η συμβολική απεικόνιση της καταβάσεως της ψυχής στην υλική ουσία, στο σώμα, καθώς και η περιγραφή των δοκιμασιών που υφίσταται, εξαιτίας αυτής της ενώσεως με τον υλικό παράγοντα. Αντιθέτως, τα Μείζονα Μυστήρια, αποσκοπούσαν στο να καταστήσουν τον μυούμενο γνώστη της καταστάσεως εκείνης που επιφέρει την ψυχική ευφορία, η οποία επιτυγχάνεται όταν η αείζωη ψυχική ουσία αποδεσμευθεί από την κατώτερη υλική φύση.


Την αθανασία της ψυχής πρέσβευαν ήδη πρώτοι οι Πελασγοί, μέσω των θρησκευτικών τους αντιλήψεων, κάνοντας λόγο για πέραν του θανάτου ζωή. Στα Ελευσίνια Μυστήρια, κατά την διεξαγωγή της Μυήσεως στο Τελεστήριο, οι μυούμενοι, εν μέσω αμυδρου φωτός, έβλεπαν παραστάσεις από την μετά θάνατον ζωή, προερχόμενες τόσο από τα Ηλύσια Πεδία, όσο και από τον ζοφερό Άδη.


Αρχικά, θα πρέπει να μας προβληματίσει ένα επιτάφιο επίγραμμα Ιεροφάντου, στο οποίο όπως συνάγεται από την Αρχαιολογική Εφημερίδα (1883, σελ. 81) αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ωραία πραγματικά απόκρυφη διδασκαλία (μας μεταβιβάσθηκε) από τους Θεούς. Ότι ο θάνατος, όχι μόνο δεν είναι επιζήμιος για τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα είναι ωφέλιμο πράγμα". Πρόκειται για μία επιγραφή, η οποία σαφέστατα αναφέρεται στην αντίληψη της διαιωνίσεως του βίου και μετά την μετάσταση του σώματος, ένα οριακό γεγονός που δίνει τέλος στην ανθρώπινη ύπαρξη, υπό τη γήϊνη-φθαρτή της μορφή.


Το Αθάνατο είναι θνητό. Το θνητό είναι αθάνατο. Ο θάνατος είναι αθάνατη ζωή για τους θνητούς. Για τους αθάνατους, η θνητή ζωή είναι θάνατος", διατείνεται ο φιλόσοφος Ηράκλειτος, ο αποκαλούμενος και "σκοτεινός" (και αυτό διότι το "Περί Φύσεως" σύγγραμμά του απευθυνόταν μόνο σε μυημένους, γi' αυτό και το νόημά του ήταν στριφνό και συνεπώς "σκοτεινό", δυσνόητο για τους αδαείς περί της ουσίας των μυστηρίων). Ο ίδιος φιλόσοφος και μύστης αναφέρει ότι 'Το ίδιο πράγμα είναι ο ζωντανός και ο νεκρός, ο ξύπνιος και ο κοιμισμένος, ο νέος και ο γέρος. Γιατί τα πρώτα αφού αλλάξουν κατάσταση, γίνονται τα δεύτερα και αυτά πάλι όταν αλλάξουν κατάσταση γίνονται τα πρώτα"(Diels, I). 


Πρόκειται ευκρινώς περί μίας φιλοσοφικής ενατενίσεως του ζητήματος της ψυχικής αθανασίας, η οποία μας παρέχει με σαφήνεια την αντίληψη των μυημένων στα αρχαία μυστήρια περί της εννοίας την οποία προσλαμβάνουν οι όροι "θάνατος" και "ζωή", οι τόσο σχετικοί σε περιεχόμενο, από ουσιαστικής απόψεως για όσους δύνανται να δουν την βαθύτερη έννοια των πραγμάτων, σύμφωνα με το προαιώνιο εξελικτικό σχέδιο που διέπει κάθε κοσμική δημιουργία.


Ανατρέχοντας στους ακατάλυτους φυσικούς νόμους, οι οποίοι διέπουν κάθε Κοσμική έκφανση, όντας διακρινόμενη από μία ακατάβλητη ισχύ, καθίσταται αντιληπτό ότι καμμίας υλικής φύσεως μορφή αλλά και κανενός είδους ενέργεια δεν υπόκειται σε οριστικό αφανισμό. Απλά υπόκειται σε αέναες μεταβολές, υφίσταται διάφορους μετασχηματισμούς, επιβεβαιώνοντας τη θεμελιώδη αρχή του Ηρακλείτου 'Τα πάντα ρει".

 Τίποτε στο κοσμικό βασίλειο δεν αφανίζεται, δεν πεθαίνει, υπόκειται όμως σε μορφική μεταβολή. Με γνώμονα αυτήν την αρχή, θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι τα πάντα βρίσκονται σε ένα διαρκές γίγνεσθαι. Τα πάντα υπόκεινται στον νόμο της μεταβολής, τίποτε δεν παραμένει αμετάβλητο. Παράλληλα όμως δεν υφίσταται κανένα υλικό δημιούργημα το οποίο να αποτελεί μία ύπαρξη ολοκληρωτικά καινούργια. Κάθε έκφανση στο σύμπαν ανάγεται ως προς τα συστατικά της στοιχεία σε μία ανασύνθεση αρχών.Σε αυτή ακριβώς τη διαπίστωση προέβη και ο μέγας φιλόσοφος και επιστήμων Θαλής, όταν αποφαινόταν 'Τίποτε δεν διαφέρει ο θάνατος από τη ζωή" (Διογένους Λαερτίου Βίοι Φιλοσόφου, I, 35).


Συνεπώς, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν, επέρχεται η διαπίστωση ότι καμμία από τις μορφές που έρχεται σε εκδήλωση στη φύση δε συνιστά μία νέα δημιουργία. Αντίθετα, αποτελεί μία αναδημιουργία, καθώς συντίθεται από προαιώνιες αρχές και στοιχεία τα οποία ουδέποτε καταστράφηκαν, απλώς υπέστησαν μία διαδικασία μεταστοιχειώσεως. Εφ’ όσον λοιπόν υφίσταται μία μεταλλαγή και κατ’ επέκταση εξέλιξη των υλικών δημιουργημάτων, και κατ' ακολουθία και του φυσικού-υλικού φορέα του ανθρώπου (σώμα), τότε είναι λογικό και απολύτως παραδεκτό ότι θα επέρχεται και μία εξελικτική μεταβολή και του ψυχικού φορέα ο οποίος ζωογονεί την ύλη.


Πριν υπεισέλθουμε στην ουσία του εξεταζομένου ζητήματος, ας επιχειρήσουμε μία ετυμολογική ανάλυση της λέξεως "ψυχή". Θα διαπιστώσουμε ότι προέρχεται από το ρήμα "ψύχω", το οποίο σημαίνει "φυσώ’αλλά και "αναπνέω". Έτσι, η ψυχή κατά τούς Ομηρικούς χρόνους, αποκτά την έννοια της ζωτικής δυνάμεως. Συνεπώς, κατ’ αυτή την αντίληψη, η ψυχή εισέρχεται στο σώμα καθιστώντας το έμβιο ον, με την πρώτη αναπνοή, εγκαταλείπει δε αυτό με την τελευταία αναπνοή.

 Πνεύμα και ψυχή, αυτές είναι οι ενεργειακές δυνάμεις οι οποίες καθιστούν τη ζωή ενσυνείδητη. Συνεπώς ο άνθρωπος πρωτίστως αποτελεί μία πνευματική οντότητα, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της υπάρξεώς της, στο γήινο επίπεδο, χρησιμοποιεί ένα θνητό περίβλημα για την ανάπτυξή της. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, συχνά αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτηρισμός "όχημα της ψυχής". Ασφαλώς επ’ αυτού δεν είναι καθόλου τυχαίος ο ισχυρισμός του Πλουτάρχου ο οποίος στα "Ηθικά" (163 Ε) αποφαίνεται ότι: "Ψυχής γap όργανον το σώμα".

 Ο δε Ισοκράτης στον "Περί Αντιδόσεως" λόγο του (180) αναφέρει ότι Ή φύση, μας δημιούργησε με σώμα και ψυχή...της μεν ψυχής έργο είναι να σκέπτεται...του δε σώματος να εκτελεί τις αποφάσεις της ψυχής".Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η άποψη του Πλάτωνος στον "Μένωνα" (81 β) όπου υποστηρίζει ότι: Ή ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και συμβαίνει άλλοτε μεν να τελειώνει -την επίγεια παρουσία της-, πράγμα που ως γνωστάν οι άνθρωποι το ονομάζουν θάνατο, άλλοτε να ξαναγιεννιέται, αλλά ποτέ δεν χάνεται". Την ίδια αντίληψη προβάλλει και στον "Γοργία" (524Β) όπου ισχυρίζεται ότι Ό θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο χωρισμός δύο πραγμάτων του ενός από το άλλο, δηλαδή της ψυχής από το σώμα".


Υπό μία γενική έννοια, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ψυχή κατά την επίγεια παρουσία της εξελίσεται μέσω των πράξεων του ατόμου φορέα της. 'Οταν αυτός ο ψυχικός φορέας επιτελέσει την εκπλήρωση της αποστολής του, τότε η ψυχή τον εγκαταλείπει, και μεθιστάμενη εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, αναμένει την επανενσάρκωσή της σε ένα νέο υλικό φορέα, προκειμένου να συνεχίσει το έργο της προς την ηθική τελειοποίηση στο γήϊνο και πάλι επίπεδο.

 Όταν αντίθετα μία ψυχή ενσαρκώνεται, εγκαταλείπει το υπερπέραν και αποχωρίζεται από μία οικογένεια ψυχών, ενώ όταν επέρχεται ο λεγόμενος θάνατος, εισέρχεται εκ νέου στο ουράνιο πεδίο, απ’ όπου άλλωστε έλκει και την προέλευσή της. Εάν η ψυχή κατά την γήϊνη παρουσία της κατόρθωσε να ανελιχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, εκδηλώνοντας τις μέγιστες πνευματικές δυνάμεις, τότε επέρχεται η ολοκλήρωση της αποστολής της και μετά την διάλυση του ανθρώπινου οργανισμού, όντας ευρισκόμενη στην υπέρτατη βαθμίδα της εξελικτικής ανελίξεως (Θέωση), μεταβαίνει στα Ηλύσια Πεδία, έναν ουράνιο χώρο ο οποίος ανταποκρίνεται στην ποιοτική της κατάσταση. Αντίθετα, εάν η τελείωση δεν πραγματώθηκε κατά την διάρκεια του ενσαρκωμένου βίου της, τότε η ψυχή μεθίσταται στον Άδη.




Το εκπαιδευτικό έργο που χαρακτηρίζει τη δόμηση της ψυχικής προσωπικότητας, δεν παύει να διεξάγεται κατά τη διάρκεια που η ψυχή παραμένει στο ουράνιο πεδίο. Απλά προσλαμβάνει διαφορετικές εκφράσεις από αυτές με τις οποίες εκδηλώνεται κατά την επίγεια παρουσία της, εκδηλώσεις οι οποίες δεν είναι αντιληπτές με τις αντικειμενικές αισθήσεις. Κατά τον Πλάτωνα, η ψυχή ενσαρκώνεται, μέχρι να επέλθει η τελειοποίησή της, κατά μέσο όρο 777 φορές. Κάθε δε πλήρης κύκλος ενσαρκώσεώς της, διαρκεί κατά μέσον όρο 144 έτη και ακολούθως καλείται εκ νέου να εμψυχώσει έναν υλικό φορέα.

 Οπωσδήποτε, εάν αποδεχόμαστε την αθανασία της ψυχής μετά τη μετάσταση, ευνόητο είναι ότι θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι η αθάνατη υπόστασή της υφίσταται και προ της γεννήσεως. Ο Πλάτων μάλιστα στον 'Τίμαιο"προσδιορίζει και τον σαρκικό φορέα εντός του οποίου θα ενσαρκωθεί η ψυχή, ανάλογα με την πορεία της στον πρότερο βίο. Οι δειλοί θα γίνουν γυναίκες, οι επιπόλαιοι πουλιά, οι αμαθείς άγρια ζώα, ενώ οι διεφθαρμένοι ερπετά.


Καθόλου τυχαία, η ψυχή αποκαλείται ως "ο εσωτερικός άνθρωπος" (Πολιτεία, IX, 589Α). Το καθήκον της ψυχής επικεντρώνεται στο να καταστήσει εφικτό να διεισδύσουν οι αμετάβλητοι νόμοι της Αρμονίας μέσα στο σώμα, νόμοι οι οποίοι κυριαρχούν στον ουρανό. Ο Πλάτων στον 'Τίμαιο" (90 Γ-Δ) υποστηρίζει ότι αρχικά η ψυχή κατοικεί σε ένα άστρο και όταν αποφασισθεί κατέρχεται σε ένα σώμα. Από αυτή την εξ ιστόρηση συνάγεται η διαπίστωση ότι η ψυχή ως προϋπάρχουσα είναι αρχαιότερη του σώματος.


