Πρώην ιερείς εξηγούν πώς σταμάτησαν να πιστεύουν - Point of view

Εν τάχει

Πρώην ιερείς εξηγούν πώς σταμάτησαν να πιστεύουν





   Οι άνθρωποι χάνουν την πίστη τους. Σύμφωνα με έρευνα του 2015, την οποία διεξήγαγε το Ερευνητικό Κέντρο Pew, το ποσοστό των Αμερικανών που δηλώνουν χριστιανοί έπεσε κατά 7,8% μεταξύ 2007 και 2014. Και παρ' όλο που την ίδια περίοδο υπήρξε αύξηση κατά 1,2% στον αριθμό των ανθρώπων που υποστηρίζουν μη χριστιανικές θρησκείες, το ποσοστών των Αμερικανών που δεν ταυτίζονται με κάποια θρησκεία αυξήθηκε κατά 6,7%.



Τι γίνεται, όμως, όταν η πίστη σου είναι και η δουλειά σου; Μετά από χρόνια σπουδών στην ιερατική σχολή, όταν πια έχεις χτίσει ολόκληρη τη ζωή σου γύρω από την πίστη σου, τι κάνεις όταν συνειδητοποιήσεις ότι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε εσένα και την ανώτερη δύναμη που πιστεύεις έχει εξαφανιστεί;


Το Πρόγραμμα των Κληρικών (Clerics Project) είναι μια ομάδα ηλεκτρονικής υποστήριξης για ανθρώπους που ασχολούνταν επαγγελματικά με τη θρησκεία και τελικά βρήκαν τον πνευματικό τους εαυτό στον αθεϊσμό. Η ομάδα δημιουργήθηκε το 2011 και στόχος της είναι να βοηθήσει πρώην κληρικούς, ώστε να διαχειριστούν τα αναπόφευκτα ηθικά και φιλοσοφικά ερωτήματα που προκύπτουν, αφού εγκαταλείψουν την πίστη τους, όπως και να τους βοηθήσει να προσαρμοστούν σε μια ζωή που είναι απομακρυσμένη από τον πνευματικό κόσμο.

Μιλήσαμε με αρκετά πρώην μέλη του κλήρου που συμμετέχουν στο Πρόγραμμα Κληρικών για το πώς και το γιατί εγκατέλειψαν την πίστη τους.







Drew Bekius, Πρώην Βαπτιστής Ιερέας

«Κοιτάξαμε πίσω από την κουρτίνα και είδαμε ότι το μόνο που υπάρχει είναι μερικοί μοχλοί»

   Ήμουν θιασώτης της λεγόμενης «αδιάκοπης προσευχής», δηλαδή της ιδέας ότι πάντα έχεις μια διαρκή συζήτηση με τον Θεό στο πίσω μέρος του μυαλού σου. Εκείνη την περίοδο της ζωής μου, ξεκίνησα να ικετεύω και να παρακαλώ τον Θεό να διώξει τις αμφιβολίες μου και να δυναμώσει πάλι την πίστη μου. Η Βίβλος σού υπόσχεται ότι το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να αναζητάς ταπεινά τον Θεό και εκείνος θα αποκαταστήσει την πίστη σου. Οπότε έλεγα, «Ωραία, Σε αναζητώ. Κάνε με να βρω την πίστη μου. Την αναζητώ συνεχώς. Σε παρακαλώ, βοήθησέ με. Άλλη μια φορά, σε ικετεύω, βοήθησέ με. Μου υποσχέθηκες ότι θα την αποκαταστήσεις. Λοιπόν, καν' το». Αναζητούσα συνεχώς τον Θεό και εξομολογούμουν. Ζητούσα απεγνωσμένα βοήθεια.


