Σεπτεμβρίου 2018



Το έτος ήταν 2081 και, επιτέλους, όλοι ήταν ίσοι. Δεν ήταν απλώς ίσοι ενώπιον του Νόμου και του Θεού. Ήταν ίσοι ολοκληρωτικά. Κανείς δεν ήταν πιο έξυπνος από κανέναν άλλον. Κανείς δεν ήταν πιο όμορφος από κανέναν άλλον. Κανείς δεν ήταν πιο δυνατός ή πιο γρήγορος από κανέναν άλλον. Όλη αυτή η ισότητα προέκυψε από την 211η, τη 212η και τη 213η Τροπολογία του Συντάγματος και από την αδιάκοπη επαγρύπνηση των εκπροσώπων της Γενικής Γραμματείας Ισοζυγισμού των ΗΠΑ.
Παρ’ όλα αυτά, μερικά πράγματα αναφορικά με τη ζωή εξακολουθούσαν να μην πηγαίνουν αρκετά καλά. Για παράδειγμα, ο Απρίλης εξακολουθούσε να τρελαίνει τους ανθρώπους, αυτή τη φορά επειδή δεν ήταν άνοιξη. Kαι ήταν κατά τη διάρκεια αυτού του δροσερού μήνα που οι άνθρωποι της Γ.Γ.Ι. απομάκρυναν τον Χάρισον, τον 14χρονο γιο του Τζωρτζ και της Χέιζελ Μπρέργκερον, απ’ τους γονείς του.
Ήταν τραγικό, δε χωρά αμφιβολία, αλλά ο Τζωρτζ και η Χέιζελ δεν μπορούσαν να το σκεφτούν και πολύ καθαρά. Η Χέιζελ είχε τον πλέον αντιπροσωπευτικό μέσο όρο ευφυίας, που σήμαινε ότι, πέρα από σύντομα ξεσπάσματα, δεν μπορούσε να σκεφτεί πάνω σε τίποτα. Ο Τζωρτζ, αν και η ευφυία του ήταν αρκετά υψηλότερη του κανονικού, είχε μια μικρή ραδιοσυσκευή νοητικού ισοζυγισμού στο αυτί του. Ήταν υποχρεωμένος από τον νόμο να την φοράει όλη την ώρα. Η συσκευή ήταν συντονισμένη με έναν κυβερνητικό πομπό. Ανά 20 δευτερόλεπτα στο περίπου, ο πομπός θα έστελνε έναν διατρητικό θόρυβο προκειμένου να αποτρέπει τους ανθρώπους σαν τον Τζωρτζ απ’ το να αποκτήσουν αθέμιτο πλεονέκτημα του μυαλού τους.
Ο Τζωρτζ και η Χέιζελ έβλεπαν τηλεόραση. Στα μάγουλα της Χέιζελ κυλούσαν δάκρυα, αλλά προς στιγμήν είχε ξεχάσει τον λόγο.
Στην οθόνη της τηλεόρασης έδειχνε μπαλαρίνες.
Ένας βομβητής ακούστηκε στο κεφάλι του Τζωρτζ. Οι σκέψεις του τινάχτηκαν πανικόβλητες, όπως οι διαρρήκτες στο άκουσμα του συναγερμού.
«Ήταν ένας πραγματικά όμορφος χορός, αυτός ο χορός που μόλις χόρεψαν», είπε η Χέιζελ.
«Αχμ», είπε ο Τζωρτζ.
«Αυτός ο χορός… ήταν ωραίος», είπε η Χέιζελ.
«Ω ναι», είπε ο Τζωρτζ. Προσπάθησε για λίγο να σκεφτεί τις μπαλαρίνες. Δεν ήταν και τόσο καλές – σίγουρα όχι καλύτερες απ’ οποιονδήποτε άλλον, τέλος πάντων. Ήταν δεμένες με υαλοστάτες και κουβαλούσαν τσουβάλια γεμάτα σκάγια, και τα πρόσωπά τους ήταν καλυμμένα με μάσκες ώστε να μην νιώσει κανένας, στη θέα μιας ελεύθερης και χαριτωμένης χειρονομίας ή ενός όμορφου προσώπου, σαν να γκρεμίστηκε κανένας φούρνος. Ο Τζωρτζ φλέρταρε με την αμυδρή ιδέα πως οι χορευτές δεν θα έπρεπε να είναι ισοζυγισμένοι. Αλλά δεν τα κατάφερε να πάει πολύ μακριά με τις σκέψεις του προτού τις διασκορπίσει ένας νέος θόρυβος στο ακουστικό του.
Ο Τζωρτζ ανατρίχιασε. Το ίδιο και δύο απ’ τις οχτώ μπαλαρίνες.
Η Χέιζελ τον είδε να ανατριχιάζει. Μιας και η ίδια δεν είχε συσκευή νοητικού ισοζυγισμού, ήταν αναγκασμένη να ρωτήσει τον Τζωρτζ ποιος ήταν ο τελευταίος ήχος.
«Ακούστηκε σαν κάποιος να χτυπούσε ένα μπουκάλι γάλα με βαριοπούλα», είπε ο Τζωρτζ.
«Θα υπέθετα ότι αυτό θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον, να ακούς όλους αυτούς τους διαφορετικούς ήχους», είπε η Χέιζελ με λίγη δόση ζήλειας. «Όλους αυτούς τους ήχους που σκαρφίζονται».
«Πουφ!», είπε ο Τζωρτζ.
«Αχ και να ήμουν Γενική Γραμματέας Ισοζυγισμού, ξέρεις τι θα έκανα;» είπε η Χέιζελ. Η Χέιζελ, εδώ που τα λέμε, έμοιαζε απίστευτα με τη Γενική Γραμματέα Ισοζυγισμού, μια γυναίκα ονόματι Νταϊάνα Μουν Γκλάμπερς. «Αν ήμουν η Νταϊάνα Μουν Γκλάμπερς», είπε η Χέιζελ, «θα έβαζα τις Κυριακές να ακούγονται καμπάνες – τίποτα άλλο πέρα από καμπάνες. Σαν φόρο τιμής στη θρησκεία».
«Αν ήταν απλώς καμπάνες, θα μπορούσα να σκέφτομαι», είπε ο Τζωρτζ.
«Τότε, ίσως να τις έκανα πολύ δυνατές», είπε η Χέιζελ. «Σκέφτομαι ότι θα ήμουν καλή Γενική Γραμματέας Ισοζυγισμού».
«Τόσο καλή όσο οποιοσδήποτε άλλος», είπε ο Τζώρτζ.
«Ποιος άραγε θα μπορούσε να ξέρει καλύτερα από μένα πως είναι να είσαι κανονικός;» είπε η Χέιζελ.
«Σωστά», είπε ο Τζωρτζ. Άρχισε να έχει εκλάμψεις για τον μη-κανονικό γιο του που πλέον βρίσκεται στη φυλακή, για τον Χάρισον, αλλά ένας οπλοχαιρετισμός εικοσιμίας ριπών στο κεφάλι του έβαλε ένα τέλος.
«Αμάν!» είπε η Χέιζελ. «Αυτό πρέπει να πόνεσε, ε;»
Πόνεσε τόσο πολύ που ο Τζωρτζ χλόμιασε και έτρεμε, και δάκρυα κυλούσαν στο χείλος των κοκκινισμένων του ματιών. Δύο απ’ τις οχτώ μπαλαρίνες σωριάστηκαν στο πάτωμα του στούντιο, κρατώντας τους κροτάφους τους.
«Μου φαίνεσαι έτσι ξαφνικά πολύ κουρασμένος», είπε η Χέιζελ. «Γιατί δεν ξαπλώνεις αγάπη μου στον καναπέ, ώστε να ακουμπήσεις τον σάκο ισοζυγισμού στα μαξιλάρια;». Η Χέιζελ αναφερόταν σ’ ένα εικοσάκιλο πάνινο σακί γεμισμένο με σκάγια, το οποίο ήταν περασμένο με λουκέτο γύρω απ’ τον λαιμό του Τζωρτζ. «Πήγαινε και άσε τον σάκο για λιγάκι», του είπε. «Δεν με πειράζει αν δεν είμαστε ίσοι για λίγο».
Ο Τζωρτζ ζύγισε το σακί με τα χέρια του. «Δεν με ενοχλεί», είπε. «Δεν του δίνω σημασία πλέον. Είναι απλά ένα κομμάτι του εαυτού μου».
«Δείχνεις πολύ κουρασμένος τελευταία… σαν να έχεις σαπίσει» είπε η Χέιζελ. «Αχ και να υπήρχε κάποιος τρόπος να κάνουμε μια μικρή τρύπα στον πάτο του σάκου και απλά να βγάλουμε μερικά σκάγια. Μόνο μερικά».
«Δυο χρόνια φυλακή και 2000 δολάρια πρόστιμο για κάθε σβόλο», είπε ο Τζωρτζ. «Δε θα το ‘λεγα και κελεπούρι».
«Αν μπορούσες απλά να αφαιρείς κάποια όταν γυρνάς σπίτι απ’ τη δουλειά; Εννοώ… Δεν ανταγωνίζεσαι κανέναν εδώ πέρα. Απλά αράζεις».
«Αν προσπαθούσα να το ξεφορτωθώ», είπε ο Τζωρτζ, «τότε κι άλλοι άνθρωποι θα το ξεφορτώνονταν… και σύντομα θα επιστρέφαμε στον Μεσαίωνα ξανά, με όλους να είναι εναντίον όλων. Και δεν θα σου άρεσε κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι;».
«Θα το μισούσα», είπε η Χέιζελ.
«Άνα γεια σου», είπε ο Τζωρτζ. «Τη στιγμή που οι άνθρωποι αρχίζουν να παραβαίνουν τους νόμους, τι νομίζεις ότι θα συμβεί στην κοινωνία;»
Αν η Χέιζελ δεν ήταν ικανή να απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση, ο Τζωρτζ δεν θα της την είχε απευθύνει καν. Μια σειρήνα ηχούσε στο κεφάλι του.
«Υποθέτω ότι θα καταρρεύσει», είπε η Χέιζελ.
«Τί θα καταρρεύσει;», είπε ο Τζωρτζ ανέκφραστα.
«Η κοινωνία», είπε η Χέιζελ με όχι και τόση σιγουριά. «Αυτό δεν ήταν που μόλις είπες;».
«Ποιος ξέρει;», είπε ο Τζωρτζ.
Το τηλεοπτικό πρόγραμμα ξαφνικά διακόπηκε για ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Στην αρχή δεν ήταν ξεκάθαρο ποια ήταν η έκτακτη είδηση εφόσον ο παρουσιαστής, όπως κάθε παρουσιαστής, κεκέδιζε. Για περίπου μισό λεπτό, σε μια ανάστατη κατάσταση, ο παρουσιαστής προσπαθούσε να προσφωνήσει το «Κυρίες και Κύριοι». Τελικά τα παράτησε, δίνοντας το δελτίο της είδησης σε μια μπαλαρίνα να το διαβάσει.
«Αχ δεν πειράζει…», είπε η Χέιζελ για τον παρουσιαστή, «…το πάλεψε. Αυτό είναι το σημαντικό. Πάλεψε, με τα εφόδια που του έδωσε ο Θεός, για το καλύτερο δυνατό. Θα πρέπει να του κάνουν μια γενναία αύξηση που το πάλεψε τόσο σκληρά».
«Κυρίες και Κύριοι», είπε η μπαλαρίνα διαβάζοντας την έκτακτη είδηση. Θα πρέπει να ήταν τρομερά όμορφη, γιατί η μάσκα που φορούσε ήταν χυδαία. Και ήταν εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι ήταν η πιο δυνατή και η πιο χαριτωμένη απ’ όλες τις χορεύτριες, εφόσον τα τσουβάλια ισοζυγισμού της ήταν τόσο βαριά όσο αυτά που φορτώνουν σε άντρες που ζυγίζουν 90 κιλά.
Κι έπρεπε ευθύς να απολογηθεί για τη φωνή της, η οποία ήταν μια τα μάλα αθέμιτη φωνή για γυναικεία φωνή. Η φωνή της ήταν μια τρυφερή, λαμπρή, αιώνια μελωδία. «Με συγχωρείτε…», είπε, και το πήρε πάλι απ’ την αρχή ώστε να κάνει τη φωνή της απόλυτα αντιανταγωνιστική.