Θα πρέπει λοιπόν να φροντίζουμε ιδιαιτέρως την ψυχική αγωγή και καλλιέργεια, αφού όπως δηλώνει ο Πλάτων στο Συμπόσιο" (209Α), η ψυχή αποτελεί την πηγή της γνώσεως. Έτσι ο ψυχικός παράγοντας αναδεικνύεται σε ένα θεϊκό δώρο, είναι το θείο πνεύμα μέσα στην ανθρώπινη φύση, ο δαίμων εκείνος που πρέπει να κατευθύνει τον άνθρωπο σε κάθε πράξη του, ισχυρίζεται και πάλι ο Πλάτων στον "Τίμαιο" (90Α). Τον κυρίαρχο ρόλο του δαίμονος της ψυχής, όπου δαίμων είναι το πνεύμα, υποδηλώνοντας την αφύπνιση και εγρήγορση του Εσώτερου Εαυτού, διαπιστώνουμε στην περίπτωση του Σωκράτη, ο οποίος ανήγαγε κάθε πράξη του στις παρορμήσεις ή στις αποτροπές που δεχόταν από το δαιμόνιο που έδρευε στον Ναό της ψυχής του.






Τα πρώτα επίσημα στοιχεία για την αθανασία της ψυχής, ενυπάρχουν στα Ορφικά Μυστήρια, τα οποία αποτελούν το υπόβαθρο όλων των Ελληνικών Μυστηρίων. Σύμφωνα με τις ορφικές κοσμογονικές αντιλήψεις, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από την τέφρα των κατακεραυνωμένων Τιτάνων, γι' αυτό και διαθέτει θνητή υπόσταση. Ωστόσο όμως, της κεραυνοβολήσεως των Τιτάνων, προηγήθηκε ο εξ’ αυτών κατασπαραγμός των σαρκών του Διονύσου, γεγονός στο οποίο οφείλεται και η θεϊκή πτυχή της ανθρώπινης προελεύσεως. Με τον διαμελισμό του Διονύσου, επήλθε και ο κατακερματισμός της Θεϊκής ουσίας στις επιμέρους εκφράσεις και μορφές του Κοσμικού Όλου. 


Στον άνθρωπο επομένως συνυπάρχει τόσο το θνητό-τιτανικό, όσο και το αθάνατο-Θεϊκό στοιχείο, τα οποία εκφράζονται από το σώμα και την ψυχή αντίστοιχα. Η συμπεριφορά της ψυχικής προσωπικότητας δεν είναι ανεξέλεγκτη, υπόκειται σε αρχές και κανόνες, καθώς οι Θεοί θέσπισαν τον Νόμο της Ειμαρμένης ή Νόμο της Ανταποδοτικής Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον Νόμο αυτό, ο οποίος έχει απαρέγκλιτη ισχύ, και εφαρμόζεται έναντι των πάντων, σε έκαστο αποδίδεται αυτό ακριβώς που του αξίζει, σύμφωνα με τα έργα του. Η δε διάπραξη ανομημάτων, επιδέχεται εξιλέωση μόνο δια της διαπράξεως αντιστοίχως αξιόλογων θετικών πράξεων.

 Η διαδικασία της κρίσεως των έργων τα οποία σχετίζονται προς την ψυχική προσωπικότητα. ονομάσθηκε ψυχοστασία, κατά την οποία η ψυχή του ετοιμοθανάτου ζυγιζόταν, ενώπιον δικαστών (Αίαντας, Αιακός, Ραδάμανθυς), σύμφωνα με τις αντιλήψεις πάντοτε που επικρατούσαν στα αρχαία Μυστήρια, και αποφαίνονταν σε σχέση προς αυτήν. Αξίζει να αποδωθεί έμφαση στο γεγονός ότι στον Πλατωνικό Ταργία"εκφράζεται αυτή η αντίληψη της ψυχοστασίας κατά τρόπο έκδηλο. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι υποχθόνιοι δικαστές του Άδη θα εξετάσουν την ψυχή γυμνή, αποστερημένη από το θνητό της περίβλημα που τη συσκοτίζει. Περί της Ειμαρμένης, ο ατομικός φιλόσοφος Λεύκιππος (Αέτιος 1, 24, 4) αναφέρει τα ακόλουθα: 'Τα πάντα γίνονται κατ' αναγκαιότητα, την αναγκαιότητα δε αυτή ονομάζουμε ειμαρμένη".


Κοινή ήταν η αντίληψη στους Ορφικούς μυσταγωγούς (Λίνο, Ορφέα, Μουσαίο κ.α.) αλλά και στους μεταγενέστερους Πυθαγορείους φιλοσόφους, ότι η ψυχή προϋπάρχει του σώματος και επιζεί της μεταστάσεως αυτού. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι ο Πυθαγόρας απέδωσε στην ψυχή ηθική σημασία. Ο Πορφύριος (DK 14, 8α) στον Βίο του Πυθαγόρα, αναφέρει τα ακόλουθα: "Πρώτα λέει (ο Πυθαγόρας) ότι η ψυχή είναι αθάνατη, ύστερα ότι μεταβάλλεται σε άλλα είδη ζωντανών όντων κι ακόμα, ότι όλα ξαναγίνονται σύμφωνα με περιοδικές κινήσεις. Κι όλα τα ζωντανά και έμψυχα είναι συγγενή".




Οι Πυθαγόρειοι απέδιδαν ιδιαίτερη έμφαση στην ψυχική καθαρότητα, την οποία επετύγχαναν τόσο καταφεύγοντας στην μέθοδο των σωματικών αποχών, όσο και μέσω της μουσικής τέχνης, η οποία μέσω της αρμονικής της διαστάσεως, καθορίζει το ήθος της ψυχής. Κάτω από αυτή τη θεώρηση, η ψυχή, κατά τους Πυθαγόρειός φιλοσόφους, αποτελούσε παράγοντα αρμονίας, αλλά και εξισορροπήσεως μεταξύ δυνάμεων αντιθέτων τα οποία ενυπήρχαν στο σώμα.

 Η ίδια αντίληψη εκτίθεται, μεταγενέστερα, και στον πλατωνικό διάλογο "Φαίδων1' (85ε-86δ), όπου ο Σιμμίας ισχυρίζεται ότι η ψυχή συνιστά αρμονία των αντιθέσεων οι οποίες συνθέτουν το σώμα. Από την αντίληψη της ανωτερότητος της ψυχής, απέρρευσε μάλιστα και η Ορφική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το σώμα αποτελεί για την ψυχή μία ασφυκτική φυλακή, είναι το σήμα, δηλαδή ο τάφος που περιορίζει τραγικά τη δράση της ψυχικής προσωπικότητας. Επομένως, κατά τους Ορφικούς φιλοσόφους, η Αληθινή Ζωή εκκινά μετά τον διαχωρισμό της ψυχής από τα δεσμό του σώματος. 


Όπως μας πληροφορεί ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος ("Τίμαιος", Ε'), οι Ορφικοί μύστες διατύπωναν την ακόλουθη ευχή: "Κύκλου τ' αν λήξαι και αναπνεύσαι κακότητος", η οποία είναι ευχή απαλλαγής της ψυχής από το μαρτύριο των ενσαρκώσεων, ούτως ώστε να αναπνεύσουν από την ανθρώπινη κακία. Μέρος μάλιστα της διαδικασίας της νεκρικής τελετής, στον κύκλο των Ορφικών φιλοσόφων, ήταν η απόθεση στα χέρια των μεταστάντων, μίας μικρής πλάκας, προερχομένης από χρυσό, επί της οποίας χαράσονταν τα ακόλουθα λόγια: "Αυτάμ εμοί γένος ουράνιον". Επρόκειτο για μία σαφή δήλωση της ουράνιας καταγωγής του ανθρώπου.


Περί της αντιλήψεως της Θεϊκής καταγωγής της ψυχής, συνηγορούν οι Ορφικές πινακίδες της Πετέλιας, στις οποίες ο νεκρός εμφανίζεται να επαίρεται για την ουράνια καταγωγή του, ενώ σε μία άλλη πινακίδα προερχομένη από τους Θουρίους, άλλος μεταστάς, αναφέρεται αορίστως στην πτώση του στο γήϊνο πεδίο, συνεπεία των αδίκων πράξεων και των συστημάτων τα οποία διέπραξε κατά τη διάρκεια του γήϊνού του βίου.


Σύμφωνα με τους Ορφικούς Μύστες, η ψυχή εξέπεσε από το Θεϊκό πεδίο στο γήϊνο, πλήρης λήθης και ανηθικότητας,όπως συνάγεται και από τον Πλατωνικό "Φαιδρό", κατάσταση όμως η οποία δεν είναι οριστική, καθώς μέσα από τον κύκλο των επανενσαρκώσεών της, η ψυχική προσωπικότητα επιζητεί την επανένωσή της με τη Θεϊκή αρχή, από την οποία άλλωστε και προέρχεται. Από όσα εκτέθηκαν, προκύπτει ότι η πίστη στην επανενσάρκωση των ψυχών στο γή'ίνο επίπεδο αποτελούσε μία πανάρχαιη δοξασία, όμως μόνο οι Ορφικοί φιλόσοφοι και μύστες προσέδωσαν ένα περιεχόμενο μυ- στηριακό σε αυτή την αντίληψη. Στη Θεϊκή καταγωγή της ψυχής αναφέρονται με σαφήνεια και οι Ορφικοί Ύμνοι.


Αξίζει να γίνει μνεία στο γεγονός ότι στα Ορφικά η ψυχή αποκαλείται γλυκύ τέκνο του Διός. Συγκεκριμένα, όπως συνάγεται από τα "Ορφέως Αποσπάσματα" (XXIV, Πρόκλου Εις Τίμαιον, (Λ. 2 σ. 124, 33) υπό τον τίτλο "Ο Θεός πατήρ των Ψυχών", αναφέρεται: "Απεκαλείτο δε (η ψυχή) γλυκύ τέκνον του Διός". Και ολίγον, κατόπιν, αφού προεκάλεσε την Θεολογίαν, που παρεδόθη υπό του Θεού, λέγει λοιπόν η ψυχή περί του Διός, ο οποίος εδημιούργησε το σύμπαν. "...εν μέσω των διανοιών του πατρός, κατοικώ εγώ η ψυχή, που εμψυχώνω τα πάντα με την θερμότητα. Διότι έθεσε τον μεν νουν εντός της ψυχής, την δε ψυχήν εντός του οκνηρού σώματος, ημάς (τον νουν και την ψυχήν) εγκαχέστησεν ο πατήρ των ανθρώπων και των Θεών".




Από την παράθεση των ανωτέρω, καθίσταται αντιληπτό ότι η Ψυχή είναι άϋλη και αόρατη, αποτελεί δε τμήμα της Συμπαντικής ψυχής. Μία φάση δε των Ορφικών τελετουργιών, των τόσο μεστών σε περιεχόμενο αλλά και σε συμβολισμούς, περιελάμβανε και την Τελετή του Τροχού, κατά την οποία ο Ιεροφάντης κατηχούσε τους μυουμένους σχετικά με την εσωτερική αντίληψη της επανενσαρκώσεως της ψυχής. Επίσης, αξίζει να τονισθεί ότι κατά την μεγάλη Εορτή των Ανθεστηρίων, η ψυχή αναδυόταν συμβολικά από ένα πιθάρι που αντιπροσώπευε τον τάφο, ένα τελετουργικό δρώμενο το οποίο είναι πρόδηλο ότι έλκει την καταγωγή του από τις εσώτερες Ορφικές παραδόσεις.

 Η Ψυχή επιπροσθέτως, ασκεί καθοδηγητικό ρόλο, έχει δηλαδή προορισμό όχι να υποτάσσεται και να υπακούει, αλλά να οδηγεί και να άρχει, όπως αναφέρει ο Πλάτων στον "Φαίδωνα" (80.α). Κατά τον Όμηρο, η ψυχή ενυπάρχει στο σώμα, ενώ όταν επέρχεται ο θάνατος, η ψυχή αποσύρεται στον Άδη, όπου και κινείται σαν μία άϋλη σκιά. Για τους Ορφικούς φιλοσόφους, όπως αναφέρθηκε, η ψυχή αποτελεί “πραγματικό ον Θείας φύσεως και αθάνατον ειμαρμένης". Τα Ορφικά Μυστήρια δίδασκαν ότι μόλις η ψυχή απαλλαγεί από το σώμα, εφ’ όσον διήγαγε βίο αγαθό, ανέρχεται σε Ανώτερους Κόσμους, τελειοποιηθείσα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση μετενσαρκώνεται, έως ότου ανελιχθεί.

