Ο Χιζίρης* - Ναζίμ Χικμέτ - Point of view

Breaking

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018

Ο Χιζίρης* - Ναζίμ Χικμέτ





   Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. Μια μέρα λοιπόν βγάζει τελάληδες και λέει στους υπηκόους του: – Όποιος μου βρει και μου φέρει τον Χιζίρη θα του κάνω ό,τι μου ζητήσει. Αν όμως με κοροϊδέψει τον περιμένει βαριά τιμωρία. Ποιος μπορούσε όμως να βρει τον Χιζίρη; Γιατί ο Χιζίρης κατέβαινε στον κόσμο μόνο μια φορά το χρόνο στη γιορτή του Χιντρελέζ** και δε φτάνει μόνο αυτό αλλά παρουσιαζόταν μόνο στους καλόψυχους ανθρώπους. Κι όποιος έβλεπε μπροστά του τον Χιζίρη του ζητούσε ό,τι επιθυμούσε κι αυτός το εκτελούσε αμέσως.
Πώς ήταν τώρα δυνατό να βρούνε τον Χιζίρη μόνο και μόνο επειδή το θέλησε ο βασιλιάς;
Ένας από τους υπηκόους του βασιλιά, με μεγάλη οικογένεια ζούσε πολύ φτωχικά. Μόλις και τα φέρνανε βόλτα. Πολλές βραδιές πέφτανε νηστικοί στο κρεβάτι. Σαν άκουσε την επιθυμία του βασιλιά λέει στη γυναίκα του:
– Έτσι κι αλλιώς όλοι εδώ θα πεθάνουμε της πείνας. Θα πάω στο βασιλιά και θα του πω ότι μπορώ να βρω τον Χιζίρη. Θα του ζητήσω 40 μέρες καιρό και πολλά λεφτά που θα φτάσουν για να ζήσετε καλά για όλη τη ζωή σας. Ύστερα από 40 μέρες και να με κρεμάσει ο βασιλιάς και να με κάψει, το ίδιο μου κάνει. Φτάνει που θα έχεις γλιτώσει εσύ και τα παιδιά από την πείνα.
Η γυναίκα του φτωχού αγρότη που τον αγαπούσε πολύ προσπάθησε να του αλλάξει γνώμη. Του κάκου όμως. Ο άντρας της είχε πάρει την απόφασή του.
Πηγαίνει λοιπόν στο βασιλιά και του λέει:
– Βασιλιά μου εγώ θα σου βρω τον Χιζίρη και θα τον φέρω εδώ μπροστά σου. Αλλά χρειάζομαι γι’ αυτό 40 μέρες και αρκετά λεφτά για την οικογένειά μου.
Ο βασιλιάς έδωσε διαταγές στους ανθρώπους του. Κι ο καλός μας άνθρωπος πήρε την προθεσμία και τα χρήματα και έτρεξε να αγοράσει προμήθειες για 40 μέρες και όλα τα χρειαζούμενα για το σπίτι του.
Στις 40 μέρες πάνω ο βασιλιάς τον φωνάζει στο παλάτι.
– Βρήκες το Χιζίρη; του λέει.
– Όχι, του απαντάει εκείνος. Κι αν θες την αλήθεια δεν προσπάθησα καθόλου. Σου είπα ψέματα αφέντη μου, για να γλιτώσω την οικογένειά μου από την πείνα.
Ο βασιλιάς θύμωσε πολύ και αποφάσισε να τον τιμωρήσει. Αποφάσισε να ρωτήσει τους βεζίρηδές του για το ποια τιμωρία θα του έβαζε.
Ρωτάει λοιπόν τον πρώτο:
– Πώς να τιμωρήσουμε τούτον εδώ που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
– Να τον κόψουμε 40 κομμάτια και και να κρεμάσουμε κάθε κομμάτι από ένα τσιγκέλι του χασάπη, αποκρίθηκε εκείνος.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή βλέπουνε μπροστά τους ένα παιδί που λέει:
– Καθένας με την τέχνη του!
Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τι σημαίνουν τα λόγια του παιδιού και ρωτάει το δεύτερο βεζίρη του:
– Εσύ πώς λες να τον τιμωρήσουμε τούτον εδώ που τόλμησε να ξεγελάσει το βασιλιά;
– Να τον γδάρουμε και να γεμίσουμε το τομάρι του με άχυρο, απάντησε εκείνος.
– Καθένας με την τέχνη του! ξαναλέει το παιδί που στεκόταν πιο πέρα.
Ο βασιλιάς ρωτάει και τον τρίτο βεζίρη του:
– Εσύ τι λες;
– Τι να σου βασιλιά μου; Αυτός ο άνθρωπος είπε ψέματα γιατί πεινούσε αυτός και η οικογένειά του. Σαν έχεις λίγη συμπόνια μπορείς να τον συγχωρήσεις.
Καθένας με την τέχνη του! ξαναλέει το παιδί. Ο βασιλιάς τότε δεν άντεξε και του λέει:
– Ποιος είσαι εσύ και από πού ξεφύτρωσες; Όλο “καθένας με την τέχνη του” μου κοπανάς! Τι θέλεις να πεις;