«Ο Χάρισον Μπέργκερον, ηλικίας 14 ετών», είπε κακαρίζοντας σαν την κάργια, «μόλις δραπέτευσε απ’ το κελί του, όπου τελούσε υπό κράτηση με την υποψία του σχεδιασμού ανατροπής της κυβέρνησης. Είναι ιδιοφυία, είναι αθλητής, είναι υπο-ισοζυγισμένος και θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνος».
Μια αστυνομική φωτογραφία του Χάρισον Μπέργκερον εμφανίστηκε αστραπιαία στην οθόνη – ανάποδα, μετά πλαγίως, ανάποδα ξανά, μετά από κάτω προς τα πάνω. Ήταν μια ολόσωμη φωτογραφία του Χάρισον με φόντο μια κλίμακα βαθμονόμησης σε μέτρα και εκατοστά.
Η υπόλοιπη εμφάνιση του Χάρισον ήταν αποκριάτικη και μεταλλική. Κανείς μέχρι τότε δεν είχε αντέξει μεγαλύτερες συσκευές ισοζυγισμού. H ανάπτυξή του ξεπερνούσε τα εμπόδια πολύ πιο γρήγορα απ’ αυτά που μπορούσαν να σκαρφιστούν οι άνθρωποι της Γ.Γ.Ι. Αντί για την μικροσκοπική συσκευή στο αυτί για τον νοητικό του ισοζυγισμό, του είχαν φορέσει ένα ζευγάρι πελώριων ακουστικών, και γυαλιά με χοντρούς κυματιστούς φακούς. Τα γυαλιά είχαν σκοπό όχι μόνο να τον καθιστούν σχεδόν τυφλό, αλλά, πέραν τούτου, να του προκαλούν και επίμονους πονοκεφάλους.
Σε όλο του το σώμα υπήρχαν κρεμασμένα παλιοσίδερα. Κανονικά, υπήρχε πάντα ένα είδος συμμετρίας, μια στρατιωτική ευταξία στις συσκευές ισοζυγισμού που παρέχονταν στους δυνατούς ανθρώπους, αλλά ο Χάρισον έμοιαζε με κινούμενη μάντρα. Στον αγώνα του για ζωή, ο Χάρισον κουβαλούσε 135 κιλά εξοπλισμό πάνω του.
Και, για να αντισταθμίσουν την ομορφιά του, οι άνθρωποι της Γ.Γ.Ι. απαιτούσαν να φοράει για μύτη ένα κόκκινο καουτσουκένιο μπαλάκι όλη την ώρα, να έχει ξυρισμένα φρύδια και ακόμη να καλύπτει τα λευκά δόντια του με μαύρες θήκες από σάπιες κουφάλες.
«Αν δείτε αυτό το αγόρι…», είπε η μπαλαρίνα, «μην προσπαθήσετε, επαναλαμβάνω, μην προσπαθήσετε να τα βγάλετε πέρα μαζί του».
Ακούστηκε η στριγκλιά μιας πόρτας που ξεριζώθηκε απ’ τους μεντεσέδες της.
Ουρλιαχτά και κραυγές απόγνωσης έρχονταν απ’ την τηλεόραση. Η φωτογραφία του Χάρισον τρεμοπηδούσε όλη την ώρα στην οθόνη, σαν να χόρευε στους ρυθμούς ενός σεισμού.
Ο Τζωρτζ Μπέργκερον διέγνωσε σωστά τον σεισμό – και πως θα μπορούσε αλλιώς; Ήταν τόσες και τόσες οι φορές που το ίδιο του το σπίτι χόρεψε με τον ίδιο εκκωφαντικό θόρυβο. «Θεέ μου…», είπε ο Τζωρτζ, «…αυτός πρέπει να ‘ναι ο Χάρισον!».
Αυτή η συνειδητοποίηση ανατινάχτηκε απευθείας απ’ το μυαλό του από τον ήχο μιας αυτοκινητιστικής σύγκρουσης.
Όταν ο Τζωρτζ κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του ξανά, η φωτογραφία του Χάρισον είχε εξαφανιστεί. Ένας ζωντανός, αναπνέων Χάρισον κάλυψε την οθόνη.
Κλαδαρός, γελοίος και πελώριος, ο Χάρισον στάθηκε στο κέντρο του στούντιο. Το πόμολο της ξεριζωμένης πόρτας του στούντιο βρισκόταν ακόμα στο χέρι του. Μπαλαρίνες, τεχνικοί, μουσικοί και παρουσιαστές γονάτισαν μπροστά του περιμένοντας να πεθάνουν.
«Είμαι ο Αυτοκράτορας!», φώναξε ο Χάρισον. «Μ’ ακούτε; Είμαι ο Αυτοκράτορας! Θα πρέπει να κάνετε όλοι με μιας ό,τι σας λέω!». Πάτησε με δύναμη το πόδι του στο πάτωμα και το στούντιο τραντάχτηκε.
«Ακόμη κι έτσι όπως είμαι τώρα…», ούρλιαξε, «…σακατεμένος, ξεχαρβαλωμένος, εξασθενημένος… είμαι o σπουδαιότερος ηγεμόνας που έχει υπάρξει πάνω στη γη! Τώρα κοιτάξτε με να γίνομαι αυτό που μπορώ να γίνω!».
O Χάρισον έσκισε τα λουριά της πανοπλίας ισοζυγισμού που φορούσε σαν να είναι κωλόχαρτο, λουριά που εγγυόνταν να υποβαστάζουν 225 κιλά.
Τα παλιοσίδερα που ήταν πάνω στον Χάρισον συγκρούστηκαν με το πάτωμα.
O Χάρισον ζούληξε τα δάχτυλά του κάτω απ’ το λουκέτο του χαλιναριού που ήταν ασφαλισμένο στο κεφάλι του. Το χαλινάρι έσπασε σαν να είναι σέλερι. Τα ακουστικά και τα γυαλιά του έγιναν σμπαράλια στον τοίχο.
Εκσφενδόνιζε την καουτσουκένια μύτη του, αποκαλύπτοντας έναν άντρα που θα προκαλούσε δέος ακόμα και στον Θωρ, τον θεό των κεραυνών.
«Επιτρέψτε μου τώρα να διαλέξω την Αυτοκράτειρά μου», είπε κοιτώντας κάτω στο γονατισμένο πλήθος. «Η πρώτη γυναίκα που τολμάει ας σηκωθεί στα πόδια της και ας διεκδικήσει τον εραστή της και τον θρόνο της».
Κυλήσαν μερικές στιγμές και τότε μια μπαλαρίνα σηκώθηκε και λικνίστηκε σαν ιτιά.
O Χάρισον απέσπασε τη συσκευή νοητικού ισοζυγισμού απ’ το αυτί της και την έγδυσε απ’ τον εξοπλισμό σωματικού ισοζυγισμού με ασύλληπτη κομψότητα. Στο τέλος, της έβγαλε τη μάσκα.
Η μπαλαρίνα ήταν εκθαμβωτικά όμορφη.
«Τώρα…», είπε ο Χάρισον κρατώντας της το χέρι, «… τι θα έλεγες θα δείξουμε στους ανθρώπους το νόημα της λέξης “χορός”; Μουσική παρακαλώ!», διέταξε.
Οι μουσικοί χίμηξαν πίσω στις καρέκλες τους και ο Χάρισον αφαίρεσε τις συσκευές ισοζυγισμού κι απ’ αυτούς. «Παίξτε όσο καλύτερα μπορείτε…», τους είπε, «… και θα σας κάνω βαρόνους και δούκες και κόμηδες».
Η μουσική ξεκίνησε. Στην αρχή ήταν κανονική – φτηνή, άθλια, ψεύτικη. Αλλά ο Χάρισον άρπαξε δυο μουσικούς απ’ τις καρέκλες τους και τους κυμάτιζε σαν μπαγκέτες μαέστρου καθώς τραγουδούσε τη μουσική όπως θα ήθελε να παιχτεί. Τους κοπάνησε πίσω στις καρέκλες τους.
Η μουσική ξεκίνησε ξανά και ήταν αισθητά βελτιωμένη.
Ο Χάρισον και η Αυτοκράτειρά του, για κάποιο χρονικό διάστημα, άκουγαν μονάχα τη μουσική – την άκουγαν έντονα προσπαθώντας να συγχρονίσουν τους χτύπους της καρδιάς τους με αυτήν.
Σήκωσαν όλο το βάρος τους με τα δάχτυλα των ποδιών τους.
Ο Χάρισον πέρασε τα μεγάλα χέρια του γύρω απ’ την λιλιπούτεια μέση της κοπέλας, αφήνοντάς την να νιώσει την αιθεριότητά που σε λίγο θα ήταν όλη δική της.
Και τότε, μέσα σε μια έκρηξη χαράς και εξοχότητας, πετάχτηκαν στον αέρα!
Δεν καταργήθηκαν μόνο οι ανθρώπινοι νόμοι, μα και ο νόμος της βαρύτητας και οι μόνοι της κίνησης εξίσου.
Στριφογύριζαν, στροβιλίζονταν, περιστρέφονταν, σπαρταρούσαν, σκιρτούσαν, χοροπηδούσαν και γλιστρούσαν.
Έκαναν άλματα σαν ελάφια στο φεγγάρι.
To ταβάνι του στούντιο είχε δέκα μέτρα ύψος, μα κάθε άλμα έφερνε τους χορευτές όλο και πιο κοντά σ’ αυτό.
Έκανε μπαμ ότι η πρόθεσή τους ήταν να φιλήσουν το ταβάνι. Το φίλησαν.
Και τότε, μηδενίζοντας τη βαρύτητα μέσω του έρωτα και της αγνής βούλησης, παρέμειναν κρεμασμένοι στον αέρα κάτω απ’ το ταβάνι και φιλήθηκαν για αρκετή ώρα.
Ήταν εκείνη τη στιγμή που η Νταϊάνα Μουν Κλάμπερς, η Γενική Γραμματέας Ισοζυγισμού, μπήκε στο στούντιο με μια δεκάρα δίκαννη καραμπίνα. Πυροβόλησε δις και ο Αυτοκράτορας και η Αυτοκράτειρα σκοτώθηκαν πριν καν πέσουν στο πάτωμα.
Η Νταϊάνα Μουν Κλάμπερς όπλισε το δίκαννο ξανά. Στόχευσε τους μουσικούς και τους έδωσε δέκα δευτερόλεπτα μέχρι να ξαναφορέσουν τον εξοπλισμό ισοζυγισμού.
Ήταν εκείνη τη στιγμή που η τηλεόραση των Μπέργκερον έσβησε.
Η Χέιζελ άρχισε να σχολιάζει για το μπλακ-άουτ στον Τζωρτζ. Αλλά ο Τζωρτζ είχε πάει στην κουζίνα για μια μπύρα.
Ο Τζωρτζ επέστρεψε με τη μπύρα, κοκκάλωσε ενώ ένα σήμα νοητικού ισοζυγισμού τον ταρακούνησε. Κατόπιν, κάθισε ξανά. «Έκλαιγες», είπε στην Χέιζελ.
«Αχά», απάντησε εκείνη.
«Για ποιο πράμα;», τη ρώτησε.
«Δε θυμάμαι», είπε εκείνη. «Κάτι πραγματικά άσχημο στην τηλεόραση».
«Τί ήταν;», της είπε.
«Είναι όλα μπερδεμένα στο μυαλό μου», είπε η Χέιζελ.
«Ξέχνα τα άσχημα πράγματα», είπε ο Τζωρτζ.
«Πάντα αυτό κάνω», είπε η Χέιζελ.
«Μπράβο το κορίτσι μου», είπε ο Τζωρτζ. Ανατρίχιασε. O ήχος ενός ηλεκτρικού δραπανοκατσάβιδου ακούστηκε στο κεφάλι του.
«Αμάν… Θα ‘λεγα πως αυτό πρέπει να πόνεσε», είπε η Χέιζελ.
«Αυτό ξαναπές το», είπε ο Τζωρτζ.
«Αμαν…», είπε η Χέιζελ, «… θα ‘λεγα πως αυτό πρέπει να πόνεσε».