 Η ψυχή, ανερχόμενη την διαβαθμισμένη εξελικτική κλίμακα των θνητών, ημιθέων, Θεών,ανελίσεται σε ανώτερα πνευματικά στάδια, φθάνοντας τελικά στην ιδεώδη κατάσταση της γαλήνης και της ευδαιμονίας. Δια των διαδοχικών της εξαγνισμών και ανελίξεων, η ψυχή κατορθώνει να αποκτήσει έναν πνευματικό και πλέον υλικό οργανισμό, δια του οποίου ανέρχεται στην ουράνια κλίμακα.

 Ο μυσταγωγός Πλούταρχος, μυημένος στα Δελφικά Μυστήρια, στο έργο του "Βίοι Παράλληλοι" (Ρωμύλος, 28) δικαιώνει αυτή την αντίληψη, προσθέτοντας μάλιστα ότι: "Οι ψυχές. πολύ φυσικά και σύμφωνα με τη Θεία δικαιοσύνη, μεταβάλλονται από ανθρώπους σε ήρωες, από ήρωες σε ημιθέους και από ημιθέους σε Θεούς, αν καθαριστούν και εξαγνιστούν τελείως, αποβάλλοντας κάθε τι που είναι θνητό και που υπόκειται σε πάθη".


Οι Πυθαγόρειοι, όπως αναφέρεται στα “Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα", θεωρούσαν ότι μετά το θάνατο και την απαλλαγή από το θνητό περίβλημα, αναδεικνύεται η άφθαρτη υπόσταση του ανθρώπου, επί της οποίας ο θάνατος δεν έχει κυριαρχία. Περί της ψυχικής αθανασίας αποφαίνεται όμως και ο Εμπεδοκλής, στο σύγγραμμά του "Καθαρμοί", όπως άλλωστε και ο Ηράκλειτος, ο οποίος μάλιστα κάνει λόγο για εξωτερικό και εσωτερικό -ψυχικό- φως.

 Ο "σκοτεινός" Εφέσιος φιλόσοφος ακόμη υπεστήριζε ότι η γνώση της ψυχής έχει άμεση συνάφεια με την γνώση της δομής του κόσμου. Ο Εμπεδοκλής συγκεκριμένα, στο προαναφερόμενο έργο του, υποστηρίζει ότι βρίσκεται στα πρόθυρα της απολυτρώσεως από τον κύκλο των γεννήσεων. Σε αυτή την αντίληψη αποδίδεται και η δήλωση "Αθάνατος εγώ κι όμοιος Θεός.. .Τια τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και ειδικότερα για τον Αναξι• μένη (6ος αιών π.Χ.), η ψυχή ταυτίζεται με την αρχή της φύσεως.

 Σύμφωνα με την κοσμοαντίληψη του Αναξιμένους, η ψυχή εκπροσωπεί την κοσμική τάξη, από τις αρχές της οποίας διέπεται και ο άνθρωπος. Ο γνωμικός ποιητής Φωκυλίδης, θεωρεί ότι η μετάσταση αποτελεί την αφετηρία για την Θέωση και αυτό διότι "αφού θα εγκσταλείψουμε το νεκρό σώμα μας εδώ κάτω, θα γίνουμε Θεοί, γιατί μέσα μας κατοικούν ψυχές αθάνατες και αδιάφθαρ- τες".


Ο Ησίοδος ακόμη στη Θεογονία του υπαινίσσεται τη Θεϊκή καταγωγή της ψυχής αλλά ταυτόχρονα επεσήμανε και τη θνητή υπόσταση του ανθρώπου, απευθυνόμενος δε προς τις Μούσες, τις παρότρυνε:




‘Υμνήστε των αθανάτων το Ιερό γένος, που αιώνια ζουν, αυτούς που από τη γη γεννήθηκαν και τον έναστρο ουρανό". Την αθανασία της ψυχής, αποδέχονται και άλλες μεγάλες προσωπικότητες της πνευματικής ζωής της αρχαίας Ελλάδας, όπως ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής, ο οποίος ενστερνιζόμενος την αντίληψη ότι η ψυχή απελευθερώνεται μόλις αποδεσμευθεί από το σώμα, ισχυρίζεται ότι το πρώτο από τα αγαθά, είναι να μη γεννηθείς (τελειωθείς πλέον και ανερχόμενος σε Ανώτερα Πεδία), το δεύτερο είναι να πεθάνεις όσο το δυνατόν νωρίτέρα”.

 Έχοντας διαποτισθεί από ανάλογες αντιλήψεις, ο φιλόσοφος Κλεόμβροτος ο Αμβρακεύς, θα οδηγηθεί στην μέλλουσα ζωή, πηδώντας από έναν πύργο, ενώ ο πασίγνωστος φιλόσοφος Ηγησίας ο Πεισιθάνατος ασκούσε τόσο μεγάλη επιρροή στις τάξεις των μαθητών του, ώστε όταν οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας των κηρυγμάτων του περί της αξίας του θανάτου και την προσδοκία της μελλούσης ζωής, ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος έκλεισε τις σχολές του προκειμένου να ανασχέσει αυτό το φιλοσοφικό και κοινωνικό φαινόμενο.


’Αλλο σαφές δείγμα το οποίο υποδηλώνει την προσήλωση στην ιδέα της ψυχικής αθανασίας, προέρχεται από χωρία της Οδύσσειας, όπου εμφανίζεται ο Οδυσσέας, κατερχόμενος στον Άδη, να καλεί τις ψυχές των νεκρών, προκειμένου να συναντήσει και να συμβουλευθεί τον Τειρεσία. Στην Οδύσσεια (Λ 489-491), ο Όμηρος παραθέτει τον διάλογο που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στον Οδυσσέα και στην ψυχή του μάντη Τειρεσία, σύμφωνα με τον οποίο, η ψυχή του μάντη φέρεται να λέει: "Θα προτιμούσα να είμαι δούλος ενός φτωχού αγρότη, παρά να είμαι των νεκρών του Άδη βασιλιάς". Πρόκειται για μία φράση που υποδηλώνει την απέχθεια της ψυχής του νεκρού προς το ζοφερό βασίλειο του Κάτω Κόσμου.


Κατά την ομηρική περίοδο, κυριαρχούσε η αντίληψη ότι η ψυχή όχι μόνο ζει μετά την μετάσταση, αλλά ότι καταφεύγει στα οστά του νεκρού. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι Έλληνες διατηρούσαν την ωμοπλάτη του Πέλοπος, πιστεύοντας ότι είχαν έτσι εξασφαλισμένη και την συμπαράσταση της ψυχής του. Ο Κίμων ακόμη, πολύ αργότερα, έφερε τα οστά του Θησέως στην Αθήνα, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θεωρούσαν ότι έτσι επετύγχαναν την υπηρεσία και την βοήθεια της ψυχής του σε αντιξοότητες που ανέκυπταν για την Πολιτεία. Ο Ησίοδος μνημονεύει το γεγονός ότι οι Λακεδαιμόνιοι απέκτησαν "μία μεγάλη ανωτερότητα στις μάχες ενάντια στους 7εγεάτες", όταν μετέφεραν από την Τεγέα στην Σπάρτη τα οστά του Ορέστη.


Δεν θα πρέπει επίσης να παραβλεφθεί η παραδοσιακή αντίληψη που διακατείχε τις οικογένειες των νεκρών κατά το απώτατο παρελθόν, ότι τα πνεύματα και οι ψυχές των μεταστάντων της οικογένειας και κατ' επέκταση της φυλής, διατηρούν τους συνεκτικούς τους δεσμούς με τα οικεία τους πρόσωπα. Ασκούν συμβουλευτικό αλλά και προστατευτικό ρόλο επί αυτών, λαμβάνουν μέρος σε πολέμους και αγωνίζονται "υπέρ βωμών και εστιών", πλησίον των ζώντων.Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Θησεύς, παρ. 35) οι Έλληνες είχαν δει στον Μαραθώνα αλλά και στην Σαλαμίνα, την ψυχή του Θησέως να ηγείται του στρατεύματος και να πολεμά κατά των Περσών, διασπείροντάς τους τον φόβο και τον πανικό. 


Άλλο σχετικό παράδειγμα συμμετοχής των ψυχών στα εγκόσμια, ενισχύοντας την αντίληψη της ψυχικής αθανασίας, αντλείται από τον επικό κύκλο του Τρωικού Πολέμου. Στην Ιλιάδα συγκεκριμένα, οι Θεοί και οι Θεές, που συνιστούν ψυχές αναχθείσες στην Θεϊκή Τάξη, τοποθετούνταν άλλες μεν υπέρ των Ελλήνων, άλλες δε υπέρ των Τρώων. Επίσης ανάλογη περίπτωση έχουμε και με το περιστατικό του Κλεισθένους, τυράννου της Συκιώνος, ο οποίος πολεμώντας τον Άργο, φρόντισε να εξασφαλίσει από τη Θήβα τα οστά του Μελανίππου και του Μενεσθέως, δύο επιφανών πολεμικών μορφών του Θηβαϊκού κύκλου, προκειμένου να αντιτάξει τον δυναμισμό της ψυχής τους στον ήρωα του Άργους Άδραστο.


Ανάλογα και οι Έλληνες της Ομηρικής περιόδου καλούσαν τις ψυχές των νεκρών με τα ονόματά τους, κάνοντας γι* αυτούς ειδικές σπονδές με γλυκό κρασί καθώς και με μελόνερο με πασπαλισμένο αλεύρι (Οδ. XI,26).


Από αυτή την περιγραφή, διαφαίνεται ότι οι αρχαιοέλληνες είχαν καθιερώσει τις χοές ως ένα είδος τελετουργικής επικλήσεως, το οποίο συνεδύαζε τον εξευμενισμό με την έκκληση προς τις ψυχές. Οπωσδήποτε όμως υπήρχαν και ειδικές τελετουργίες με ψυχολατρικές διαστάσεις, οι οποίες εκτελούνταν σε Ιερούς χώρους, στα επωνομαζόμενα Νεκυμαντεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και το Ψυχοπομπείο του Ταινάρου.


Σύμφωνα με την Αρχαιοελληνική εξ’ άλλου αντίληψη, η ψυχή αφού υποστεί τη διαδικασία της ψυχοστασίας, στη συνέχεια προπαρασκευάζεται για την προσεχή της επανενσάρκωση, για τα δε αδικήματα που διέπραξε, καλείται να αντιμετωπίσει τη Θεά Νέμεση και τις Ερινύες, οι οποίες και την καταδιώκουν ανηλεώς. Κατά την μεταομηρική περίοδο η οποία τελεί υπό την ιδεολογική επίδραση του Ηρωικού στοιχείου, κυριαρχεί η αντίληψη ότι η ψυχή του τεθνεώντος Ήρωος ανελίσσεται, ακολουθώντας την Ατραπό της Θεώσεως.


Πότε όμως και γιατί επέρχεται ο θάνατος και ποιά είναι η αναγκαιότητα που τον επιβάλλει;


Αναμφίβολα ο θάνατος δεν συνιστά παρά το βιολογικό τέλος το οποίο επισφραγίζει είτε μία δυσαρμονική κατάσταση, είτε δίνει τέλος στην κατάρρευση του οργανισμού η οποία επέρχεται από την νέκρωση των περισσοτέρων κυττάρων του, καθώς πλέον δεν είναι σε θέση να τα αντικαταστήσει με την δημιουργία νέων και υγιών. Ο Πλάτων τόσο στον Ύίμαιο" και στον "Θεαίτητο" όσο και στον διάλογο "Φαιδρός", διαπραγματεύεται το ζήτημα της Αθανασίας της Ψυχής:

 "Κάθε ψυχή είναι αθάνατη, διότι κάθε τι που κινείται από μόνο του είναι αθάνατο. Κάθε άλλο όμως, που κάτι άλλο κινεί και από κάτι άλλο κινείται, όταν τερματίζει την κίνησή του τερματίζει και τη ζωή του. Μόνο λοιπόν αυτό που κινεί το ίδιο τον εαυτό του είναι και πηγή κίνησης για το υπόλοιπα, όσα κινούνται, επειδή ακριβώς ποτέ δεν εγκαταλείπει τον εαυτό του.

 Η αρχή επομένως, είναι κάτι που δεν δημιουργείται. Διότι κατ' ανάγκη, κάθε τι που δημιουργείται οφείλει τη δημιουργία του σε μία αρχή. Η αρχή όμως σε τίπστε. Διότι εάν η αρχή πραγματοποιείται από κάτι άλλο, δεν θα ήταν δυνατό να ονομασθεί αρχή. Εφ' όσον λοιπόν δεν δημιουργείται, αναγκαστικά είναι και άφθαρτη. Διότι εάν πραγματικά χαθεί η αρχή, ούτε η ίδια είναι δυνατόν να δημιουργήσει κάτι άλλο, ούτε κάτι άλλο από αυτήν, εάν αναγκαστικά τα πάντα οφείλουν τη δημιουργία τους σε μία αρχή. Έτσι λοιπόν η αρχή της κίνησης είναι το ον εκείνο που κινεί μόνο του τον εαυτό.