  Όταν είσαι ένας απλός άνθρωπος που πηγαίνει στην εκκλησία, ίσως να σου δημιουργηθούν αυτές οι αμφιβολίες, όμως μετά λες, «Μα φυσικά, δεν είμαι παρά ένας απλός άνθρωπος. Είναι λογικό να μην καταλαβαίνω». Αλλά μπορεί επίσης να σκεφτείς, «Ναι, όμως αυτός ο άνθρωπος που κηρύττει από άμβωνος, το έχει κατανοήσει». Ωστόσο, εμείς βρισκόμαστε εκεί πάνω και σκεφτόμαστε ότι ούτε και εμείς κατανοούμε. Είναι σαν να κοιτάζει πίσω από την κουρτίνα η Dorothy από τον Μάγο του Οζ και να βλέπει ότι αυτός ο σπουδαίος και μεγάλος μάγος είναι απλώς ένας τύπος που τραβάει μοχλούς. Έτσι νιώθουμε και εμείς. Κοιτάξαμε πίσω από την κουρτίνα και είδαμε ότι το μόνο που υπάρχει είναι μερικοί μοχλοί.






John Gibbs, Πρώην Μεθοδιστής Ιερέας

«Διαρκώς έψαχνα κάτι που αδυνατούσα να βρω»

   Όταν ήμουν 20 χρόνων, πέρασα μια κρίση μετά από έναν χωρισμό. Είχα μόλις τελειώσει το πανεπιστήμιο, όμως δεν ήξερα τι κατεύθυνση να ακολουθήσω. Το μόνο που ένιωθα ήταν ότι περιπλανιόμουν άσκοπα και δεν μου άρεσε αυτή η αίσθηση. Τότε ήταν που ξεκίνησα να πηγαίνω και πάλι στην εκκλησία και πολύ σύντομα αποφάσισα να κάνω αυτό που μου έλεγαν πάντα όλοι να κάνω – να ακολουθήσω τα βήματα του πατέρα μου. Έτσι, πήγα στην ιερατική σχολή. Τότε, η πίστη μου κλονίστηκε. Δεν είχα φτάσει ακόμη στο σημείο να πω ότι είμαι άθεος, όμως δεν αμφισβητούσα απλώς κάποια χαρακτηριστικά του χριστιανισμού, όπως τη θεότητα του Χριστού και την Ανάσταση. Ούτως ή άλλως, ποτέ δεν είχα βαθιά πίστη για αυτά. Ξεκίνησα να βλέπω τον χριστιανισμό σαν έναν μύθο και όχι με την καλή έννοια. Από εκεί και έπειτα, ξεκίνησε να με βασανίζει το ερώτημα: Τι κάνω εδώ; Αναρωτιόμουν τακτικά πώς θα μπορούσα να ξεφύγω από όλο αυτό.


Έτσι, για έναν χρόνο κήρυττα από την Παλαιά Διαθήκη και προσπαθούσα να κατανοήσω τη μυθολογική σκοπιά του χριστιανισμού. Όταν αποφάσισα να φύγω, η εκκλησία μου ανακουφίστηκε. Έβλεπαν όλα αυτά που περνούσα και δεν ήταν ευχάριστο θέαμα. Μερικοί χάρηκαν που με είδαν να φεύγω. Άλλοι ανησυχούσαν για εμένα. Όμως νομίζω ότι όλοι ένιωσαν πως η αποχώρησή μου ήταν η καλύτερη επιλογή.


Τις Κυριακές το μόνο που ήξερα να κάνω ήταν να πηγαίνω εκκλησία, οπότε συνέχισα να το κάνω. Τότε συνειδητοποίησα ότι διαρκώς έψαχνα κάτι που αδυνατούσα να βρω. Ξέρω ότι πολύς κόσμος πιστεύει πως η κοινότητα της Εκκλησίας δεν είναι αρκετά μεγάλη. Η θρησκεία βασίζεται στην κοινότητα. Σε κάνει να νιώθεις πως έχεις αξία. Έχω περάσει πολύ χρόνο προσπαθώντας να σκεφτώ πώς να φέρω πόρους στον εκκοσμικευμένο πολιτισμό, οι οποίοι νομίζω ότι είναι πολύτιμοι. Όπως, λίγη ζεστασιά. Μια βάση πάνω στην οποία να έρθει κοντά η κοινότητα.