O Κουρτ Βόνεγκατ (1922 – 2007) ήταν Αμερικανός δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μυθιστοριογράφος. Θεωρείται μια απ’ τις σημαντικές φιγούρες του λογοτεχνικού μεταμοντερνισμού, τόσο από άποψη ύφους όσο και στη σύσταση της πλοκής των έργων του. Το στυλ που υιοθετεί στα έργα του είναι λόγια κοφτά, απότομα μέσα σε μικρές, συμπυκνωμένες προτάσεις γεμάτες αγωνία, κάτι που τον διαφοροποιεί απ’ το μορφολογικό υπόβαθρο των προκατόχων του, της λεγόμενης «Χαμένης Γενιάς» ή του κινήματος των μπήτνικς αργότερα. Ακόμη δε, το έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο στα περισσότερα έργα του καταργεί τις απαραίτητες αποστάσεις μεταξύ του συγγραφέα, του ήρωα της πλοκής και του συνολικού έργου τέχνης εν γένει. Κυρίως έγραψε διηγήματα και μυθιστορήματα «pulp fiction», επιστημονική φαντασία, μαύρες κωμωδίες και σατιρικά έργα. Ο ίδιος αναφέρει ως βασική επιρροή του τον Τζωρτζ Όργουελ για την ευαισθησία με την οποία αντιμετωπίζει τους φτωχούς και για τις σοσιαλιστικές του ιδέες. Πλην του Όργουελ, έντονες επιρροές δέχτηκε μεταξύ άλλων και από τον Άλντους Χάξλεϊ, τον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, τον Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω και τον Τζόναθαν Σουίφτ. Αυτή τη στιγμή, στα ελληνικά κυκλοφορούν τα έργα του Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδαΣφαγείο νούμερο 5Οι σειρήνες του ΤιτάναΑν αυτό δεν είναι ωραίο τότε τί είναι;.
O Χάρισον Μπέργκερον είναι ένα μικρό διήγημα επιστημονικής φαντασίας με έντονο σατιρικό και δυστοπικό χαρακτήρα. Γράφτηκε από τον Βόνεγκατ το 1960, πρωτοεκδόθηκε στο Magazine ofFantasy and Science Fiction και τελικά συμπεριλήφθηκε το 1968 στη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα υπό τον τίτλο Welcome to the Monkey HouseΟ οργουελικός «Χάρισον Μπέργκερον» έτυχε θετικής υποδοχής ενώ αρχικά αξιοποιήθηκε από το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό που έχει ενδιαφέρον από ανεκδοτολογικής άποψης είναι ότι, ενώ κατά τις δεκαετίες του ’70 και ’80 οι νέοι διδάσκονταν τον Χάρισον Μπέργκερον, που στα μάτια τους αντικατόπτριζε τον αμερικανικό τρόπο ζωής, δηλαδή τον ελεύθερο άνθρωπο, και, ως εκ τούτου, το έργο χρησίμευε ως ιδεολογικό εργαλείο έναντι του σοβιετικού μοντέλου της εξαναγκαστικής ισότητας των ανθρώπων όπου αυτοί που ξεχώριζαν (βλ. και ασκούσαν κριτική στο καθεστώς) είχαν την τύχη που όλοι γνωρίζουμε, κατά τις τελευταίες δεκαετίες που ο αμερικανικός δημόσιος λόγος παράτησε το ιδεώδες της ελευθερίας προς όφελος της ισότητας –ιδίως διαμέσου των ακτιβιστών κοινωνικής δικαιοσύνης που ευαγγελίζονται «ίσα δικαιώματα για όλους»–, το διήγημα εγκαταλείφθηκε από την Αριστερά και τους φιλελεύθερους ως νεοσυντηρητικό και ο Χάρισον Μπέργκερον από επαναστάτης έγινε φασίστας. Πολύ αμφίβολο είναι αν με τη σύγχρονη απαξίωση που βιώνει ο Χάρισον Μπέργκερον, μάλλον απαξίωση παραπλήσια μ’ αυτή που έχει να αντιμετωπίσει το 2081, θα προτείνεται στις μέρες μας από τις διευθύνσεις του εκπαιδευτικού συστήματος των ΗΠΑ σαν ανάγνωσμα νεανικής και εφηβικής λογοτεχνίας.
Έχουν γίνει διάφορες απόπειρες να χρησιμεύσει το διήγημα ως σενάριο και να μεταφερθεί ο Χάρισον Μπέργκερον στην οθόνη, ίσως ένα από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα να είναι το μικρού μήκους 2081.
μτφρ.: Νικόλας Γκίμπης
via