 Αυτό μάλιστα δεν είναι δυνατό ούτε να χαθεί ούτε να γεννηθεί, διαφορετικά και ολόκληρος ο ουρανός και στο σύνολό της η δημιουργία θα καταποντισθούν και θα σταθούν και ποτέ δεν θα έχουν αρχή, από την οποία θα κινηθούν και πάλι.

 Αφού λοιπόν αποδείξαμε πως είναι αθάνατο αυτό που κινεί τον εαυτό του, δεν θα διστάσει κανείς να ομολογήσει ότι και η ουσία και η αιτία ύπαρξης της ψυχής είναι αυτή η ίδια η ύπαρξη. Διότι κάθε σώμα στο οποίο η κίνηση προέρχεται από εξωτερικές δυνάμεις, είναι άψυχο. Αυτό όμως στο οποίο η κίνηση προέρχεται από τον ίδιο τον εαυτό του, είναι έμψυχο και τέτοιου είδους είναι η φύση της ψυχής. Αν όμως αυτό έτσι έχει, εάν δηλαδή αυτό που κινεί μόνο του τον εαυτό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ψυχή, αναγκαστικά η ψυχή θα είναι κάτι αδημιούργητο και αθάνατο...''.




Ο Σωκράτης, δια της μεταστάσεώς του, διδάσκει στους μαθητές του την αρχή της Αθανασίας της Ψυχής. Στον "Φαίδωνα" αναπτύσετα ι η σχετική σωκρατική αντίληψη με ιδιαίτερη ευκρίνεια: Εκείνος που χρησιμοποιώντας καθαρή διάνοια επιδιώκει να συλλάβει την εσωτερική έννοια των πραγμάτων, απαλλαγμένος, όσο μπορεί από τα μάτια και τα αυτιά και όλο γενικά το σώμα, που ταράζει την ψυχή και δεν την αφήνει να αποκτήσει την αλήθεια και τη φρόνηση. Θάνατος δεν ονομάζεται η λύση και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Να λύνουν όμως την ψυχή πιο πολλή προθυμία δείχνουν πάντα μόνο εκείνοι που φιλοσοφούν αληθινά και το μελέτημα τούτο είναι χαρακτηριστικό των φιλοσόφων, η λύση και ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα.

 Όπως ανέφερα στην αρχή, θα ήταν φαιδρό ο άνθρωπος να προπαρα- σκευάζεται σε όλη του τη ζωή για να είναι είναι κοντά στον θάνατο και να αγανακτεί σαν έρθει τέλος σ' αυτόν...". Και προσθέτει: "Και μεν το σώμα εστίν ημίν σήμα, της δε ψυχής τούτο". Στον "Γοργία" ο μεγάλος μυσταγωγάς Σωκράτης εκφράζει την ακόλουθη αντίληψη: "Ποιός γνωρίζει εάν η ζωή είναι θάνατος και ο θάνατος ζωή;".


Επανερχόμενοι στις σωκρατικές διδαχές,διαπιστώνεται ότι ο Σωκράτης διαμόρφωσε την ηθική του στάση με γνώμονα την επιδίωξη της απελευθερώσεως της ψυχής από το θνητό της περίβλημα, το σώμα. Σύμφωνα προς αυτήν, η ψυχή με την επανενσάρκωσή της διέρχεται μέσα από τη λήθη και κατά συνέπεια δεν διατηρεί μνήμες από τις προηγούμενες ενσαρκώσεις της. Σε σχέση με το γεγονός αυτό, υφίσταται μία σκοπιμότητα η οποία άπτεται του ιδίου του σχεδιασμού της ζωής.

 Η ψυχή δεν διατηρεί μνήμες από πρώτερες ενσαρκώσεις της, ώστε να έχει την ευχέρεια να δοκιμασθεί εκ νέου και μέσα από την υπέρβαση των δοκιμασιών που υφίσταται, να εξελιχθεί και να ανελιχθεί. Ωστόσο η ανάμνηση των αιωνίων αρχετύπων υφίσταται υποσυνείδητα. Επειδή η ψυχή είναι άμεσα συνυφασμένη με το Αιώνιο Ον, όταν παραμείνει μόνη της, αποχωριζόμενη από το σώμα, επανακτά τις αναμνήσεις της και επανευρίσκει την Αιώνια Αλήθεια.

 Τίθεται επομένως το ζήτημα της αθανασίας της ψυχής, όντας αχώριστη από την Αιώνια Αρχή που κυριαρχεί στο σύμπαν. Αυτή η διαπίστωση παρέχει στον Πλάτωνα την ευχέρεια να ισχυρίζεται στον διάλογο "Θεαίτητος"ότι "Κάθε άνθρωπος έχει εν εαυτώ το θειον Άρχον", μετέχει δηλαδή της Θείας ουσίας, δια του ψυχικού τμήματος της δυαδικής υποστάσεώς του. Γι' αυτό λοιπόν, όταν η ψυχή ερευνά μέσα της πηγαίνει κατ’ ευθείαν στο ον το καθαρό, το αιώνιο, το αθάνατο, το αναλλοίωτο, και συγγενεύοντας συνενώνεται πάντα μαζί του απαλλασσόμενη από την προηγούμενη πλάνη και υπάρχει πάντα αναλλοίωτη, αφού ενώνεται και με το αναλλοίωτο εκείνο ον.

 Η ψυχική αυτή κατάσταση, ονομάζεται φρόνηση, διατείνεται ο Σωκράτης. Και συνεχίζει στον διάλογο "Φαίδων", υποστηρίζοντας τα κατωτέρω: "Σκέψου λοιπόν αν από όσα είπαμε δεν συμπεραίνεται ότι η ψυχή μεν είναι όμοια με το Θείο, το αθάνατο, το λογικό, το αδιάλυτο, και πάντα ίσο, προς τον εαυτό του, ενώ το σώμα είναι όμοιο με κάθε τι ανθρώπινο, θνητό, άλογο, διαλυτό και ουδέποτε ίσο προς τον εαυτό του...".


Στο έργο του Πλάτωνος "Αξίοχρς" (Ε’ 365), ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι αφ' ης στιγμής η σύνθεση σώματος-ψυχής παύσει να υφίσταται και η ψυχή εγκατασταθεί πλέον σε οικείο της τόπο, δηλαδή στο Ουράνιο πεδίο, το εναπομείναν σώμα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά χώμα στερούμενο λογικής και άρα δεν αποτελεί πλέον άνθρωπο. "Ημείς μεν γαρ εσμέν ψυχήν", υποστηρίζει και η ψυχή είναι ένα ζώο αθάνατα εγκλωβισμένο σε θνητό φρούριο, διδάσκει ανά τους Αιώνες ο μύστης Σωκράτης.


Στον Αξίοχο, επίσης, ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι η ψυχή μετέχει των ανθρωπίνων δοκιμασιών και πόνων ως συνάλγουσα, επιζητώντας πάντοτε όμως τον συγγενή της αιθέρα. Επομένως, η μετάσταση, συνιστά μεταβολή κακού σε καλό. " Ώστε η του ζην απαλλαγή κακού τινός έστιν εις αγαθόν μεταβολή". Καταλήγοντας, ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον ετοιμοθάνατο Αξίοχο, του λέγει τα ακολουθα: “Ώστε ουκ εις θάνατον αλλά εις αθανασίαν μεταβάλλεις ω Αξίοχε". Στον Φαίδωνα εξ' άλλου υποστηρίζει τα ακόλουθα: 'Το μεν θνητόν αποθνήσκει, το δε αθάνατον σων και αδιάφθορον ρίχεται απών υπεκχώρησαν τω θανάτω".


Σύμφωνα με την σωκρατική αντίληψη, όπως αυτή προκύπτει από το έργο "Απομνημονεύματα" του Ξενοφώντος, και τα ζώα διαθέτουν ψυχή, πλην όμως ο Δημιουργός επιμελήθηκε ώστε ο άνθρωπος να αποκτήσει ψυχή αρίστη, δηλαδή απείρως εξελιγμένη. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων. έγκειται στο γεγονός ότι ο μεν άνθρωπος είναι αυτοσυνείδητος, ενώ τα ζώα όχι.

 Επιπροσθέτως στον "Φίληβο", ο Σωκράτης εκθέτει την αντίληψη ότι "Σοφία μην και νους άνευ ψυχής ουκ αν ποτέ γενοίσθην" δηλαδή νους και σοφία άνευ ψυχής δεν δύνανται να υπάρξουν. Επίσης οι Στωϊκοί φιλόσοφοι, έχοντας δεχθεί επιρροές από την πλατωνική διδασκαλία, δέχονταν ότι η ψυχή αποτελεί τμήμα της αναπόσπαστης ψυχής του Κόσμου. Ακόμη και αυτός ο ορθολογιστής Αριστοτέλης, ο οποίος αντέκρουε τις πλατωνικές ιδέες περί μετεμψυχώσεως και ψυχικής αθανασίας, υπεστήριζε ότι η ψυχή ταυτίζεται με το στοιχείο της ζωής.




Ο Πλάτων υπεστήριξε ότι η ψυχή είναι τρισυπόστατη, δηλαδή διακρίνεται σε τρία επιμέρους τμήματα. Πρόκειται για το θυμοειδές και επι- θυμητικόν, καθώς και για την ανώτερη ψυχή, η οποία προϋπάρχει της ανθρώπινης γεννήσεως στο γήϊνο πεδίο και επιζεί της μεταστάσεώς της. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο Πλάτων, όντας μυημένος,προσέδιδε στην Ψυχή έναν καταφανώς εσωτερικό συμβολισμό, σύμφωνα με τον οποίο η ψυχή απεικονιζόταν ως ένα ζεύγος φτερωτών αλόγων, αγόμενα από τον ηνίοχο.

 Ο ηνίοχος, που αλληγορικά αντιστοιχεί στον Νου, από κοινού με το λευκό άλογο που αντιπροσωπεύει το θυμικό, προσπαθούν να συμμορφώσουν το μελανό άλογο το οποίο ανταποκρίνεται στο επιθυμητικό, ώστε ευθυγραμμιζόμενο προς τον προορισμό τους, να πορευθούν προς την ουράνια ανάταση, στην οποία οδηγεί η πορεία προς τον μυητικό Όλυμπο. Ακριβώς στο σημείο αυτό πραγματοποιείται σαφής μνεία στις δύο πολικότητες οι οποίες διαπερνούν ολόκληρο το σύμπαν, στη θετική και στην αρνητική δύναμη, η σύνθεση των οποίων άγει και υπηρετεί τον σκοπό της Δημιουργίας.


Σύμφωνα εξ’ άλλου με τον Πλατωνικό διάλογο Τίμαιος", η γένεση της ψυχής του κόσμου ανάγεται στον Ύπατο θεό Δία, στον θεϊκό Τεχνίτη, διαχεόμενη σε ολόκληρη την έκφανση της δημιουργίας.Επιπροσθέτως στη Ζ’ Επιστολή του Πλάτωνος, εκφράζεται η αντίληψη ότι η ψυχή είναι αθάνατη, βρίσκει δε απόλυτη ανταπόδοση για τις πράξεις της μόνο όταν απαλλαγεί από το σωματικό της περίβλημα, οπότε έχοντας καθαρθεί ολοκληρωτικά και εξελιχθεί, μεθίσταται πλέον στα Ηλύσια Πεδία.


Η υπέρτατη αρχή στο Σύμπαν, δημιούργησε τον άνθρωπο κατ' εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Αστό το βαρυσήμαντο γεγονός υποδηλώνει άλλωστε και η ετυμολογική ανάλυση της λέξεως “Άνθρωπος". Ο Άνω Θρώσκων, αυτός που τείνει θα λέγαμε συμβολικά προς τα πάνω, αυτός που είναι προορισμένος να επιτελέσει το σχέδιο της Ανατάσεως. Δεν θα είχε κανένα νόημα η εξελικτική συνέχεια του Πολιτισμού, δεν θα είχε καμμία σημασία η τάση για πρόοδο και ανύψωση σε όλες τις εκφάνσεις του πολιτιστικού γίγνεσθαι, εάν τα πάντα ήταν φθαρτά, εφήμερα, παροδικά. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει.

 Οι φυσικοί νόμοι διδάσκουν ότι τίποτε δεν πεθαίνει, απλά όλα μεταβάλλονται. Όπως προαναφέρθηκε, ο ψυχικός παράγοντας και η αείζωη ιδιότητα - ποιότητα αυτού, αναδείχθηκε μέσω των αρχέγονων μυστηριακών θεσμών. Ο βαθύτερος σκοπός των μυσταγωγικών θεσμοθεσιών ήταν η δια τελετουργικών πράξεων Αφύπνιση του Εσώτερου, Αθάνατου, Εαυτού, η ψυχική και πνευματική ανάταση, ο εξαγνισμός και η ανύψωση στον Μυητικό Όλυμπο με στόχο την κατανόηση του ανθρωπίνου προορισμού και τη βαθμιαία επίτευξη της αυτογνωσίας.