Shlomo Levin, Πρώην Ραβίνος

«Είναι δύσκολο να ζεις γνωρίζοντας ότι υπάρχει Θεός στον ουρανό που θα σε τιμωρήσει»

   Ως ραβίνος, έχεις ευθύνη και καλείσαι να απαντάς σε ερωτήματα. Αυτά τα ερωτήματα μπορεί να είναι πολύ βαθιά, όπως, «Ραβίνε, τι γίνεται μετά τον θάνατο;», αλλά και πολύ πεζά, όπως, «Ραβίνε, αυτό το γιαούρτι είναι νηστίσιμο;». Καθώς μεγάλωνα, ένιωθα να έχω πολύ λιγότερη εμπιστοσύνη στην ικανότητά μου να απαντώ σε όλα αυτά τα ερωτήματα. Μου φαινόταν τεράστιο το βάρος του να έχεις όλες τις απαντήσεις. Οι άνθρωποι σε ρωτάνε μετά από μια κηδεία, «Μπορεί να με ακούσει ακόμη αυτό το πρόσωπο;» και εγώ δεν έχω ιδέα. Όμως, δεν μπορούσα να πω, «Δεν ξέρω». Πραγματικά είχα βαριά τη συνείδησή μου γνωρίζοντας ότι οι απαντήσεις που δίνω στον κόσμο μπορεί να τον πληγώσουν. Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι βλέπουν τον ορθόδοξο ιουδαϊσμό ως πηγή χαράς. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό, αν αυτό θέλουν. Όμως, μερικές φορές, σαφώς και δεν ήταν αυτό. Κάποιοι άνθρωποι υποχρεώνονταν να υποφέρουν.


Το να μην έχω πίστη μού φάνηκε πολύ απελευθερωτικό. Είναι δύσκολο να ζεις γνωρίζοντας ότι υπάρχει Θεός στον ουρανό που θα σε τιμωρήσει, αν δεν κάνεις ένα συγκεκριμένο τελετουργικό, μια συγκεκριμένη ώρα, σε μια συγκεκριμένη μέρα. Είναι πολύ πιο εύκολο τώρα. Δεν μου λείπει καθόλου.






EJ Hill, Ιδρυτής μιας Ολλανδικής Μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας στη Νότια Αφρική

«Ο Θεός της Βίβλου ενέκρινε πολλά πράγματα με τα οποία διαφωνούσα»

   Γεννήθηκα μέσα στην Ολλανδική Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία της Νότιας Αφρικής, όμως στην ηλικία των 16 βίωσα μια «υπερφυσική εμπειρία» - ή, τουλάχιστον, έτσι το είχα ερμηνεύσει τότε. Ήμουν πεπεισμένος ότι ο Θεός μου είχε αποκαλυφθεί, επειδή με επέλεξε, για να εκπληρώσω έναν ξεχωριστό σκοπό. Σχεδόν για 21 χρόνια, περνούσα τον ελεύθερό μου χρόνο μελετώντας τη Βίβλο και τη χριστιανική απολογητική. Σιγά-σιγά, αλλά σταθερά, εξέταζα με πιο κριτική ματιά τη Βίβλο. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι ο Θεός της Βίβλου ενέκρινε πολλά πράγματα με τα οποία διαφωνούσα, όπως την υποχρεωτική άμβλωση, τη δουλεία, τον μισογυνισμό και την εξαπάτηση δια αντιπροσώπου, ανάμεσα σε άλλα. Διαπίστωσα ότι το μόνο πράγμα που έκανα εγώ, όπως και όλοι οι υπόλοιποι, ήταν να επιβεβαιώνουμε στο μυαλό μας όλα όσα πιστεύαμε ότι ενέκρινε ο Θεός. Αυτή η «μικρή φωνή» στο κεφάλι μας, ήταν ουσιαστικά η δική μας, όχι του Θεού. Η απώλεια της πίστης μου ήταν από τις χειρότερες εμπειρίες της ζωής μου. Κατέρρευσε όλη μου η ζωή. Έχασα πολλούς φίλους. Έχασα τη σύζυγό μου. Έχασα την αξιοπιστία μου. Είχα ήδη φύγει από το ιερατείο λίγα χρόνια νωρίτερα, για να ιδρύσω το δικό μου ανεξάρτητο χριστιανικό ιερατείο. Οι άνθρωποι που με ακολουθούσαν εντός και εκτός Διαδικτύου ήταν συντετριμμένοι. Έλαβα πολλά αιτήματα για διευκρινίσεις, μηνύματα μίσους και κριτικές.