Δεν είναι ποτέ πολύ αργά για να υιοθετήσετε νέους τρόπους που θα σας κάνουν πιο ευτυχισμένους.


Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, ερχόμαστε αντιμέτωποι με πάρα πολλούς ανθρώπους και το γεγονός ότι τείνουμε να τους βάζουμε σε «κατηγορίες», δείχνει πόσο πολύ πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με συγκεκριμένους τρόπους από τη φύση τους.

Πώς να είστε ευτυχισμένοι με τον εαυτό σας καθώς βελτιώνετε τη ζωή σας

Η αλήθεια είναι, ότι πολλές πτυχές της προσωπικότητας μας, αναπτύσσονται με την πάροδο του χρόνου μέσα από τις ψυχολογικές συνήθειες που έχουμε υιοθετήσει, τους τρόπους με τους οποίους ερμηνεύουμε τα γεγονότα, τις σκέψεις που τρέχουν μέσα στο μυαλό μας και τις εξηγήσεις που δίνουμε στους εαυτούς μας για το πώς λειτουργεί ο κόσμος.
Σχεδόν κανείς άνθρωπος δεν θέλει να βλέπει τα πράγματα αρνητικά και όμως δεν είναι τόσο ασυνήθιστο, ειδικά για τους ανθρώπους που έχουν βιώσει δύσκολες στιγμές, περισσότερο από όσο θα ήθελαν.
Θέλετε να έχετε μια πιο ελπιδοφόρα και αισιόδοξη προοπτική για τη ζωή; Δείτε αν μπορείτε να ελαχιστοποιήσετε αυτές τις ψυχολογικές συνήθειες που κάνουν τους ανθρώπους δυστυχισμένους.


1. Όταν δε συγχωρείτε τους άλλους

Πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι η συγχώρεση είναι το ίδιο με το να ξεχνούν εντελώς κάτι ή να θεωρούν «ότι δεν έγινε και τίποτα». Αυτό όμως δεν είναι συγχώρεση. Ομοίως, πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι έχουν συγχωρέσει κάποιον για κάτι, ενώ στην πραγματικότητα, δεν το έχουν κάνει.
Η πραγματική συγχώρεση σημαίνει ότι επιτρέπετε στον εαυτό σας να είναι ελεύθερος από την δυσαρέσκεια της αίσθησης της αδικίας, ότι δέχεστε ότι κάτι έχει συμβεί αλλά πιστεύετε ότι αξίζετε να το ξεπεράσετε. Είναι η κήρυξη της ανεξαρτησίας σας από την επιμονή να εκδικηθείτε κάποιον άλλον, να σταματήσετε να σκέφτεστε το πώς θα τους «κάνετε να το πληρώσουν» και να συνεχίζετε να επιτρέπετε σε αυτό να διαβρώνει την συναισθηματική ευεξία σας.
Συγχώρεση είναι να απελευθερώνεστε με την πιο υγιεινή, πιο αληθινή έννοια του όρου. Η συγχώρεση δεν ελαχιστοποιεί την αδικία που σας έχει κάνει κάποιος. Απλά σας επιτρέπει να μην πληγώνεστε πλέον από αυτούς. Η συγχώρεση συνδέεται με τη μειώση της κατάθλιψης, του άγχους, της εχθρότητας, τη βελτίωση της αυτοεκτίμησης, ακόμη και τη σωματική υγεία. Αν κοιτάξει κανείς τα οφέλη της, θα δεί ότι αφορά την ευγένεια με τον εαυτό σας και όχι ότι κάνετε χάρη σε κάποιον άλλο.