 Τα Ελευσίνια, όπως και όλα τα πανάρχαια Ελληνικά Μυστήρια, δίδασκαν δια της αλληγορίας και των συμβολισμών ότι η Ζωή εκδηλώνεται κατά περιοδικό τρόπο άλλοτε στο γήινο επίπεδο, δια της παρουσίας της Περσεφόνης στον κόσμο των ζώντων, και άλλοτε στον κάτω κόσμο, στο πεδίο των ψυχών δια της παρουσίας της στο βασίλειο του Άδη.


Η αληθινή ευτυχία δεν συνίσταται στην απόκτηση απλά ορισμένων υλικών αγαθών, είναι συνυφασμένη με την εμπέδωση ορισμένων ψυχικών αρετών και εσωτερικών ιδιοτήτων, μεταξύ των οποίων διακρίνουμε το θάρρος, την ευθύτητα στον χαρακτήρα και την ευφυΐα, σύμφωνα με τον διάλογο "Ευθυδημος"Ύου Πλάτωνος (279 Α).


Ίσως βέβαια να υποστηριχθεί η άποψη ότι η ευτυχία στο εξωτερικό επίπεδο διακόπτεται από το οριακό γεγονός του θανάτου, το οποίο νεκρώνει κάθε βιολογική διεργασία του ζώντος οργανισμού. Ωστόσο, όμως, ο κατά τον Πυθαγόρα Γεωμέτρης του Σύμπαντος, ο οποίος έθεσε τα πάντα σε τάξη ηπως επιμαρτυρεί ο Πλάτων στον διάλογο "Φιληβος" (62 Α-Γ). μερίμνησε ωστε η αδιάκοπη εναλλαγή θανάτων και γεννήσεων να προσδίδει στην εξελικτική πορεία της ύλης, μία συμβολική συνέχεια, μία αέναη ανακύκλωση.


Η ψυχή στο αιώνιο ταξίδι της, ακολουθώντας τον Θεό και περιφρονώντας αυτό που άτοπα ονομάζουμε όντα και σηκώνοντας το βλέμμα της προς το μόνο πραγματικό Ον, το είχε θαυμάσει και ξαναθυμάται αυτό που είχε δει, υποστηρίζει ο Πλάτων στον "Φαιδρό", κάνοντας λόγο για τα Αιώνια Αρχέτυπα.

 Τι επιζητεί όμως η ψυχή. εδραζόμενη εντός της ύλης; Αναμφίβολα επιζητεί το νοητό Αγαθό, το οποίο μόνο μέσα στον Απόλυτο κόσμο των ιδεών ανευρίσκεται. Στην αρχή της εργασίας αυτής υποστηρίχθηκε ότι σύμφωνα με τις αρχέγονες αρχαιοελληνικές μυστηριακές αντιλήψεις, το πνευματικό στοιχείο και η ψυχή ζωτικοποιούν την ύπαρξη.

 Αυτή ακριβώς η αντίληψη ενυπάρχει αυτούσια στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σύλληψη όπου σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, στο έργο του "Περί Ψυχής" (Α,2, 4030) υποστηρίζεται ότι η ψυχή παρέχει στο ζωντανό ον εντός του οποίου εισέρχεται, την εμψυχωτική κίνηση και την αίσθηση. Η δε ψυχή του Κόσμου, τυγχάνει αλάνθαστη, όπως προκύπτει από τους "Νόμους" του Πλάτωνος (X, 898).


Ποιες είναι όμως οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν την Ψυχή; Η Ψυχή κατ’ αρχήν είναι αόρατη, νοητή και θεία διατείνεται ο μυσταγωγός Πλάτων στο "Φαίδωνα" (80 Β).Διάνοια και Ψυχή βρίσκονται σε άμεση συνάφεια. Μέσω της γυμναστικής και του χορού, η ψυχή επιδιώκει να εμφυτεύσει τους αμετάβλητους και ακατάβλητους νόμους της Αρμονίας εντός του σώματος το οποίο εμψυχώνοντας καλείται παράλληλα και να διαπλάσσει.

 Ας προσέξουμε την υψηλή αντίληψη της πλατωνικής διδασκαλίας για τον καθο- δηγητικό ρόλο που ασκεί η ψυχή, μία αντίληψη η οποία δικαιολογείται, βρίσκοντας άλλωστε την ιστορική της δικαίωση μέσα από την ανωτερότητα του ίδιου του Ελληνικού Πολιτισμού. Μέσα από τήν ύψιστη εμπειρία της πνευματικής καθοδηγήσεως του σώματος, καθίσταται αντιληπτή η ηγεμονική φύση της ψυχής.




Γιατί όμως η ψυχή ενσαρκώνεται στην ύλη; Στο καίριο αυτό ερώτημα, προηγήθηκε η απάντηση, υποστηρίζοντας ότι μέσω των διαδοχικών ενσαρκώσεων η ψυχή σταδιακά τελειοποιείται, δηλαδή φροντίζει για τον εαυτό της, όπως αποφαίνεται ο Πλάτων στην Απολογία του Σωκράτους, στον Φαίδωνα αλλά και στους Νόμους. Παράλληλα, όμως, ο Πλάτων στον "Φαίδρο" (246 Β) μας αποκαλύπτει και έναν άλλο επιπρόσθετο και εξ’ ίσου σημαντικό ρόλο που ωθεί την ψυχή στην διαδικασία της ενσαρκώσεως.



Η Ψυχή είναι επιφορτισμένη να εμψυχώνει αυτό που είναι στερημένο από ψυχή, δηλαδή εμψυχώνοντας τον προηγουμένως άψυχο άνθρωπο, του παρέχει τη δυνατότητα να ανυψωθεί στη Θεϊκή τάξη, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Ύπατου Δημιουργού, έχοντας μέσα του πλέον εμφωλεύσει ο σπινθήρας του Θείου Πνεύματος.



Η Αγία Γραφή το λέει καθαρά. Εκείνο που δίνει απροσμέτρητη αξία στον άνθρωπο είναι η αθάνατη ψυχή. Χάρη σ’ αυτήν ονομάσθηκε ο άνθρωπος βασιλιάς της κτίσεως, παιδί του Θεού, προορισμένος να ζήσει στην αιωνιότητα και να κληρονομήσει τη βασιλεία των ουρανών. Γι’ αυτή την ψυχή, τον ατίμητο θησαυρό, μιλούσε ο Κύριος και έλεγε: «Τι ωφελείται ο άνθρωπος αν κερδίσει όλο τον κόσμον, αλλά ζημιωθεί την ψυχή του;».

 Οι αναφορές της Αγίας Γραφής στην αθανασία της ψυχής και τη μετά θάνατο ζωή είναι αναρίθμητες. Νομίζουμε πως αρκεί να δούμε τι λέει το τελευταίο βιβλίο της Αγίας Γραφής για αυτό το θέμα: « Είδα κάτω από το ουράνιο θυσιαστήριο τις ψυχές εκείνων, που είχαν σφαγεί για το λόγο του Θεού και για την πίστη στο Χριστό… Και δόθηκε στον καθένα απ’ αυτούς στολή λευκή και τους ειπώθηκε να ξεκουραστούν ακόμη λίγο καιρό, μέχρι να ολοκληρώσουν και οι σύνδουλοί τους στη γη και οι αδελφοί τους που πρόκειται να σκοτωθούν όπως και αυτοί» (Αποκάλυψη).

 Είναι φανερό ότι αναφέρεται σε ψυχές ζωντανές και με πλήρη συνείδηση, που ζουν και επικοινωνούν μεταξύ τους. Παρόμοιες αλήθειες εκφράζουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Η ψυχή, κατά το Μ. Αθανάσιο, είναι αυθυπόστατη και αυτοκίνητη. Αυτή κινεί το σώμα και η ίδια δεν κινείται από άλλη δύναμη.

 Επομένως αφού η ψυχή κινείται μόνη της και μετά την εκδημία της από το σώμα, μπορεί να κινείται με τις δικές της δυνάμεις. Διότι δεν είναι η ψυχή που πεθαίνει, αλλά επειδή αυτή αναχωρεί, πεθαίνει το σώμα. Αν το υλικό σώμα διαλύεται μετά το χωρισμό του από την ψυχή, όμως δεν ισχύει το ίδιο και για την πνευματική φύση της ψυχής. Αυτή εξακολουθεί να ζει.

 Η διδασκαλία του Χριστιανισμού είναι ξεκάθαρη. Τι άλλο μαρτυρεί η υπόσχεση του Χριστού στο μετανοημένο ληστή πάνω στο σταυρό; «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Συνδέει τη μία ζωή με την άλλη χωρίς να μεσολαβεί τίποτε. Ο ληστής ζήτησε από τον Κύριο να τον θυμηθεί. Και ο Χριστός του παραχωρεί θέση μαζί Του στον Παράδεισο. Και του την παραχωρεί όχι στο απώτερο μέλλον, αλλά στο άμεσο παρόν, σήμερα πριν ο ήλιος δύσει.

 Η ψυχή, λοιπόν, του πιστού, ευθύς μετά την εκδημία, μεταφέρεται σε τόπο όπου είναι ο Χριστός. Και όλα αυτά με πλήρη συνείδηση και εγρήγορση. Πώς αλλιώς θα ερμηνεύσουμε την επιθυμία του αποστόλου Παύλου, «επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με το Χριστό».

 Η άμεση αυτή κοινωνία και επικοινωνία των ψυχών με το Χριστό είναι γι’ αυτές πηγή χαράς, ειρήνης, αναπαύσεως. Προαπολαμβάνουν πνευματικά αγαθά, έως ότου αναστηθούν και τα σώματα άφθαρτα, για να συναπολαύσουν «ά οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν αναθρώπου ουκ ανέβη…». 

Βρίσκονται επομένως μακριά από τη χριστιανική διδασκαλία, όσοι νομίζουν ότι οι ψυχές φθείρονται ή εξαφανίζονται ή κοιμούνται ή ναρκώνονται ή μετασαρκώνονται μετά την εκδημία. Οι ψυχές και μετά το θάνατο του σώματος εξακολουθούν να ζουν, να αισθάνονται, να γνωρίζουν και να αναγνωρίζουν με πλήρη αυτοσυνειδησία. Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, λοιπόν, η ανάσταση των νεκρών και η κρίση, ο αιώνιος παράδεισος και η αιώνια κόλαση, είναι πράγματα βασικά και αναμφισβήτητα για τους χριστιανούς.

 Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μίλησε γι’ αυτά, είναι η υπόσχεση που έδωσε στους ανθρώπους και δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να είναι ψέματα ή παραμύθια. Στο θέμα αναφέρεται ιδιαίτερα το τελευταίο βιβλίο της Αγίας Γραφής, η Αποκάλυψη, που έγραψε ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο μαθητής του Χριστού και συγγραφέας του κατά Iωάννην ευαγγελίου.

 Στα τελευταία κεφάλαιά της, η Αποκάλυψη μιλάει με έντονες περιγραφές γι’ αυτά τα θέματα και κλείνει με μια υπέροχη περιγραφή του παραδείσου και μια προσευχή για να ξανάρθει ο Κύριος γρήγορα, όπως υποσχέθηκε, να μην αργήσει. Σε πάρα πολλά ακόμη σημεία της Αγίας Γραφής αναφέρεται η επιστροφή του Ιησού Χριστού, η ανάσταση των νεκρών και η κρίση των ανθρώπων. 

Με την κρίση αυτή (που θα την κάνει ο ίδιος ο Χριστός ως βασιλιάς του κόσμου), θα τοποθετηθούμε τελικά, όλοι οι άνθρωποι, όλων των λαών και των θρησκειών, είτε σε αιώνιο παράδεισο είτε σε αιώνια κόλαση. Όλοι οι άνθρωποι, όλων των θρησκειών, θα κριθούν από το μοναδικό αληθινό Θεό, τον Ιησού Χριστό, και θα ζήσουν αιώνια στον ίδιο, παράδεισο και στην ίδια κόλαση με τους χριστιανούς. Δε θα κριθούν οι πιστοί κάθε θρησκείας από κάποιους δικούς τους θεούς, γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός από ένα Θεό, την Αγία Τριάδα.

 Πώς όμως θα κριθούν οι πιστοί των άλλων θρησκειών; Βλέπουμε ότι σε όλες τις θρησκείες υπάρχουν καλοί και ταπεινοί άνθρωποι. Όμως στις διάφορες θρησκείες, έξω από την Ορθοδοξία, υπάρχουν επίσης και διδασκαλίες που ανακατεύουν την αλήθεια και το ψέμα, καθώς επίσης και λατρείες σε, «θεούς» σκληρούς, επικίνδυνους και σκοτεινούς.