Τότε το παιδάκι αρχίζει και λέει:
– Θέλω να πω βασιλιά μου, πως ο πρώτος βεζίρης, πριν τον πάρεις στην υπηρεσία σου, ήταν χασάπης. Ζήτησε λοιπόν τιμωρία κατά την τέχνη του.
Κι δεύτερος βεζίρης ήταν παπλωματάς. Κι αυτός ζήτησε τιμωρία κατά την τέχνη του.
Ο τρίτος όμως πριν γίνει βεζίρης ήταν υπηρέτης και ξέρει πολύ καλά τι θα πει φτώχεια και πείνα. Γι’ αυτό και ζήτησε να τον συγχωρέσεις.
Αν θες να μάθεις για μένα είμαι ο Χαζίρης και παρουσιάζομαι μόνο στους καλούς ανθρώπους.
Εδώ βέβαια δεν ήρθα για σένα και τους δύο βεζίρηδές σου αλλά για τον τρίτο βεζίρη σου. Άφησε λοιπόν αυτόν τον φτωχό άνθρωπο ελεύθερο. Όπως σου είχε υποσχεθεί πράγματι με έφερε μπροστά σου.
Και ο Χιζίρης σίγουρος ότι ο βασιλιάς δεν θα πείραζε τον ανθρωπάκο και τον τρίτο βεζίρη, έκανε μεταβολή και ξεμάκρυνε από το παλάτι κουνώντας χαρούμενα τα χέρια του…




*Ο al-Khiḍr  (Hızır) είναι μία από τις πιο αινιγματικές και εκπληκτικές προσωπικότητες του αρχαίου κόσμου.

Αν και μπορούμε να τον συναντήσουμε σε πολλά μέρη του κόσμου σε διαφορετικά χρονικά πλαίσια,
 η πραγματική του προέλευση παραμένει ασαφής.

Το μυστήριο του Hizir

 Ένας από τους πιο αινιγματικούς και έκτακτους αρχαίους ανθρώπους

Ο Πράσινος Άνθρωπος στα Αραβικά έχει συνδεθεί με πρώιμους μέσους ανατολικούς θρύλους της άνοιξης,
την ανανέωση του ζεστού καιρού ανάμεσα στους Μεσοποταμιούς και τους Αιγυπτίους.
Δεν υπάρχει πραγματική εξήγηση ως προς το γιατί ονομάζεται Πράσινος άνθρωπος.

Παρόλο που η ταυτότητα του τόπου στο οποίο κατοικούσε ο Hızır και ο χρόνος που ζούσε δεν είναι βέβαιος,
μια ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση δείχνει ότι ο Hızır ήταν προφήτης ή ιερός άνθρωπος,

αλλά ορισμένες πτυχές της ζωής του είναι κάτι περισσότερο από ασυνήθιστες.

** Χιντρελέζ: Λαϊκή γιορτή του καλοκαιριού για καλή συγκομιδή.
Ναζίμ Χικμέτ : “Ερωτευμένο σύννεφο”





«Δι’ ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον
 ο προ αιώνων Θεός». 