2. Όταν δε συγχωρείτε τον ίδιο σας τον εαυτό

Ακόμη πιο καλό είναι να επιτρέψετε στον εαυτό σας να ξεπεράσει τα λάθη του. Η λύπη, η ντροπή και η ενοχή από ένα μόνο λάθος που μπορεί να έχετε κάνει, ίσως να σας στοιχειώνουν για χρόνια. Και οι συνακόλουθες αρνητικές σκέψεις, το άγχος και η απαισιόδοξη προοπτική μπορεί να δημιουργήσουν μια δυναμική, μέσα από την οποία να βλέπετε τον κόσμο με πίκρα και όλα αυτά επειδή νιώθετε ότι είστε ανάξιοι να αισθανθείτε καλά.
Στην πραγματικότητα, η συγχώρεση του εαυτού σας, σχετίζεται με τη βοήθεια της μείωσης των συναισθημάτων της κατάθλιψης. Αν βρείτε τον εαυτό σας να κυριεύεται από σκέψεις των λαθών του παρελθόντος, αρχίστε να τις παρατηρείτε και να τις εξερευνείτε: Πότε είναι χειρότερη η κατάσταση; Τι συναισθήματα προκαλούν; Τι τις κάνει να εξαφανίζονται;
Εάν είστε εγκλωβισμένοι σε μια ατέρμονη μάχη με τις σκέψεις, προσπαθώντας να «εκλογικεύσετε» την έξοδό σας από αυτές, εξετάστε αν, αντί αυτού, μπορείτε να μάθετε να αποδέχεστε την παρουσία τους χωρίς να επικυρώνετε το νόημά τους: «Σκέφτομαι πάλι τη στιγμή που πραγματικά ήμουν σκληρός απέναντι στους γονείς μου. Καταλαβαίνω τι σκέφτομαι. Δεν μπορεί όμως να το αφήσει να μου κάνει κακό τώρα, γιατί εγώ αποφασίζω τι πρέπει να κάνω από εδώ και πέρα».

3. Το σκεπτικό του Όλα ή Τίποτα

Είναι εκπληκτικό το πόσο συχνά το σκεπτικό όλα-ή-τίποτα φαίνεται να αποτελεί τη βάση μιας τέτοιας ποικιλίας ανθυγιεινών ψυχολογικών καταστάσεων. Από τον πανικό μέχρι την χαμηλή αυτοεκτίμηση, από την τελειομανία μέχρι την απελπισία, δεν είναι ασυνήθιστο να αποκαλύπτω κρυμμένα, αλλά και όχι και τόσο κρυμμένα, μοτίβα αυτής της δυσλειτουργικής σκέψης σε θεραπευόμενούς μου όταν παλεύουν με την αρνητική κοσμοθεωρία τους.
Αυτό που λέει το σκεπτικό «όλα-ή-τίποτα» από τον ορισμό του, είναι ότι η προοπτική σας για τη ζωή είναι άκαμπτη. Μεγεθύνει την αρνητικότητα κάνοντάς την να φαίνεται μεγαλύτερη από ό,τι είναι πραγματικά. Κρατά το μυαλό σας εστιασμένο σε αυτό που πήγε στραβά και όχι σε τι πήγε σωστά και αυτό σας κάνει να βλέπετε το άσχημο στους ανθρώπους, στα πράγματα και στη ζωή, πιο συχνά από ό, τι το καλό.
Προσπαθείστε αν μπορείτε να παρατηρήσετε τον εαυτό σας όταν κάνει αυτό το λάθος στην καθημερινή ζωή: Νιώθετε από τη φύση σας άβολα και προτιμάτε τα πράγματα να είναι μαύρα και άσπρα; Αυτό μπορεί να είναι καλό για την οργάνωση μιας ντουλάπας, αλλά μπορεί να μην είναι ωφέλιμο όταν πρόκειται να επεξεργαστείτε τα άσχημα πραγμάτα που συμβαίνουν.



4. Όταν έχετε περισσότερες προσδοκίες από τους άλλους παρά από εσάς

Όταν είστε συνεχώς απογοητευμένοι και ενοχλημένοι από τους ανθρώπους γύρω σας, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι πιθανόν ήσασταν άτυχοι και δεν σας φέρονται με τον τρόπο που σας αξίζει. Θα μπορούσε επίσης να σημαίνει ότι έχετε επιλέξει ακατάλληλα άτομα στο κοντινό σας περιβάλλον ή στη ζωή. Ή πιθανότατα, θα μπορούσε να σημαίνει ότι έχετε μία τάση για υπερβολικά υψηλές προσδοκίες για τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων, που δεν τις εφαρμόζετε στον εαυτό σας.
Στην πραγματικότητα, μερικές φορές αντιμετωπίζουμε σκληρότερα τους άλλους όταν βλέπουμε σε εκείνους τα δικά μας χαρακτηριστικά, όπως πράγματα που δεν μας αρέσει να παραδεχτούμε ή να εξετάσουμε. Νιώθουμε άβολα όταν βλέποντας αυτά τα χαρακτηριστικά σε άλλους. Όπως ο κλασικός υποκριτής που διαμαρτύρεται ενάντια σε αμαρτίες πολύ μικρότερες από αυτές που αυτός διαπράττει, είναι βέβαιο ότι θα δημιουργήσει μια αποσύνδεση μέσα μας που προκαλεί στρες, εχθρότητα και αρνητικότητα.
Εξετάστε τι πραγματικά συμβαίνει όταν είστε χρονίως απογοητευμένοι με κάποιον, είτε πρόκειται για τον άγνωστο στην αριστερή λωρίδα του δρόμου ή το βρώμικο συγκάτοικό σας. Βλέπετε τη συνολική εικόνα; Τι θα συμβεί αν, αντί να δέχεστε μέσα σας την αρνητική ενέργεια, επιλέγατε να προβληματιστείτε σχετικά με την τελευταία φορά που κάνατε ένα λάθος και τον τρόπο που μπορεί να φάνηκε στους άλλους; Η ενσυναίσθηση στους άλλους ανθρώπους, ακόμα και όταν δεν το θέλετε, μπορεί να είναι ένα εκπληκτικά ισχυρό εργαλείο για να εξαφανίσει το θυμό σας.

5. Όταν πιστεύετε ότι τα πράγματα δεν θα γίνουν ποτέ καλύτερα

Η σοβαρή απελπισία μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για κατάθλιψη ακόμα και αυτοκτονία. Αλλά ακόμη και ηπιότερες πεποιθήσεις για πράγματα που δεν θα βελτιωθούν, μπορεί να προκαλέσουν σημαντική καθημερινή βλάβη: «Η αδελφή μου δεν πρόκειται ποτέ να συνέλθει», «Ποτέ δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω τα δάνειά μου» και «Ο κόσμος είναι ένα άσχημο μέρος και γίνεται συνεχώς χειρότερος» όλες είναι πεποιθήσεις που φανερώνουν απελπισία και μπορεί να τυφλώσουν έναν άνθρωπο μπροστά σε σημαντικές ενδείξεις για το αντίθετο αποτέλεσμα.
Η ζωή είναι, για τους περισσότερους από εμάς, μια μακρά διαδρομή δεκαετιών, με τα πάνω και τα κάτω της και πολλές υποχωρήσεις. Η πεποίθηση ότι υπάρχει μια σταθερή πτωτική τροχιά, εμποδίζει την ομορφιά των καθημερινών πραγμάτων και σας κρατά απελπιστικά και λανθασμένα να πιστεύετε τις αρνητικές ιδέες, δίνοντάς τους μια δύναμη που δεν αξίζουν.
Φανταστείτε πόση ηρεμία μπορείτε να αισθανθείτε απλά επιτρέποντας στον εαυτό σας να πιστέψει ότι έξω στον κόσμο βρίσκονται αρμονικά και όμορφα πράγματα που δεν έχετε βιώσει. Χρειάζεται δουλειά με τον εαυτό σας για να τα δείτε, αλλά είναι εκεί και πάντα θα είναι.