 Όλα αυτά σίγουρα επηρεάζουν τη σωτηρία των ανθρώπων. Επίσης, λείπουν από εκεί το βάπτισμα, η θεία Μετάληψη, η εξομολόγηση και όλα τα εφόδια που προσφέρει ο Χριστός μέσω της Εκκλησίας για να γίνει άγιος ο άνθρωπος. Έτσι, ο ίδιος ο Χριστός έδωσε εντολή στους μαθητές Του και κατ’ επέκτασιν σε όλους μας να διαδίδουμε το μήνυμά Του σε όλους τους λαούς να μιλάμε για το Χριστό και την Eκκλησία Του σε όλους τους ανθρώπους, για να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι (κατά Ματθαίον ευαγγελίου).

 Αυτό μόνο μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά. Επιθυμία και αγώνας μας είναι να σωθούν όλοι οι άνθρωποι.



'Απολλώνιο Φως', 
Ένθετο Νο 1, Ιωάννης 
Θ. Χαραλαμπόπουλος




Η χειρότερη, η πιο καταπιεστική, η πιο τοξική σχέση που θα μπορούσες να κάνεις ποτέ. Μην την αφήνεις να σου λέει ψέματα.




  Η κατάθλιψη σου λέει ότι είσαι μόνος σου. Ότι κανείς δεν μπορεί να σε καταλάβει και ότι τα προβλήματά σου είναι χειρότερα από τα προβλήματα των άλλων. 

  Η κατάθλιψη σου λέει ότι υπερβάλλεις συνεχώς, ότι αντιδράς χωρίς λόγο, ότι κανένας δεν θα σε πιστέψει και κανένας δεν σε συμπαθεί.

  Η κατάθλιψη σου λέει ότι όλοι θα σε παρατήσουν—και πως, όταν συμβεί αυτό, θα φταις εσύ για όλα.

  Η κατάθλιψη σου λέει ότι είσαι ένα βάρος. Στους φίλους σου, στην οικογένειά σου, σε ολόκληρο τον κόσμο. Σου λέει πως δεν αξίζεις αυτά που επιθυμείς, και ότι δεν θα τα αποκτήσεις ποτέ.

  Η κατάθλιψη σε πείθει να μισήσεις τον εαυτό σου, και σε πείθει ότι όλοι οι υπόλοιποι σε μισούν. Σου λέει πως ό,τι κάνεις είναι λάθος, σε ρίχνει στα πατώματα χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί τις περισσότερες φορές.

  Η κατάθλιψη σε κάνει να βλέπεις πόσο ευτυχισμένοι είναι οι άλλοι, σου κρύβει πόσο επιφανειακά είναι αυτά που βλέπεις. Δεν σε αφήνει να σκεφτείς ότι όλοι υποφέρουν, ο καθένας με τον τρόπο του.

  Η κατάθλιψη σου λέει ψέματα και παίζει με κάθε ανασφάλεια που είχες ποτέ, αργά το βράδυ που δεν σε αφήνει να κοιμηθείς…

  …και όταν ξυπνάς το πρωί, κουρασμένος, με λιγοστό ύπνο, σου λέει ότι είσαι ανίκανος που δεν μπορείς να λειτουργήσεις, που σέρνεσαι ενώ θα έπρεπε να πετάς.

  Η κατάθλιψη σε κάνει να παραμελείς τον εαυτό σου. Σου λέει ότι δεν χρειάζεται να πλύνεις το πρόσωπό σου το πρωί, γιατί κανείς δεν θα το προσέξει, και μετά σε κάνει να φοβάσαι ότι είσαι ο πιο βρώμικος άνθρωπος που περπατά στην πόλη.

  Η κατάθλιψη σε κάνει να ξεχνάς να φας, και μετά – κατεστραμμένος απ’ την πείνα – να το παρακάνεις. Και μετά σου δίνει για επιδόρπιο ενοχές.

  Η κατάθλιψη σου λέει πως ό,τι έχεις καταφέρει είναι μικρό και τιποτένιο. Σε ρωτάει ευθέως αν βρίσκεις κάτι που να αξίζει σε όλη σου την ζωή, κι έπειτα απαντάει για ‘σένα. Σε φιμώνει και σε αναγκάζει να την ακούς, σαν τον πιο εγωμανή δικτάτορα.

  Η κατάθλιψη σε κάνει να πιστεύεις πως η εξάντληση είναι φυσιολογική, κι ότι οι μέρες που ξυπνάς και νιώθεις καλά είναι σημάδια πως κάτι χειρότερο θα ακολουθήσει. Σε κάνει να φοβάσαι τις σκιές πίσω από κάθε γωνία, και τα τέρατα κάτω από το κρεβάτι, και σου λέει πως όλα αυτά έχουν το πρόσωπό σου.

  Η κατάθλιψη σου λέει ότι θα ήταν καλύτερο να τα παρατούσες, τι προσπαθείς ακόμα να πετύχεις;

  Η κατάθλιψη σου λέει ότι ένα κομμάτι μέσα σου είναι άδειο, κι ας βλέπεις τα σημάδια της κατάληψης που έχει κάνει σε κάθε σημείο του κορμιού σου.

  Η κατάθλιψη σου λέει πως είσαι κακός άνθρωπος, άνθρωπος εγωιστής και μνησίκακος. Και κάθε φορά που ακούς το αντίθετο από έναν άνθρωπο που σε αγαπά, η κατάθλιψη σου λέει πως όλα είναι ψέματα, και πως είσαι ένας υποκριτής που κοροϊδεύει τους ανθρώπους.

  Η κατάθλιψη δεν σου λέει πως όλα αυτά είναι ψέματα.

 Πως αν, για ένα λεπτό, κλείσεις τα αυτιά σου και στρέψεις την προσοχή σου αλλού, χάνει όλη την δύναμή της. Πως είναι κομμάτι σου, και τα κομμάτια σου τα ορίζεις και τα ελέγχεις μόνο εσύ. Η κατάθλιψη δεν σου λέει πως δεν είναι ντροπή να ζητάς βοήθεια, πως η βοήθεια μπορεί να είναι ακόμα κι ένα χαμόγελο, αν ξέρεις να το εκτιμάς όπως του αξίζει. 

  Η κατάθλιψη δεν ξέρει τίποτα για εσένα.

Θοδωρής Διάκος
via




  Πεταμένες κάλτσες στο πάτωμα, ρούχα απλωμένα στην καρέκλα και δεκάδες μπιχλιμπίδια που δεν ξέρετε πια πού να τα βάλετε. Η ακαταστασία είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο, το οποίο απασχολεί μια τεράστια μερίδα πληθυσμού.




Βάζοντας το σπίτι σας σε τάξη θα βάλετε και τη ζωή σας.



 Τι είναι η μέθοδος KonMari;


  Αυτό υποστηρίζει η μέθοδος KonMari που έχει διαδοθεί πλέον σε όλον τον κόσμο και δεν είναι μερικά ακόμα tips τακτοποίησης, αλλά μια φιλοσοφία ζωής. Εμπνεύστρια αυτής της πολύ επιτυχημένης μεθόδου είναι η Mari Kondo, μια Γιαπωνέζα επαγγελματίας στην οργάνωση χώρων και σύμβουλος. Η Mari Kondo έχει γράψει τέσσερα βιβλία γύρω από το θέμα της οργάνωσης χώρων, με πιο γνωστό το:

 «Σπίτι σε τάξη, Ζωή σε τάξη: Η μαγεία του να τακτοποιείς»,

 ενώ έχει κατακτήσει μια θέση στη λίστα με τους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως, του περιοδικού Time.




Η μέθοδος KonMari βασίζεται στην εξής φιλοσοφία: Εάν ένα αντικείμενο έχει κάνει τον κύκλο του και πλέον δεν σε γεμίζει με θετικά συναισθήματα, πέτα το. Ακολουθώντας αυτήν την τακτική και μερικά ακόμα βήματα, θα μπορέσετε να απαλλαχθείτε από τα περιττά πράγματα, τα οποία γεμίζουν τα δωμάτια, τα ντουλάπια, τα συρτάρια, τις βιβλιοθήκες και τη ζωή σας, να απελευθερωθείτε και να γεμίσετε με θετικά συναισθήματα.

Σύμφωνα με την Mari Kondo, η ακαταστασία εντείνει το στρες και αυξάνει τα επίπεδα κορτιζόλης. Συνεπώς, ζώντας σε έναν χώρο όπου επικρατεί ακαταστασία η προσοχή αποσπάται, το άγχος και το στρες εντείνονται και νιώθουμε συνεχώς μια πίεση που δεν ξέρουμε πού οφείλεται.

Αντίθετα, όταν έχουμε τακτοποιήσει τον χώρο μας νιώθουμε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε κάθε πρόκληση, γιατί μπορούμε να επικεντρωθούμε στους στόχους μας.

Τα 7 βήματα που θα σας βοηθήσουν να βάλετε το σπίτι και τη ζωή σας σε τάξη


1. Τακτοποιήστε όλο το σπίτι σας μια κι έξω.

 Μόνο έτσι θα καταπολεμήσετε την ακαταστασία.


2. Βάλτε στόχους για το πώς θέλετε να ζείτε.

 Για παράδειγμα, «θέλω να ζω σε ένα τακτοποιημένο σπίτι για να μπορώ να κοιμάμαι καλύτερα».


3. Προσδιορίστε γιατί θέλετε αυτόν τον τρόπο ζωής.

 Για παράδειγμα, σε τι θα σας βοηθήσει το να κοιμάστε καλύτερα το βράδυ;


4. Κρατήστε κάθε αντικείμενο στα χέρια σας και αναρωτηθείτε εάν αυτό το αντικείμενο σας δίνει χαρά.

 Αν η απάντηση είναι θετική το κρατάτε, εάν είναι αρνητική το πετάτε ή το χαρίζετε σε κάποιον που πιστεύετε ότι θα του δώσει χαρά.


5. Τακτοποιήστε και ξεκαθαρίστε τα αντικείμενα που έχετε στο σπίτι σας ανά κατηγορία και όχι ανά τοποθεσία.

 Δηλαδή, όταν ξεκαθαρίσετε τα ρούχα σας θα πρέπει να βγάλετε όλα τα ρούχα που έχετε, όχι μόνο στην ντουλάπα, αλλά και στο πατάρι, στην αποθήκη, κάτω από το κρεβάτι, κρεμασμένα στην καρέκλα στο άλλο δωμάτιο κλπ.


6. Ακολουθήστε τη σωστή σειρά.

 Σύμφωνα με την Mari Konto η σειρά είναι η εξής: ρούχα, βιβλία, χαρτιά και υπόλοιπα είδη. Εάν ξεκινήσετε από τα είδη που έχουν μεγαλύτερη συναισθηματική αξία τότε δεν θα καταφέρετε να ολοκληρώσετε τη διαδικασία.



7. Κάντε ξεκαθάρισμα, πετάξτε ό,τι δεν θέλετε και έπειτα τακτοποιήστε.

 Έτσι, θα έχετε αίσθηση των πραγμάτων που πρέπει να αποθηκεύσετε και να τοποθετήσετε στον χώρο.



  Όπως φαίνεται, η τρομερή επιτυχία δεν οφείλεται μόνο σε μερικά tips και συμβουλές νοικοκυροσύνης, αλλά σε μια φιλοσοφία ζωής, στην οποία σε καλεί να μυηθείς μέσω της μεθόδου KonMari.


  Η μέθοδος, που έχει γίνει πια και ρήμα, Kondo-ing, σε ενθαρρύνει να ανιχνεύσεις ποια αντικείμενα σου φέρνουν χαρά.

 Σε συμβουλεύει να αγγίξεις το κάθε αντικείμενο και να δεις τι συναίσθημα σου προκαλεί, με βάση το οποίο θ’ αποφασίσεις αν θα το κρατήσεις ή όχι. 

Δεν υπάρχουν μισά μέτρα, σου λέει στο βιβλίο.

 Να είστε αδίστακτοι με την πλαδαρή πλευρά σας, πετάξτε ό,τι δεν σας φέρνει θετικό συναίσθημα.

 Υπερβολή;

 Για κάποιους ίσως, όχι όμως για την Κόντο και τους εκατομμύρια fans της μεθόδου της, τους Konverts όπως ονομάζονται, οι οποίοι πιστεύουν ότι χάρη σε αυτή καλυτέρευσαν τη ζωή τους. 

 Μπαίνοντας στο προσωπικό της site (εδώ) καταλαβαίνεις αμέσως το μέγεθος της επιτυχίας και της επιρροής.

 Η μέθοδός της έχει γίνει και app, κι έχει αποκτήσει και τη δική της μιντιακή πλατφόρμα (KonMari Media), αποστολή της οποίας είναι να οργανώσει τον κόσμο.

 Και βέβαια, η ίδια διοργανώνει σεμινάρια, που αν παρακολουθήσεις μπορείς να γίνεις πιστοποιημένος σύμβουλος της μεθόδου KonMari.

 Μα, είναι δυνατόν;

 Τόση μανία για ένα οργανωμένο σπίτι;

 Η αλήθεια είναι ότι η Κόντο επένδυσε στο σωστό πράγμα, τη σωστή στιγμή.