Σίγουρα δεν μισώ την Εκκλησία. Λατρεύω τους ανθρώπους, ακόμη και αυτούς που διαφωνούν μαζί μου, ακόμη και αυτούς που με αντιπαθούν. Παρά τις πεποιθήσεις τους, οι Εκκλησίες πράγματι παρέχουν τροφή, ρούχα, παρηγοριά και εκπαίδευση σε πολλούς ανθρώπους. Όποιος το αρνείται αυτό είναι, το λιγότερο, ανέντιμος και κοντόφθαλμος.


Πιστεύω όμως ότι σπαταλούν πολύ χρόνο, ενέργεια και χρήματα σε ανοησίες.






Scott, Πρώην Μοναχός στην Αδελφότητα Συνειδητοποίησης του Εαυτού (Self-Realization Fellowship)

«Φταίει το σύστημα»

   Πάντα πίστευα ότι υπάρχει κάτι πιο βαθύ στη ζωή και όχι μόνο αυτό που μπορούν να δουν τα μάτια. Όταν πήγα στο πανεπιστήμιο, ξεκίνησα να ασχολούμαι με τις ανατολίτικες θρησκείες. Ήμουν σε ένα πάρτι και ένας φίλος μου πρότεινε να διαβάσω την Αυτοβιογραφία ενός Γιόγκι [εκδ. Εστία, η αυτοβιογραφία του ιδρυτή της Αδελφότητας Συνειδητοποίησης του Εαυτού, Paramahansa Yogananda]. Το βιβλίο μού έδωσε ελπίδες, αλλά στην ουσία δεν ήταν παρά ευσεβείς πόθοι. Ήθελα πραγματικά να υπάρχει κάτι παραπάνω από αυτό που βλέπουν τα μάτια μας. Όταν εντάχθηκα, ένιωσα να πνίγομαι εκεί. Δεν σου επέτρεπαν να διαβάζεις άλλα βιβλία ή να βλέπεις άλλες ταινίες. Μπορούσαμε να βλέπουμε ταινίες μία φορά τον μήνα και μας έκαναν λογοκριμένες προβολές. Το ίδιο και με τα βιβλία. Η συνειδητοποίηση του εαυτού θα έπρεπε να έχει να κάνει μόνο με αυτό – με το να συνειδητοποιείς ποιος είσαι. Είναι ένα απογοητευτικό συναίσθημα. Αυτό ήταν που με έκανε να απομακρυνθώ. Δεν ήταν τα ερωτήματα για τον Θεό. Περισσότερο σκεφτόμουν, «Γιατί δεν λειτουργεί το σύστημα;». Δεν αισθανόμουν αυτό που πίστευα ότι έπρεπε να αισθάνομαι και κατηγορούσα τον εαυτό μου. Έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν εξασκούσα σωστά τη θρησκεία. Όμως, μετά συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν έτσι και ότι απλώς τα έβαζα με εμένα. Δεν φταίω, όμως, εγώ, φταίει το σύστημα.


Τι συμβαίνει στον εγκέφαλό σου όταν σταματάς να πιστεύεις στο Θεό;




Είναι όπως όταν σταματήσεις να πιστεύεις στον Άγιο Βασίλη.


Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι λες και κόβεις μια μεγάλη εξάρτηση. Άλλοι, ότι μένεις μετέωρος χωρίς στήριγμα.

Η Caroline Beaton, περιγράφει στο αμερικανικό VICE τη δική της εμπειρία, όταν η πίστη της ατόνησε με τον καιρό και μία μέρα απλά δεν πίστευε στο Θεό, ούτε σε κάτι άλλο υπεράνω. 

«Η πίστη μου στον Θεό δεν εξαφανίστηκε μια μέρα, απλώς ατόνησε με τον καιρό. Έχασα την παρθενιά μου στα 16 μου. Σταμάτησα να πηγαίνω στην εκκλησία. Έβγαινα μετά την ώρα που μου είχαν θέσει ως όριο οι γονείς μου. Για τιμωρία, η μητέρα μου με έβαζε να αποστηθίζω εδάφια της Βίβλου, τα οποία μετά έπρεπε να απαγγέλλω σαν συνταγές.
Η θρησκεία λειτουργεί όπως ακριβώς ένα ναρκωτικό ή όπως η μουσική ή η ρομαντική αγάπη.


Δεν ήμουν το μόνο παιδί που σταμάτησε να πιστεύει. Ένας μεγάλος αριθμός νεαρών Αμερικάνων (35%) δηλώνουν πως δεν έχουν κάποιο θρησκευτικό πιστεύω, αν και το 91% από εμάς μεγάλωσε σε οικογένειες με ξεκάθαρο θρησκευτικό πιστεύω. Η αποσύνδεσή μας από την πίστη μας έγινε σταδιακά. Μόλις το 1% των Αμερικάνων που μεγαλώνουν με τη θρησκεία, χάνουν την επαφή τους με αυτή λόγω μιας ξαφνικής ‘κρίσης πίστης’. Αντ' αυτού, το 36% των ανθρώπων χάνουν την αγάπη τους για αυτήν σταδιακά, με ένα 7% να δηλώνει πως οι απόψεις του εξελίχθηκαν. Είναι σαν τον Άγιο Βασίλη.

Οι ψυχολόγοι Thalia Goldstein και Jaqueline Woolley έχουν βρει πως η αποσύνδεση των παιδιών από τον Άγιο Βασίλη γίνεται σταδιακά, όχι ξαφνικά. Αρχικά, τα παιδιά πιστεύουν πως ο Άγιος Βασίλης στο εμπορικό κέντρο είναι αληθινός, μετά αντιλαμβάνονται πως δεν είναι, αλλά πως με κάποιον μαγικό τρόπο επικοινωνεί με τον αληθινό, μέχρι που καταλαβαίνουν πως ο Άγιος Βασίλης είναι διάφοροι τύποι με στολές. ‘Τα παιδιά δεν κλείνουν απλώς κάποιον διακόπτη πίστης’, εξηγεί η Goldstein. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει με την πίστη, τη χάνουμε κομμάτι-κομμάτι.

Παλιά λάτρευα την εικονογραφημένη Βίβλο που μου είχε δώσει η μητέρα μου. Η εικόνα του Ιωνά μέσα στη φάλαινα μου φαινόταν σωστή, με έκανε να αισθάνομαι καλά. Ο εγκέφαλός μου έφτιαχνε αυτά τα συναισθήματα. Όταν απολαμβάνουμε εμπειρίες που σχετίζονται με τη θρησκεία, όταν, ας πούμε, κουλουριαζόμαστε δίπλα στη μητέρα μας καθώς αυτή διαβάζει τη Βίβλο, ενεργοποιούμε σημεία του εγκεφάλου μας που συνδέουν το βίωμα αυτό με κάτι θετικό. Με τον καιρό, αυτό το βίωμα συνδέεται με τις ίδιες τις θρησκευτικές ιδέες. Έτσι, δημιουργείται και μια δυνατή, ασυναίσθητη διάθεση, για να συνεχίσουμε να πιστεύουμε.