6. Όταν πιστεύετε ότι έχετε λιγότερο έλεγχο στη ζωή σας, από ό,τι πραγματικά έχετε

Η μαθημένη ανικανότητα, σημειώθηκε για πρώτη φορά από τον Martin Seligman και αναφέρεται στην πεποίθηση ότι δεν έχουμε τον έλεγχο πάνω στις καταστάσεις μας, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου έχουμε, οπότε έτσι και εμείς οι ίδιοι πειθόμαστε ότι δεν πρέπει καν να μπούμε στον κόπο να δοκιμάσουμε. Αυτή η νοοτροπία έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με την κατάθλιψη και για μερικούς ανθρώπους, ακολουθεί μια χρονική περίοδο κατά την οποία πραγματικά δεν είχαν τον έλεγχο στη ζωή τους, ενώ ίσως υπέφεραν από κακοποίηση ή παραμέληση.
Αλλά όταν η πεποίθηση ότι δεν έχουμε καμία εξουσία παραμένει ακόμη και όταν, στην πραγματικότητα, έχουμε αποκτήσει δύναμη, αρνούμαστε στον εαυτό μας τη δυνατότητα να κάνει τη ζωή μας καλύτερη. Αυξάνουμε επίσης την πιθανότητα να βλέπουμε τον κόσμο ως εγγενώς αποθαρρυντικό, πείθοντας τους εαυτούς μας ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά.
Όσο περισσότερο μπορούμε να αισθανθούμε ότι κυβερνάμε το δικό μας πλοίο, τόσο περισσότερο μπορούμε να οικοδομήσουμε μια ζωή που μας ταιριάζει. Υποτιμάτε την ικανότητά σας να φύγετε από αυτή την αδιέξοδη δουλειά, να βρείτε έναν σύντροφο ο οποίος θα σας φέρεται καλά ή να λύσετε ειρηνικά τον πολύχρονο καυγά με τον αδελφό σας; Αν ναι, κάνετε στον εαυτό σας ένα μεγάλο κακό και αυξάνετε τις πιθανότητές σας να αφήσετε την άσχημη νοοτροπία να σας νικήσει.



7. Όταν πιστεύουμε στο μύθο της άφιξης

Ο μύθος της άφιξης αναφέρεται στην ιδέα ότι από τη στιγμή που έχετε «φτάσει» σε ένα συγκεκριμένο σημείο στη ζωή σας, όλα θα τακτοποιηθούν και η ζωή που περίμενατε θα ξεκινήσει τώρα. Αλλά μερικές φορές αυτή η πεποίθηση, ότι τα πράγματα θα γίνουν αυτόματα καλύτερα μόλις ένα συγκεκριμένο πράγμα συμβεί, μπορεί να είναι σχεδόν τόσο καταστροφικό όσο να πιστεύετε ότι τα πράγματα ποτέ δεν θα βελτιωθούν, επειδή το πρώτο σας δίνει την ενέργεια για μια καταστροφική απογοήτευση όταν τα πράγματα στην πραγματικότητα δεν γίνονταικαλύτερα.
«Μόλις συναντήσω επιτέλους τον ένα και μοναδικό / πάρω την προαγωγή μου / χάσω 20 κιλά / ζήσω σε ένα μεγαλύτερο σπίτι / τα παιδιά μου μπορέσουν να ζήσουν ανεξάρτητες και επιτυχημένες ζωές ... τότε θα είμαι ευτυχής», είναι κοινοί τρόποι σκέψης. Όμως βάζοντας την ευτυχία μας σε αναμονή και στα χέρια ενός τυχαίου γεγονότος ζωής που μπορεί ή δεν μπορεί να έχει καμία επίδραση ευτυχίας πάνω μας, δίνει ουσιαστικά πάρα πολύ δύναμη σε μια εξωτερική κατάσταση και δεν αρκεί για τους εαυτούς μας.
Μας στερεί τη δυνατότητα να βρούμε τη χαρά με τους δικούς μας όρους. Μας κάνει να χάσουμε το παροιμιώδες ταξίδι, επειδή είμαστε τόσο υπερ-επικεντρωμένοι στον προορισμό. Το χειρότερο από όλα, είναι ότι μας προετοιμάζει για μια ματαιωτική συντριβή, όταν συνειδητοποιήσουμε ότι δεν ήταν αυτά τα 20 κιλά που μας έκαναν να νιώσουμε κατάθλιψη, ήταν το γεγονός ότι είχαμε κατάθλιψη, για διαφορετικούς λόγους που μας έκανε να πάρουμε από την αρχή 20 κιλά.

8. Όταν υπεργενικεύουμε

Η πεποίθηση ότι αν αποτύχετε σε ένα πράγμα, θα αποτύχετε σε όλα, ήταν ένα από τα «γνωστικά λάθη» που ο Aaron Beck εντόπισε για πρώτη φορά ότι έθεταν τους ανθρώπους σε μεγαλύτερο κίνδυνο εκδήλωσης κατάθλιψης. Η τάση για υπεργενίκευση, η μετατροπή ενός μικρού εμποδίου σε βουνό, διαπνέει επίσης τα πρότυπα σκέψης πολλών ανθρώπων που έχουν διάχυτες αρνητικές απόψεις για τον κόσμο γύρω τους.
Μερικές φορές, αυτό το είδος της σκέψης μπορεί ακόμη και να μοιάζει με παράνοια: «Δώσε του αέρα και θα σου πάρει το κεφάλι» ή «όλοι θα σε εκμεταλευθούν αν τους αφήσεις». Είναι αλήθεια ότι κάθε άνθρωπος δεν είναι ένα υπόδειγμα αρετής, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι υπάρχει πολύ καλοσύνη εκεί έξω, αν απλά αφήστε τον εαυτό σας να την ανακαλύψει.
Και ακριβώς επειδή υπάρχουν απατεώνες δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να σταματήσουμε να βοηθάμε εκείνους που δεν είναι. Εν τέλει, όταν βοηθάμε τους άλλους, νιώθουμε μια τόνωση στη διάθεση μας. Έτσι, εξετάστε τις πεποιθήσεις σας για να δείτε αν, από όλα τα διαθέσιμα στοιχεία που έχετε, υπεργενικεύετε τον κόσμο σε ένα επικίνδυνο ή εχθρικό περιβάλλον, το οποίο μπορεί να δείχνει μία εχθρότητα που προέρχεται όμως από το εσωτερικό σας.

9. Όταν δεν δείχνετε έμπρακτα ευγνωμοσύνη

Η ευγνωμοσύνη για μικρά και μεγάλα πράγματα, φέρνει μεγάλες αλλαγές στην ψυχική υγεία σας. Γιατί να γκρινιάξετε για την αργή εξυπηρέτηση σε ένα εστιατόριο («Δεν πρόκειται να έρθω ποτέ ξανά αυτό το εστιατόριο») και να το αφήσετε να σας καταστρέψει ολόκληρη τη νύχτα σας, αντί να επιτρέψετε στον εαυτό σας να αναγνωρίσει πόσο υπέροχα ήταν τα ανθισμένα δέντρα έξω από το παράθυρο του εστιατορίου ενώ περιμένατε ή το γεγονός ότι είστε σε θέση να διαθέτετε τους οικονομικούς πόρους να δειπνήσετε έξω ή το γεγονός ότι είστε με κάποιον που θα μπορούσε να σας κάνει να γελάσετε ανεξαρτήτως του πόσο δυνατά γουργούριζαν τα στομάχια σας.
Μερικοί άνθρωποι μπορεί να πιστεύουν ότι η ευγνωμοσύνη ή η διατήρηση μιας λίστας με πράγματα για τα οποία είστε ευγνώμονες είναι ψευτοσυναισθηματικό. Αλλά θα προτιμούσατε να είναι λίγο ψευτοσυναισθηματικό ή να είστε τελικά το πρόσωπο που ζει ολόκληρη τη ζωή του χωρίς τα ψυχικά και σωματικά οφέλη για την υγεία του, μεταξύ άλλων χωρίς καταθλιπτικά συμπτώματα, με βελτιωμένη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και υγιή καρδιά, που σχετίζονται με την ευγνωμοσύνη;

Πηγή: psychcentral.com

via


Στο βιβλίο του Γάλλου καθηγητή Φιλοσοφίας, Σαρλ Πεπάν, "Οι φιλόσοφοι στο ντιβάνι", ο Φρόυντ.. ψυχαναλύει τον Πλάτωνα, τον Καντ και τον Σαρτρ, ψηλαφίζοντας τις ρωγμές στη φιλοσοφία τους, τις εμμονές τους, όσα τους επηρέασαν, και όσα η Ψυχανάλυση αποκαλύπτει για αυτούς, μέσα από τα λόγια τους. Ένα τρομερά ενδιαφέρον βιβλίο, απόσπασμα του οποίου παραθέτω παρακάτω.