 Σε μια εποχή όπου ο μινιμαλισμός είναι μόδα, εκείνη πούλησε μια μέθοδο που στηρίζεται σε αυτόν, αλλά τον πάει κι ένα βήμα παραπέρα.

 Δεν σου λέει απλώς να είσαι μινιμαλιστής, να ζεις με λίγα υπάρχοντα σε σχεδόν άδεια και απρόσωπα σπίτια, όπως κάνουν οι μινιμαλιστές, σε καλεί να είσαι προσεκτικός με το τι κατέχεις και να κρατάς μόνο ό, τι αγαπάς.

 Όσο να πεις, η δική της προσέγγιση, είναι βαθύτερη και πιο ουσιαστική.

   ΥΓ.  Ένα είναι σίγουρο: τη Μαρί Κόντο θα τη θαύμαζε η ελληνίδα μάνα.

 Και μάλλον, θα την ήθελε για νύφη της.

 Εδώ, παρουσιάζει τη δική της μέθοδο διπλώματος ρούχων που έχει γίνει viral






  Η μοναξιά δεν είναι μια κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος δεν έχει άλλους γύρω του.

Είναι μια εσωτερική αποσύνδεση από τον εαυτό του που τον οδηγεί στην αποσύνδεση από τους άλλους. Μπορούμε να νιώθουμε μόνοι είτε όταν υπάρχουν είτε όταν δεν υπάρχουν άνθρωποι κοντά μας.


Οι συμπεριφορές δέσμευσης έχουν μελετηθεί από ψυχολόγους και επιστήμονες του εγκεφάλου.

Αν και κάθε άτομο και κάθε κατάσταση είναι μοναδικά, υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι: ο ασφαλής, ο αγχώδης και ο αποφευκτικός.





Συχνά θα έχετε αναρωτηθεί: Γιατί διαφορετικοί άνθρωποι φτιάχνουν διαφορετικές σχέσεις; Γιατί κάποιοι συνδέονται και κάποιοι όχι; Γιατί κάποιοι παντρεύονται νέοι και άλλοι μένουν για πάντα ανύπαντροι; Γιατί κάποιοι τα πάνε τόσο καλά με τους άλλους, ενώ κάποιοι αποξενώνονται μονίμως;

Μέσα στον καθένα μας δουλεύουν διάφορες δυνάμεις που καθορίζουν τη σύνδεσή μας με τους άλλους και με την κοινωνία. Βασιζόμενοι σε επιρροές από τις σχέσεις που βιώσαμε στην παιδική και εφηβική μας ηλικία και στην πρώιμη ωριμότητά μας, σχηματοποιούμε απόψεις για το πως σχετιζόμαστε με τους άλλους, για το αν και πώς τους προσεγγίζουμε, αν αποφεύγουμε τη δέσμευση ή αν παραλύουμε. Εξελίσσουμε ο καθένας μας διαφορετικά είδη σχέσεων λόγω γονιδίων, ρυθμίσεων και εμπειριών.

Οι συμπεριφορές μας βασίζονται σε κρυμμένα μονοπάτια που στην πλειονότητά τους παγιώνονται από πολύ νωρίς στο μυαλά και στην ψυχή μας.

Όμως, πριν προχωρήσουμε στις διαφορετικές συμπεριφορές, ας δούμε κάθε ένα από τα τρία είδη δέσμευσης πιο αναλυτικά. Τονίζω ότι σπάνια ένα άτομο εμφανίζει μόνο το ένα είδος. Τυπικά, όλοι μας κατέχουμε και τους τρεις τύπους ως ένα βαθμό και θα τους συζητήσουμε ώστε να καταλάβουμε πώς ο φόβος παρεμβαίνει σε κάθε δέσμευση, πώς ανταποκρίνεται ο εγκέφαλός μας και τι μπορούμε να κάνουμε.


Η ασφαλής δέσμευση

Η ασφαλής δέσμευση αναφέρεται στην ικανότητά μας, αφενός, να κάνουμε σχέσεις και, αφετέρου, να τις διατηρούμε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παραδόξως, για να δημιουργήσουμε τέτοια δέσμευση πρέπει να αφήσουμε στην άκρη πολλές μαθημένες, συνειδητές συμπεριφορές ώστε να επιτρέψουμε στη σχέση να αναπτυχθεί απλώς και μόνο επειδή το πιστεύουμε.

Η αυτονομία, η ανεξαρτησία και η αυτοπεποίθηση δημιουργούν μια ασφαλή βάση σ’ αυτές τις σχέσεις, αφού, ακόμα κι αν υπάρχουν φόβοι, δεν κυριαρχούν: τους ελέγχουμε. Έτσι, ακόμα κι ένας σοβαρός καβγάς δεν καταλήγει σε εβδομάδες απομάκρυνσης και σε φόβο χωρισμού, ούτε οι σύντροφοι ταράζονται επειδή ο ένας από τους δύο πάει διακοπές με φίλους.


Στην ασφαλή δέσμευση δεν υπάρχει ο διαρκής φόβος της εγκατάλειψης. 

Το άτομο θεωρεί τον εαυτό του «αρκετό» για να κρατήσει το ενδιαφέρον του άλλου.

Κι αυτό δεν είναι μια στιγμιαία σκέψη ή πεποίθηση αλλά ένας βαθιά ριζωμένος τρόπος επαφής με τους άλλους. Εν μέρει πίσω από αυτό κρύβεται η ιδέα ότι η ζωή δεν αλλάζει, ότι το άτομο βρίσκεται στα καλύτερά του.

Έτσι, ο εγκέφαλος σταματά να σχηματίζει νέες συνάψεις (οι συνάψεις είναι δομές μέσω των οποίων ένα χημικό ή ηλεκτρικό σήμα περνά από τον ένα νευρώνα του εγκεφάλου στον άλλο)και η προσωπική μας ανάπτυξη σταματά.

Στην πραγματικότητα βέβαια αυτό δεν συμβαίνει ποτέ, άρα γιατί το νομίζουμε;

Αν δεχτούμε το ρητό ότι φερόμαστε στους άλλους όπως θέλουμε να φέρονται εκείνοι σ’ εμάς, το επόμενο λογικό συμπέρασμα είναι πως, αν εμείς αλλάξουμε, φοβόμαστε ότι θα αλλάξουν και οι άλλοι. 

Η απλή αλήθεια κάθε σχέσης είναι ότι μερικές φορές μπορούμε να βασιστούμε στους άλλους και μερικές φορές δεν μπορούμε. Ακόμα και οι αγαπημένοι μας μπορεί να μας απογοητεύσουν.

Για τα παιδιά ασφαλής σχέση σημαίνει ότι η εμπειρία της σύνδεσης με τον άλλον εσωτερικεύεται και το παιδί μπορεί ν’ ανοίξει τα φτερά του χωρίς να νιώθει ότι απειλείται από μιαν αίσθηση απώλειας.


Η ασφαλής δέσμευση παρέχει επίσης τη δυνατότητα να ζήσουμε αυτό που όλοι ποθούμε: μια ζωή ξεκλείδωτη.

Προσοχή όμως: δεν πρέπει να τη μπερδέψουμε με τους κραυγαλέους τύπους σχέσης όπου ο ένας κολλάει πάνω στον άλλον και όπου και οι δύο παίρνουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, απόφαση να μην είναι ελεύθεροι και παρέχουν παρηγοριά στον σύντροφό τους λόγω φόβου.

Αυτή η συμπεριφορά εμφανίζεται συχνά στην αρχή μιας σχέσης, όμως σπανιότατα αποτελεί εχέγγυο για διάρκεια. Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε ασφαλή δέσμευση, όχι μόνο είναι απλούστερη η σχέση αλλά και η απώλειά της – σε αντίθεση με την αγχώδη που, όταν διαλύεται, προξενεί συνήθως μακροχρόνιο θρήνο.

Η ασφαλής δέσμευση εμπεριέχει την επίγνωση ότι θα έρθουν διάφορες συγκρούσεις και ότι χρειάζεται αποφασιστικότητα και αφοσίωση για να διατηρηθεί ένας δεσμός επί χρόνια. Συνήθως αυτός ο τύπος δέσμευσης χαρακτηρίζεται από την ικανότητα των συντρόφων να βάζουν τα αρνητικά στην άκρη, εστιάζοντας στα θετικά.

Επίσης, σ’ αυτή τη σχέση το άτομο δεν τρομάζει από το θυμό του άλλου («Κι εσύ φοβάσαι όπως κι εγώ») και εξερευνά την οικειότητα και τα συναισθηματικά βάθη της σχέσης χωρίς προκαταλήψεις και κριτικό μάτι. Γνωρίζει εκ των προτέρων ότι οι μακροπρόθεσμες σχέσεις δεν είναι πάντα ονειρικές.


Η ασφαλής δέσμευση έρχεται όταν την περιμένουμε. 

Αν και οι δύο σύντροφοι το γνωρίζουν αυτό, μαθαίνουν συνεχώς κάτι καινούργιο, και σκέψεις όπως:

«Ο θυμός του δε σημαίνει ότι με παρατάει», ή «Αυτή τη στιγμή δεν την αντέχω, αλλά θα περάσει το κακό, υπομονή», δε βαραίνουν ιδιαίτερα.


Αγχώδης δέσμευση

Στους περισσότερους κάτι θυμίζει αυτός ο τύπος σχέσης. Όταν δημιουργούμε αγχώδη δέσμευση, μας κυνηγά ο φόβος της απόρριψης και της εγκατάλειψης.

Κάθε σχέση, κάθε απόπειρα για σχέση, συνοδεύεται από τον εσώτερο φόβο ότι θα μας απορρίψουν ή θα μας εγκαταλείψουν. Ακόμα κι αν υπάρχει ένα επίπεδο θετικής σκέψης και καμία συνειδητή αντίληψη αυτών των προβλέψεων, οι παρελθούσες εμπειρίες έχουν σχηματίσει μονοπάτια στον εγκέφαλο που ξυπνούν σε κάθε νέα απόπειρα και ενεργοποιούν παλιούς φόβους. Τα μονοπάτια αυτά είναι βαθιά και ασυνείδητα, σε άμεση επαφή με τα κυκλώματα φόβου στον εγκέφαλο.

Συχνά οι καβγάδες προέρχονται από την αγχώδη δέσμευση του ζευγαριού.

Έχετε προσέξει ότι ξεκινάτε καβγά επειδή ο αγαπημένος σας φεύγει ταξίδι, ή όταν είναι απασχολημένος με τη δουλειά του και δεν σας δείχνει ενδιαφέρον;

Έχετε προσέξει ότι τα ζευγάρια μαλώνουν περισσότερο όταν γερνούν;

Σε κάθε μια από αυτές τις περιστάσεις, υπάρχει φόβος ή άγχος ότι ο άλλος μάς εγκαταλείπει, οπότε το αγχώδες άτομο απορυθμίζεται και απορυθμίζει τον σύντροφό του με το διανοητικό καθρέφτισμα. Μοιάζει με την αντίδραση μπροστά στο θάνατο: όποτε ο αγαπημένος φεύγει, ζούμε έναν μικρό θάνατο.

Αν δεν έχουμε σταθερές βάσεις μέσα μας, η αναχώρηση του άλλου προξενεί κατάρρευση και πανικό. Ο φόβος αποσυντονίζει την ικανότητά μας για σταθερή και ουσιαστική σχέση, εν μέρει επειδή μπερδεύει και την εικόνα που έχουμε για εμάς.

Η αγχώδης δέσμευση εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους: καβγαδίζουμε επειδή το αγαπημένο πρόσωπο πάει ταξίδι, ή επειδή η γραμματέας του συντρόφου μας είναι όμορφη, ή όταν επανεμφανίζεται ένας πρώην εραστής.

Σε κάθε περίσταση απειλείται η ασφάλειά μας και γεμίζουμε άγχος. Το πιο μεγάλο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι σπανίως γνωρίζουμε ότι δημιουργούμε αγχώδεις σχέσεις. Έχω ακούσει τις πιο απίθανες δικαιολογίες χωρισμού εξαιτίας του άγχους.

Όταν είναι συνειδητό, τα άτομα βρίσκονται συνεχώς στην «τσίτα», περιμένοντας την προβλεπόμενη απώλεια.

Και πάλι, ακριβώς αυτό που φοβάται κανείς γίνεται πραγματικότητα επειδή καταλαμβάνει το επίκεντρο της σχέσης. «Δε θέλω να χωρίσω όπως οι γονείς μου», λέει κάποιος και φυσικά χωρίζει επειδή ακριβώς το άγχος τού απαγορεύει τη φύση της σχέσης του.