‘Η θρησκεία λειτουργεί όπως ακριβώς ένα ναρκωτικό ή όπως η μουσική ή η ρομαντική αγάπη’, λέει ο Jeffrey Anderson, καθηγητής ραδιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα, ο οποίος μελετά το πώς η θρησκεία επηρεάζει τον εγκέφαλο. ‘Όλες αυτές οι εμπειρίες με κάποιον τρόπο συνδέονται με την αίσθηση της ανταμοιβής. Η φυσιολογία είναι ουσιαστικά η ίδια’.

Όταν ξεκίνησα να αντιλαμβάνομαι τη χρωματιστή μου Βίβλο ως κάτι βαρετό και παιδιάστικο, τα ίδια κυκλώματα ανταμοιβής δραστηριοποιούνταν λιγότερο. Οι θρησκευτικές εμπειρίες παρήγαγαν λιγότερη ευχαρίστηση. Αυτό συμβαίνει ακούσια στους ασθενείς με τη νόσο του Πάρκινσον, μια πάθηση που χτυπά τα κέντρα του εγκέφαλου που συνδέονται με την αίσθηση ανταμοιβής που μας προξενούν διάφορες εμπειρίες. Όπως μου εξηγεί ο Anderson, οι άνθρωποι που πάσχουν από Πάρκινσον είναι πολύ πιο πιθανό να χάσουν την πίστη τους.




Στην ΣΤ΄ Δημοτικού, έμαθα πως οι άνθρωποι εξελίχθηκαν μέσα σε μια περίοδο έξι εκατομμυρίων χρόνων, όχι επτά ημερών. Με έναν αρκετά ειρωνικό τρόπο, η εξέλιξη του εγκεφάλου είναι αυτή που μας επιτρέπει να πιστεύουμε στη θρησκεία: Τα περισσότερα στοιχεία της θρησκευτικής πίστης φυλάσσονται στην πιο ανεπτυγμένη πλευρά του εγκεφάλου, στον μετωπιαίο λοβό. Αυτό ίσως και να εξηγεί, γιατί η θρησκεία είναι μια τόσο ανθρώπινη έννοια.

Για πολλά χρόνια, πίστευα τόσο στην ιδέα της Δημιουργίας, όπως την εκφράζει η θρησκεία, στην ύπαρξη ενός Θεού το χέρι του οποίου θα μπορούσα να σφίξω, αλλά και στη θεωρία της Εξέλιξης, έναν ψυχρό, επιστημονικό όρο που δεν ενδιαφερόταν καθόλου για μένα. Άλλωστε, όταν χάνουμε την πίστη μας, τα προηγούμενά μας πιστεύω δεν εξαϋλώνονται, απλά αναβαθμίζονται, σαν την γκαρνταρόμπα μας. ‘Ακόμα και αν κάποιο άτομο εγκαταλείψει ή αλλάξει την πίστη του, αυτό δεν είναι κάτι σαν να πετάς όλα σου τα ρούχα και να παίρνεις καινούργια’, εξηγεί ο Jordan Grafman, διευθυντής του Τμήματος Έρευνας για τις Εγκεφαλικές Βλάβες στο Shirley Ryan AbilityLab και καθηγητής του Πανεπιστημίου Northwestern. ‘Διαλέγεις τι κρατάς και τι αφήνεις πίσω σου’.

H Wooley έχει βρει πως τα παιδιά που πιστεύουν σε φανταστικά όντα είναι πιο πιθανό να πιστέψουν σε νέα πλάσματα που εφευρίσκονται από μελετητές. ‘Νομίζω πως αυτό συμβαίνει, επειδή ήδη έχουν ένα πλαίσιο ιδεών στο οποίο χωρά και αυτή η καινούργια ιδέα’, εξηγεί. Καμιά φορά, τα νέα μας πιστεύω μοιάζουν με τα παλιά, άλλες φορές όμως όχι.