(Διάλογος μεταξύ Πλάτωνα και Φρόυντ)

Στο απόσπασμα αυτό, ο Πλάτωνας βασανίζεται από ενοχές διότι θεωρεί πως συνέβαλε στη σημερινή πνευματική κατάντια.

Κι εξηγεί στον Φρόυντ ότι ο Ιδεαλισμός του τελικά επικράτησε, μολονότι κάποιος μπορεί να σκεφτεί ότι η σημερινή εποχή ακολουθεί τον ρεαλισμό και όχι τον Ιδεαλισμό του Πλάτωνα

(Μια πολύ πρόχειρη και κακογραμμένη σύνοψη του Ιδεαλισμού: Τίποτα από όλα αυτά που ζούμε δεν είναι πραγματικό. Ζούμε σε μια σπηλιά κι αυτό που αντικρύζουμε δεν είναι παρά σκιές κι αντανακλάσεις του φωτός του πραγματικού κόσμου απέξω, του κόσμου οπού υπάρχουν οι Ιδέες, κακέκτυπα κι απομιμήσεις των οποίων βιώνουμε και κοιτάζουμε εμείς στα τοιχώματα της σπηλιάς)


".... Πλάτωνας: Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί κάποιος να προβάλει μια ένσταση λέγοντας μου πως η εποχή χαρακτηρίζεται από τη λατρεία του σώματος, ότι τα σώματα των μοντέλων είναι οι θεότητες του σήμερα και πως όλα αυτά κάθε άλλο παρά πλατωνικά είναι, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο ακόμα, ότι παντού θριαμβεύει η πορνογραφία, πεδίο στο οποίο δύσκολα μπορεί να αναδειχθεί η φιλοσοφία μου.

Όμως, για άλλη μια φορά, πόση αμβλύνοια!

Όλα αυτά τα μοντέλα στις πασαρέλες είναι απαλλαγμένα από τις φόρμες που αποτελούν την ίδια τη ζωή, με όλο τον πλούτο και την ποικιλομορφία της. Στις πασαρέλες αυτές, περισσότερο από οπουδήποτε άλλου, η Ιδέα του ανθρωπίνου σώματος είναι αυτή που επιβάλλει μια τυραννία στα σώματα.


- (Φρόυντ) Δεν έχετε άδικο


- (Πλάτωνας) Κοιτάξτε τα ματιά όλων αυτών των κοριτσιών με τις τέλειες αναλογίες: δεν υπάρχει καμία επιθυμία στα ματιά αυτών των κοριτσιών με τα μηχανικά πόδια. Τοπ μόντελ όπως λένε.




Ακριβώς περί αυτού πρόκειται: αντί να αφεθούν να ζήσουν και να χαρούν το σώμα τους, το πλάθουν για να υπακούει στη τυραννία της Ιδέας, το πλάθουν για να βρίσκονται στην κορυφή, κατεχόμενες από μένος θανατηφόρο...


- (Φρόυντ) Προκείμενου να αντιστοιχεί στην ιδέα που έχουν σχηματίσει στο μυαλό τους..


- (Πλάτωνας) Να αντιστοιχεί στην ιδέα που βρίσκεται στον κόσμο των Ιδεών. Ακριβώς!


(................)

- (Πλάτωνας) Άλλωστε, τα πιο περιζήτητα κορίτσια είναι αυτά που κατάφεραν να μην έχουν απολύτως τίποτα στο βλέμμα, να είναι εντελώς εξαϋλωμένες, για να παραπέμπουν όσο πιο άμεσα στην απόλυτη Ιδέα του Κάλλους. Όλες αυτές οι επιδείξεις μόδας μου θυμίζουν κάθε φορά αυτό που είχα βάλει να χαράξουν στο αέτωμα του κτιρίου της Ακαδημίας μου, απευθυνόμενος σε εκείνους τους μαθητές ή επισκέπτες, που είχαν τη πρόθεση να εισέλθουν:" ΟΥΔΕΙΣ ΑΓΕΩΜΕΤΡΗΤΟΣ ΕΙΣΙΤΩ ".

Κανείς δε μπαίνει εδώ μέσα λοιπόν, αν δεν είναι εραστής των ιδανικών αναλογίων, της γεωμετρικής αληθείας των αναλογίων και όχι των ίδιων των σχημάτων, όχι των ίδιων των σωμάτων με τις ιδιαιτερότητες τους, τον ιδιαίτερο όγκο τους. Ωραία φιλοσοφία ζωής!

Αλλά η ζωή....


(......)


-Η ζωή δεν είναι γεωμετρία... Και η πορνογραφία.... είναι μάλλον φόβος για το σεξ παρά σεξ: είναι το σεξ εξ αποστάσεως, αυτό το σεξ πίσω από την οθόνη του υπολογιστή ή της τηλεόρασης μας.


- (Φρόυντ) Γιατί μου μιλήσατε για τη πορνογραφία;


- (Πλάτωνας) Επειδή αρκεί να δει κανείς όλες τις μορφές που μας επιβάλλει η πορνογραφία, για να καταλάβει πως κι εδώ, για ακόμη μια φορά, υπακούμε ξανά σε μια προσδιορισμένη Ιδέα

για το Σεξ.





- (Φρόυντ) Μια Ιδέα για το σεξ;


(Πλάτωνας) Μια Ιδέα τυραννική, απολυταρχική, που πέφτει από τον ουρανό της καταναλωτικής κοινωνίας. Τι κάνουν οι άνδρες στις μέρες μας όταν γνωρίζουν γυναίκες; Προσπαθούν να αναπαράγουν τις μορφές που επιβάλλει η πορνογραφία, έτσι είναι απόλυτα σίγουροι πως δε θα συναντήσουν το άγνωστο, δε θα προσκρούσουν σε μια πραγματικότητα που θα μπορούσε να τους αιφνιδιάσει, να τους αναγκάσει να αλλάξουν τη γνώμη που έχουν σχηματίσει για τον εαυτό τους, παίρνουν τα σώματα των γυναικών για να τους επιβάλλουν τις πρότυπες μορφές της νέας πορνογραφικής νόρμας και στην περίπτωση αυτή πρόκειται και πάλι για σώματα πλασμένα από την Τυραννία των Ιδεών.


- (Φρόυντ) Θέλετε να πείτε πως είναι ιδεαλιστές με τον τρόπο τους, ότι είναι όμηροι μιας συγκεκριμένης ιδέας περί σεξουαλικότητας..


- (Πλάτωνας) Απόλυτα! Όχι μόνο όμηροι, αλλά δεμένοι και μάλιστα με λουρί!


- (Φρόυντ) Δε ξέρω αν ο Ιδεαλισμός...


- (Πλάτωνας) Μα αυτός είναι ο ακριβής ορισμός του ιδεαλισμού: να μην επαφίεται κανείς στη συνάντηση του με το πραγματικό για να ανακαλύψει πως να πράξει, αλλά να ανατρέχει πάντα

και για τα πάντα σ' αυτό που η πράξη του θα έπρεπε να' ναι, δηλαδή σε μια ιδεώδη προϋπάρχουσα νόρμα. Ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τον έρωτα δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό το οποίο παρότρυνα σε όλους τους ανθρώπους να κάνουν στο Συμπόσιο.


- (Φρόυντ) Στο Συμπόσιο;


(Πλάτωνας) Ναι, στο έργο μου, το Συμπόσιο. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει το να αγαπάς μια Ιδέα δια μέσω του πόθου, του πόθου που νιώθεις για ένα σώμα; Ότι η αλήθεια βρίσκεται άλλου και όχι μέσα σ' αυτό το μοναδικό σώμα, σ' αυτή τη μοναδική στιγμή. πώς δε βρίσκεται σ' αυτό το σώμα, που κινείται όπως κανένα άλλο, αλλά στην Ιδέα αυτού του σώματος του σεξ ή του κάλλους.

Ιδέα που έπεσε από τον ουρανό και μου επεβλήθη. Και τι άλλο ζουν αυτά τα παιδιά της πορνογραφικής εποχής, που δε ξέρουν άλλον τρόπο να αγαπηθούν πέρα από το να μιμούνται

μια επιβαλλόμενη νόρμα; Όσο πιο πολύ κοιτάζω ετούτη την εποχή, τόσο μεγαλύτερη ενοχή νιώθω.