Ένας από τους κυριότερους ύμνους των Χριστουγέννων καταλήγει σ’ αυτά τα λόγια, ταυτίζοντας το Βρέφος που γεννήθηκε στο σπήλαιο της Βηθλεέμ με τον «προ αιώνων Θεό». Ο ύμνος αυτός συνετέθη τον 6ο αιώνα από τον περίφημο Βυζαντινό υμνογράφο Ρωμανό το Μελωδό:

Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει· άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι· μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι· δι’ ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός.
(Κοντάκιον Χριστουγέννων)

Το παιδί ως Θεός, ο Θεός ως παιδί… Γιατί δημιουργείται αυτή η ζωηρή συγκίνηση την περίοδο των Χριστουγέννων όταν οι άνθρωποι, ακόμη και αυτοί με χλιαρή πίστη ή ακόμη και οι άθεοι, παρατηρούν αυτό το μοναδικό, ασύγκριτο θέαμα της νεαρής μητέρας να κρατά το παιδί στην αγκαλιά της, και γύρω τους οι «Μάγοι οι από Ανατολών», οι ποιμένες, δροσεροί από τη νυχτερινή τους σκοπιά στους αγρούς, τα ζώα, ο ανοιχτός ουρανός, ο αστέρας; Γιατί είμαστε τόσο βέβαιοι, αλλά και συνεχώς ανακαλύπτουμε, πως σ’ αυτόν το θλιβερό πλανήτη μας δεν υπάρχει τίποτε ομορφότερο και πιο χαρμόσυνο απ’ αυτό το θέαμα, που το πέρασμα των αιώνων αποδείχτηκε ανίκανο να ξεριζώσει από τη μνήμη μας; Επιστρέφουμε σ’ αυτό το θέαμα οποτεδήποτε δεν έχουμε άλλο καταφύγιο, οποτεδήποτε έχουμε βάσανα στη ζωή, και αναζητούμε αυτό που θα μας ελευθερώσει.


Όμως στην ευαγγελική διήγηση για τη γέννηση του Ιησού Χριστού, η μητέρα και το παιδί δε λένε ούτε μία λέξη, ωσάν οι λέξεις να είναι περιττές, επειδή καμιά λέξη δεν μπορεί να ερμηνεύσει, να ορίσει ή να εκφράσει το νόημα όσων έλαβαν μέρος και εκπληρώθηκαν εκείνη τη νύχτα. Και παρ’ όλα αυτά χρησιμοποιούμε λέξεις εδώ, όχι για να εξηγήσουμε ή να ερμηνεύσουμε, αλλά επειδή, όπως η Γραφή λέει, «εκ γάρ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί» (Ματθ. 12, 34). Είναι αδύνατο κάποιος, που ξεχειλίζει η καρδιά του, να μη μοιραστεί με άλλους τα βιώματά του.


Οι λέξεις «παιδίον» και «Θεός» είναι οι πλέον αποκαλυπτικές για το μυστήριο των Χριστουγέννων. Κατά κάποιο τρόπο, είναι ένα μυστήριο που απευθύνεται στο παιδί που συνεχίζει να ζει μυστικά μέσα σε κάθε ενήλικα, στο παιδί που συνεχίζει να ακούει ό,τι ο ενήλικας έχει πάψει να ακούει, και που ανταποκρίνεται με μια χαρά, που ο ενήλικας, μέσα στον γήινο, υπερώριμο, κουρασμένο και κυνικό κόσμο που ζει, αδυνατεί να νιώσει. Μάλιστα, τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή για τα παιδιά, όχι μόνο εξαιτίας του χριστουγεννιάτικου δένδρου που διακοσμούμε και φωτίζουμε, αλλά μ’ έναν πολύ βαθύτερο τρόπο, και μόνο τα παιδιά δεν ξαφνιάζονται για το ότι, όταν ο Θεός κατέρχεται στη γη, έρχεται ως παιδί.


Αυτή η εικόνα του Θεού ως παιδιού συνεχίζει να λάμπει μέσα από τις εικόνες και τα αναρίθμητα έργα τέχνης, φανερώνοντας πως ό,τι είναι ουσιαστικότερο και πλέον χαρμόσυνο στο Χριστιανισμό βρίσκεται ακριβώς εδώ, σ’ αυτήν την αιώνια παιδικότητα του Θεού. Οι ενήλικες, ακόμη και αυτοί που «συμπαθούν περισσότερο τα θρησκευτικά θέματα», περιμένουν και προσδοκούν από τη θρησκεία να δώσει εξηγήσεις και αναλύσεις· τη θέλουν έξυπνη και σοβαρή. Οι αντίπαλοί της είναι εξίσου σοβαροί, και, τελικά, τόσο βαρετοί, καθώς αντιμετωπίζουν τη θρησκεία μ’ ένα χαλάζι από «ορθολογικές» σφαίρες. Στην κοινωνία μας δεν υπάρχει καμιά φράση που να μεταφέρει καλύτερα την περιφρόνησή μας από το να χαρακτηρίσουμε κάτι λέγοντας πως «είναι παιδιάστικο». Μ’ άλλα λόγια, δεν είναι για τους ενήλικες, τους έξυπνους και σοβαρούς. Έτσι τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται εξίσου σοβαρά και βαρετά.