Καθώς προσπάθησα να συνδυάσω την πίστη μου στον Θεό με την ολοένα και αυξανόμενη γνώση μου για τον φυσικό κόσμο, ξεκίνησα να βγάζω δικούς μου κανόνες. Αποφάσισα ότι ο Θεός δεν μπορούσε να με δει στην τουαλέτα, όμως με έβλεπε, όταν προσευχόμουν. Εν τέλει, κατέληξα ότι δεν ήξερα πώς και αν μπορούσε να κάνει οποιοδήποτε από τα δύο.
Η επιστημονική αποκαθήλωση της θρησκείας είναι κάτι σύνηθες.


H έρευνα του Pew από το 2016 σχετικά με το πώς οι Αμερικανοί πολίτες έχασαν τη σύνδεσή τους με τη θρησκεία, έφερε στο φως απαντήσεις, όπως, ‘η λογική σκέψη κάνει τη θρησκεία να φεύγει από το παράθυρο’, ‘δεν υπάρχουν συγκεκριμένα ή επιστημονικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός Δημιουργού», καθώς και το ‘είμαι επιστήμονας τώρα και δεν πιστεύω σε θαύματα’.

Όμως, δεν αλλάζει τα πιστεύω μας μόνο η επιστήμη, αλλά και η κουλτούρα γύρω από αυτή. Οι μαρτυρίες των άλλων επηρεάζουν με τη σειρά τους τις πεποιθήσεις μας. Πείθουμε τα παιδιά να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη και αυτά τον πιστεύουν. Με την ίδια λογική επηρεάζονται και τα θρησκευτικά μας πιστεύω. Για παράδειγμα, η ψυχολόγος Rebekah Richert κατέληξε ότι, αν παρουσιάσεις μια φανταστική ιστορία ως θρησκευτική, τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει σε οικογένειες που πιστεύουν στη θρησκεία, θα την εκλάβουν ως πραγματική. Όμως, αν δεν την τοποθετήσεις σε ένα θρησκευτικό πλαίσιο, θα αρνηθούν να την πιστέψουν.

Όταν, όμως, φτάνουμε στο πανεπιστήμιο, οι πολιτισμικές μαρτυρίες αλλάζουν. Εκεί πλέον κυριαρχεί η επιστημονική άποψη και δεν υπάρχει χώρος για τον Θεό. Όπως λέει και ο Grafman, ‘το πανεπιστημιακό περιβάλλον είναι πολύ πιθανό να καταρρίψει τα πιο συντηρητικά πιστεύω που έχουμε στο κεφάλι μας’. Ουσιαστικά, σβήνει την παιδική πίστη μας.

Όταν εν τέλει ‘χωρίζουμε’ από τη θρησκεία, ψάχνουμε για την επόμενη ‘σχέση’ μας. Τελικά, οι μη-θρησκευόμενοι που κάποτε ένιωθαν αγαλλίαση ή ψυχική ανάταση χάρη στη θρησκεία, παίρνουν παρόμοια συναισθήματα από το να βρίσκονται στη φύση ή με το να ακούν μια περισπούδαστη επιστημονική ιδέα, όπως λέει ο Anderson: ‘Το πλαίσιο μπορεί να αλλάζει, όχι όμως η εμπειρία’. Τα περισσότερα πρώην θρησκευόμενα άτομα, ‘ακολουθούν παθιασμένα μια ιδεολογία’, εξηγεί ο Patrick McNamara, ένας καθηγητής νευρολογίας στην Ιατρική Σχολή της Βοστώνης. Αυτού του είδους οι παθιασμένες εμμονές σε μια ιδεολογία λειτουργούν νευρολογικά ως ψευδοθρησκείες.



Προσωπικά, θα ήθελα να σκέφτομαι ότι οι θρησκευτικές μου ρίζες, ίσως να μην έχουν ξεραθεί τελείως, ελπίζοντας ότι Αυτός που αντιπροσωπεύουν με βλέπει να μαθαίνω και να μεγαλώνω».


via

Pages