Μια άλλη κατάσταση που έχω συναντήσει συχνά στη δουλειά μου είναι παντρεμένοι με εξωσυζυγικές σχέσεις. Το κάνουν επειδή φοβούνται ότι θα χάσουν τον έλεγχο αν αφοσιωθούν ολοκληρωτικά στο γάμο τους;

Αγχώνονται ότι ο σύζυγος θα τους εγκαταλείψει κι έτσι εγκαταλείπουν πρώτοι; Πώς διαχέεται το άγχος στην υπόλοιπη ζωή τους; Μπορούν αν αφοσιωθούν στη δουλειά τους ή μήπως βυθίζονται απόλυτα, πάλι από το φόβο ότι θα χάσουν τον έλεγχο;

Ωστόσο, μη βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα πριν καταλάβουμε τις αιτίες αυτών των συμπεριφορών. Οι απόψεις μας περί σωστού και λάθους βασίζονται κυρίως σε όσα νομίζουμε ότι θα μας πληγώσουν. Αν φοβόμαστε ότι θα χάσουμε κάποιον, είναι λογικό να θέλουμε να διώξουμε αυτό το άγχος.

Για κάποιους λόγους η λύση είναι να παρατήσουν τον άνθρωπο που φοβούνται ότι θα τους εγκαταλείψει. Για άλλους η λύση είναι να καταλάβουν πώς μπορεί οι ίδιοι να προξενούν την απώλεια και να δράσουν πριν συμβεί, ή να κατανοήσουν πως οι φοβίες τους θα συνεχίσουν να δημιουργούν παρεμφερείς σχέσεις και στο μέλλον, εκτός κι αν τολμήσουν να τις δουν κατάματα.

Οι αγχώδεις σχέσεις είναι εξαιρετικά ασταθείς. Συνήθως ο ένας σύντροφος κάνει υπερβολές επίτηδες για να τσεκάρει τον άλλον. Πάντως οι αγχώδεις δεσμεύσεις μπορούν να μετατραπούν σε ασφαλείς, αν αποδεχτούμε ότι θα ζούμε με κάποιο βαθμό ανασφάλειας που συχνά ωφελεί καθώς κρύβει και την περιέργεια για το καινούργιο. Εξάλλου, ζει πραγματικά μόνο όποιος πιστεύει ότι μπορεί να εξελίσσεται, όποιος νιώθει βαθιά μέσα του τη γοητεία της εξερεύνησης.

Το άγχος εμφανίζεται συνήθως όταν ο ένας αισθάνεται ότι απομακρύνεται από τον σύντροφό του γιατί είναι αφηρημένος, ή εάν αρχίζει αν κερδίζει περισσότερα χρήματα, ή όταν υιοθετεί ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, ή εάν αποκτά νέους φίλους.

Παρόμοιες αλλαγές μπορεί να εξελιχθούν σε πολύ ανησυχητικές ακόμα κι όταν μοιάζουν ανόητες, επειδή όλοι ξέρουμε πόσο μεταβατικές είναι οι σχέσεις. Οι περισσότεροι έχουμε νιώσει ότι δε θα χάσουμε ποτέ τον σύντροφό μας και ξάφνου μας τραβάει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια και καταρρακωνόμαστε.

Αυτή η εμπειρία αρκεί για να φοβόμαστε ότι το ίδιο θα συμβεί και στην επόμενη σχέση, οπότε νιώθουμε διαρκές άγχος. Αυτού του είδους η ένταση μπορεί να αποβεί καταστροφική, εκτός κι αν είναι και οι δύο σύντροφοι ανασφαλείς και δέχονται τον έλεγχο – όμως παράλληλα δημιουργείται μια αίσθηση «φυλάκισης» σε φαύλους κύκλους που όλο και αυξάνεται, άρα πάλι διαλύεται η σχέση.

Είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί η αγχώδης δέσμευση όταν γίνεται συνειδητή και διανοητικά προσβάσιμη με την ψυχοθεραπεία. Όταν όμως το άτομο εξωτερικά δείχνει ήρεμο ενώ εσωτερικά βράζει, παίρνοντας λανθασμένες αποφάσεις, χρειάζεται πολύς καιρός ώστε να διαχειριστεί το άγχος που έκρυβε τόσα χρόνια.


Αποφευκτική δέσμευση

Σ’ αυτή την περίπτωση αποφεύγουμε εντελώς τις δεσμεύσεις επειδή νιώθουμε να απειλούμαστε υπερβολικά από το άγχος. Αντί να αποφεύγουμε μόνο το άγχος, αρνούμαστε κάθε σχέση.

Οι αποφευκτικοί γενικά φοβούνται τις δεσμεύσεις περισσότερο από την αποστασιοποίηση μέσα στη σχέση γιατί αυτή είναι η άμυνά τους, ενώ η αποστασιοποίηση μπορεί μερικές φορές να είναι και παράγωγο μιας ασφαλούς σχέσης.

Όσοι έχουν αυτό το πρόβλημα κρατούν αποστάσεις από τους άλλους και ισχυρίζονται ότι θέλουν την ανεξαρτησία τους.

Φοβούνται πως αν δεθούν θα αποκαλυφθεί η ανάγκη τους για συναισθηματική δέσμευση. Στην εποχή μας αυτή η κατάσταση είναι συνηθισμένη: «Κάνε τον άνετο, μη δείξεις ενδιαφέρον και σε πάρει για απελπισμένο». Τέτοιες φράσεις ακούγονται καθημερινά.

Όμως αυτό είναι μόνο η αρχή. Όταν κάποιος μαζέψει αρκετές απορρίψεις βιώνει τις σχέσεις του με άγχος, σταδιακά θα φτάσει να αντιμετωπίζει προκαταβολικά κάθε σχέση σαν δυσάρεστη και τελικά θα τις αποφεύγει εντελώς. Είναι όπως όταν διαπιστώνουμε ότι κάποια τροφή μας πειράζει – δεν πρόκειται να την ξαναφάμε ποτέ. Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις: όποιος αποφεύγει τη δέσμευση, στην ουσία αποφεύγει τα δυσάρεστα συναισθήματα και το άγχος.

Ως αποτέλεσμα, συχνά εμφανίζονται άλλες μορφές άγχους και φοβίες, όπως ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος του μοναχικού θανάτου και ο φόβος της ανούσιας ζωής. Η αποφευκτική τάση εμφανίζεται σε ανθρώπους που βίωσαν ένα βαρύ σοκ, όπως ο θάνατος ενός εραστή ή ενός φίλου.

Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί το άτομο να ζήσει σε ηθελημένη απομόνωση ή να έχει μόνο «παρέα» σαν υποκατάστατο της πραγματικής δέσμευσης. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι στην παρέα οι άνθρωποι βρίσκονται μεν, αλλά κρατώντας αποστάσεις. Η σχέση στην παρέα κατατρύχεται από το φόβο της μοναξιάς, δεν αναλαμβάνουμε την ευθύνη και το ρίσκο να προχωρήσουμε σε δεσμό.

Κατά βάθος, η αποφευκτική δέσμευση είναι ένας τρόπος να αποφύγει κανείς την απώλεια.

Καθώς ο θάνατος είναι η μοίρα όλων μας, η αποφευκτική δέσμευση εμπεριέχει αυτό το γεγονός. Δηλαδή ο άνθρωπος σκέφτεται: «Αφού έτσι κι αλλιώς θα χάσουμε ο ένας τον άλλον, γιατί να δεσμευτώ;»

Επιπλέον, η μοναχική ζωή είναι μια μέθοδος για μάξιμουμ έλεγχο, αφού έτσι συγκεντρωνόμαστε στον εαυτό μας.

Καθώς η κοινωνία επικεντρώνεται όλο και περισσότερο στη δουλειά, όλοι και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν την αποφευκτική σχέση ή την απόλυτη μοναξιά και ακριβώς γι’ αυτό φτάσαμε να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Η εκλογίκευση της αποχής από τη σχέση προέρχεται ακριβώς από την πίστη στην αποφυγή.

Όμως πάντα υπάρχει δυσφορία στη μοναξιά, και η ανάγκη να κατανοήσουμε τι συμβαίνει. Έχω δει πολλές φορές στη δουλειά μου ανθρώπους που βιώνουν συστηματικά απογοήτευση από τις σχέσεις τους. Συχνά επιλέγουν να περάσουν ένα μεγάλο διάστημα ολομόναχοι επειδή έχουν ηττηθεί από τις εμπειρίες τους.

Τους αρέσει ίσως το κυνήγι, ακόμα και το ζευγάρωμα, όμως νιώθουν παγιδευμένοι στην ιδέα της πραγματικής δέσμευσης. Παρόμοια συμπεριφορά εμφανίζουν και οι διαζευγμένοι. Είναι ικανοί να κάνουν τα πάντα για ν’ αποφύγουν έναν δεύτερο γάμο επειδή θέλουν να αποφύγουν τα αρνητικά συναισθήματα που συσχέτισαν με την έννοια «γάμος».


Η αποφευκτική δέσμευση, όπως και η αγχώδης, είναι πηγή και αποτέλεσμα βαθύτατης μοναξιάς.

 Και οι δύο αποτελούν ανασφαλείς τύπους σχέσης που έχουν σοβαρές σωματικές και ψυχολογικές παρενέργειες. Όμως πώς σχετίζεται ο φόβος με τις ανασφαλείς δεσμεύσεις και ποιες είναι οι συνέπειές του;


Ωκυτοκίνη: Σύνδεση φόβου και εμπιστοσύνης

Οι φόβοι της εγκατάλειψης και της απόρριψης κρύβουν την ουσιαστική ανικανότητα να πιστέψουμε ότι όλα θα πάνε καλά. Ο φόβος και η εμπιστοσύνη έχουν άμεση σχέση, και πρόσφατες έρευνες της βιολογίας του εγκεφάλου έριξαν περισσότερο φως στο ζήτημα. Το κλειδί είναι ότι για να δεσμευτούμε με ασφάλεια χρειαζόμαστε λίγο φόβο και για να φοβόμαστε λιγότερο πρέπει να εμπιστευόμαστε περισσότερο. Πρόκειται άραγε για μια ανόητη ιδέα; Ή μήπως βασίζεται στη βιολογία;


Για μερικούς η εμπιστοσύνη είναι δύσκολη υπόθεση, ειδικά αν μας έχουν προδώσει επανειλημμένα.

Όμως τι συμβαίνει; Φταίνε οι πληγές της προδοσίας για το γεγονός ότι δεν εμπιστευόμαστε ή μήπως η έλλειψη εμπιστοσύνης φέρνει την προδοσία; Φαύλος κύκλος; Και πως μπορούμε να τον σπάσουμε;

Η έρευνα έδειξε πως, όταν κάποιος έχει μια αυτοματοποιημένη αρνητική αντίδραση, η παροχή ωκυτοκίνης μπορεί να την αντιστρέψει μειώνοντας παράλληλα την ενεργοποίηση της αμυγδαλής. Οπότε, η ωκυτοκίνη μπορεί να σταματήσει τη ρύθμιση του φόβου.

Πώς όμως αυξάνουμε το επίπεδό της για να σταματήσουμε τη ρύθμιση; Με το να βρισκόμαστε με ανθρώπους που εμπιστευόμαστε και μας εμπιστεύονται, καθώς έτσι αυξάνουμε τη δική μας ωκυτοκίνη και μειώνουμε την ενέργεια στα κυκλώματα του φόβου.



Srinivasan S. Pillay, “Life Unlocked” 
(2012) «Νικήστε τους φοβους σας», εκδόσεις Ψυχογιός 

Ο Srinivasan S. Pillay (Σρινιβασάν Πιλέι) είναι ουμανιστής συγγραφέας και πρωτοπόρος επιστήμονας στον τομέα της νευρολογίας του πόνου. Αποφοίτησε με άριστα από την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και συνέχισε με μεταπτυχιακά στο Τμήμα Κλινικής Ψυχολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο, όπου πήρε το διδακτορικό του. Έκανε την πρακτική του στο ΜακΛίν, το κορυφαίο ψυχιατρικό νοσοκομείο της Αμερικής αυτή τη στιγμή. Σύντομα έγινε διευθυντής στο Τμήμα Δυσλειτουργιών Άγχους στο ίδιο νοσοκομείο, ενώ τα τελευταία δέκα χρόνια ασκεί ιδιωτικά το επάγγελμα του κλινικού ψυχίατρου-ψυχοθεραπευτή. Έχει πολλά χρόνια πείρας στις νευροεπιστήμες και επιδοτείται συχνά από την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ, τον Κρατικό Οργανισμό Έρευνας της Σχιζοφρένειας και της Κατάθλιψης, το Κρατικό Ινστιτούτο για τις Εθιστικές Ουσίες και τα Ναρκωτικά. Θεωρεί αποστολή του να συνεισφέρει στην ανθρωπότητα μέσα από το γνωστικό του πεδίο και πιστεύει ακράδαντα πως όλοι μας μπορούμε να ζήσουμε μια καλύτερη ζωή. Το "Νικήστε τους φόβους σας" τιμήθηκε με το Books for Better Life Award για το 2010.