 Ο Χριστός όμως είπε, «γένησθε ως τα παιδία» (Ματθ. 18,3). Τι σημαίνει αυτό; Τι λείπει από τους ενήλικες, ή καλύτερα, τι έχει στραγγαλισθεί, καταπνιγεί, εκμηδενισθεί από ένα παχύ στρώμα ενηλικιότητας; Δεν είναι πάνω απ’ όλα αυτή η ικανότητα, η τόσο χαρακτηριστική των παιδιών, να θαυμάζουν, να αγαλλιούν και το πιο σπουδαίο να είναι γνήσια στη χαρά και στη λύπη;


 Η ενηλικίωση στραγγαλίζει επίσης την ικανότητα να εμπιστεύεσαι, να αυτοεγκαταλείπεσαι, να αφήνεσαι τελείως στην αγάπη και να πιστεύεις με όλη σου την ύπαρξη. Τελικά τα παιδιά παίρνουν στα σοβαρά ό,τι οι ενήλικες δεν μπορούν πλέον να αποδεχθούν: τα όνειρα, αυτά που διασπούν την καθημερινή μας εμπειρία και την κυνική μας καχυποψία, αυτό το βαθύ μυστήριο του κόσμου και κάθετι που αποκαλύπτεται στους αγίους, στα παιδιά και στους ποιητές.


Έτσι μόνο όταν εισχωρήσουμε στο παιδί που ζει κρυμμένο μέσα μας, μπορούμε να κάνουμε δικό μας το χαρμόσυνο μυστήριο του Θεού που έρχεται προς εμάς «ως παιδίον». Το παιδί δε διαθέτει ούτε κύρος ούτε εξουσία· όμως η απουσία ακριβώς κύρους το αναδεικνύει σε βασιλιά· πηγή της βαθιάς του δύναμης είναι η ανικανότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και η τρωτότητά του. Το παιδί σ’ αυτή τη μακρινή σπηλιά της Βηθλεέμ δεν έχει επιθυμία ώστε να το φοβόμαστε· εισέρχεται στις καρδιές μας χωρίς να μας εκφοβίζει, χωρίς να επιδεικνύει το κύρος και τη δύναμή του, αλλά μόνο με την αγάπη. Μας δίνεται ως παιδί, και μόνο ως παιδιά μπορούμε με τη σειρά μας να το αγαπήσουμε και να δοθούμε σ’ αυτό.


 Ο κόσμος κυβερνάται από τη δύναμη και την εξουσία, από το φόβο και την κυριαρχία. Το «παιδίον Θεός» μάς απελευθερώνει απ’ όλα αυτά. Το μόνο που επιθυμεί από μας είναι η αγάπη μας, που προσφέρεται με ελευθερία και χαρά· το μόνο που επιθυμεί από μας είναι να του δώσουμε την καρδιά μας. Και τη δίνουμε σ’ ένα ανυπεράσπιστο παιδί, που εμπνέει όμως τεράστια εμπιστοσύνη.


Με τη γιορτή των Χριστουγέννων η Εκκλησία μάς αποκαλύπτει ένα μυστήριο χαράς: το μυστήριο μιας ελεύθερα προσφερόμενης αγάπης που δεν επιβάλλεται σε κανέναν. Μιας αγάπης ικανής να δει, να αναγνωρίσει και να αγαπήσει το Θεό στο πρόσωπο του θείου Παιδιού, και να γίνει έτσι δώρο μιας νέας ζωής.




Από το: Εορτολόγιο. 

Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος, 
τόμ. Β΄, εκδόσεις Ακρίτας, 
Αθήνα 1997, σ. 61-64.


via

Σελίδες