- (Φρόυντ) Ναι, ενοχή. Αλλά, γιατί ενοχή;


- (......)(Πλάτωνας) Ενοχή για τούτη την τυραννία η οποία επεβλήθη στο σώμα των ανθρώπων εξαιτίας μιας Ιδέας για το σώμα.

Οι άνδρες παίρνουν Viagra για να έχουν όλοι την ίδια στύση, οι γυναίκες παίρνουν την ορμόνη DHEA για να έχουν όλες την ίδια επιδερμίδα, κάνουν προσθετική μαστού για να έχουν όλες το ίδιο στήθος, να φαίνονται το ίδιο νέες...

Παντού συναντά κανείς την ίδια λατρεία για μια ορισμένη ιδέα του σώματος, παντού το ίδιο μίσος για το πραγματικό σώμα. Ένα σώμα είναι πάντοτε διαφορετικό από κάποιο άλλο, μπορεί να είναι ατελές και πλαδαρό, όμως ακόμα και τότε, πίσω από τη πλαδαρότητα υπάρχει η ζωή, ενώ στην άλλη περίπτωση υπάρχει ο θάνατος, ναι, όντως ο θάνατος είναι αυτός που ανορθώνει τα στήθη με το νυστέρι, ο θάνατος είναι πάλι αυτός που φουσκώνει τα χείλη με ενέσεις, είναι ο θάνατος, επειδή πρόκειται για άρνηση της ζωής έτσι όπως έχει, με τους κύκλους της και τις επαναλήψεις της,

είναι η άρνηση της ζωής κατά τον ίδιο τρόπο που για πρώτη φορά εγώ την όρισα στη φιλοσοφία μου,

" ΦΙΛΟΣΟΦΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΑΘΑΙΝΩ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΩ ", εγώ το είπα αυτό, έτσι δεν είναι;


- (Φρόυντ) Έτσι είναι. Εσείς το είπατε


(.......)


- (Πλάτωνας) Πρέπει να μισεί κανείς το σώμα του για να αρνείται κατ' αυτό τον τρόπο να το δει να γερνάει, να αρνείται να δει την ιδιαίτερη ομορφιά του, να το κακοποιεί έτσι θέλοντας να του επιβάλλει μια ιδέα. Κι αυτό το μίσος για το σώμα, εγώ το επινόησα: πρώτος στην Ιστορία, σκέφτηκα το σώμα με τόσο ευρύ τρόπο, ευρύ σαν την άβυσσο που καταπίνει τα πάντα και καταπίνει ακόμα και τον εαυτό της, σαν ένα τόπο όπου η ψυχή ξεβράζεται, σαν μια φυλακή στην οποία η ψυχή καταλήγει, όπου η αιωνιότητα της βρίσκεται εγκλωβισμένη.

Αντίθετα, το να αγάπα κανείς το σώμα του, να το αγαπάει πραγματικά, σημαίνει πως αγαπά όλα τα σώματα, με τις διαφορές και τις ατέλειες τους. Αυτό που αποκαλούμε λατρεία του σώματος είναι ένα μίσος για όλα τα σώματα και τις ιδιαιτερότητες τους, είναι μια λατρεία όχι για το σώμα

αλλά για ένα είδωλο, για την Ιδέα του σώματος.


- (Φρόυντ) Ώστε, λοιπόν, δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο πλατωνικό από τη λατρεία του σώματος..


- (Πλάτωνας) Όντως. Η λατρεία του σώματος είναι ένα ιδεαλιστικό πάθος.





Τι να πρωτοσχολιάσεις σε ένα τόσο γόνιμο και πλούσιο απόσπασμα;

Από τη Κατανάλωση, τον Μιμητισμό, την επιβεβλημένη από τη Θεά-Αγορά, Ομοιομορφία, τον φόβο για τον θάνατο (που καταλήγει πάντα σε φόβο για τη ζωή) και τον κόσμο του μόντελινγκ.


Πριν λίγα χρόνια, έπεσαν στα χεριά μου κάτι τεύχη του Ιταλικού και Γαλλικού Vogue, και παρατήρησα τις φωτογραφήσεις, το concept και τα γνωστά μοντέλα στις σελίδες τους.

Έκανα ακριβώς την ίδια σκέψη: Αυτό που αντίκρυζα ήταν ο θάνατος.

Σώματα λιπόσαρκα και πρόσωπα αποστεωμένα, ανεστραμμένοι Άγιοι του Τίποτα, η μάλλον ούτε καν ανεστραμμένοι, γιατί το αντίθετο του Αγίου θα ήταν κάτι το δαιμονικό, μα τίποτα έστω το δαιμονικό δεν υπήρχε εκεί: Εκεί υπήρχε μόνο ο θάνατος.

Ένας πινάκας ζωγραφικής που απεικονίζε τη Νεκρή Φύση, αλλά τη θέση των αντικείμενων και των τοπίων, είχαν πάρει τα πεθαμένα μοντέλα. Είχε αφαιρεθεί με χειρουργική ακρίβεια η σεξουαλικότητα, το παλλόμενο σώμα, ή ίδια η ζωή. Βλέμματα που δεν αντίκρυζαν μόνο το Τίποτα,

βλέμματα που ήταν Τίποτα τα ίδια.

Ένα Τελετουργικό για να απωθηθεί η ιδέα του Θανάτου... όταν φοβόμαστε κάτι, έχουμε τη τάση να το αναπαριστούμε συνεχώς μέσα από τις πράξεις μας, και να βασανίζουμε τη σκέψη μας μέσα του.

Φοβόμαστε τον θάνατο τόσο πολύ, ώστε καταλήγουμε να ζούμε κάθε μέρα στην ασφυκτική αγκαλιά του, σαν τον Υποχόνδριο που φοβάται τόσο πολύ μήπως πεθάνει και καταλήγει στο να βλέπει κάθε τρεις και λίγο τον γιατρό, να τον ρωτά αν είναι καλά, μόνο και μόνο για να ακούσει τη καθησυχαστική απάντηση του γιατρού " ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ "


Αυτός είναι ο συσχετισμός και στο μόντελινγκ. Η μόδα πριν λίγα χρόνια ήταν τα μοντέλα να φωτογραφίζονται μέσα σε.. ψυγείο κρεάτων, ποζάροντας πλάι σε σφαγμένα γουρούνια ή αρνιά!

(Η με.. μπριζόλες να καλύπτουν το σώμα τους, αλά lady-gaga)


Νεκρή σάρκα, νεκρή καρδιά... απωθώντας τον θάνατο... όμως, όπως έγραψε και ο Λακάν, " ΤΟ ΑΠΩΘΗΜΕΝΟ ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΣΤΡΈΦΕΙ "... αυτό που απωθούμε, έρχεται πάντα ξανά μέσα στο νου για να μας βασανίσει, άλλοτε μεταμφιεζόμενο, άλλοτε με ανεστραμμένη μορφή.Και η κατάληξη είναι πάντα κοινή: Αυτός που φοβάται τον θάνατο, ουσιαστικά φοβάται τη ζωή. Αυτός που τρέμει μήπως πεθάνει, ουσιαστικά τρέμει μπροστά στη σκέψη ότι πρέπει να ζήσει, να χαρεί, να απολαύσει. 


Ο Μπρους Φινκ γράφει ότι η υστερική (συνήθως είναι γυναίκα) αναρωτιέται για το φύλο της, ενώ ο ιδεοψυχαναγκαστικός (συνήθως είναι άντρας) 


αναρωτιέται για το αν είναι ζωντανός ή νεκρός. (Υστερία - Ιδεοψυχαναγκασμός - Φοβία, οι κατηγορίες των νευρώσεων). 


Παρατηρώντας τα τελευταία γεγονότα, ακούγοντας τα τελευταία νέα, επιβεβαιώνεται ο ρόλος του θεατή που έχουμε επιλέξει: Στριμωγμένοι στη γωνιά μας, αναρωτιόμαστε για το αύριο που θα ξημερώσει, αναρωτιόμαστε για το αν θα βρούμε δουλειά, 


αναρωτιόμαστε για το αν θα κρατήσουμε τη δουλειά που έχουμε,


αναρωτιόμαστε πόσο ακόμα θα αναρωτιόμαστε, αναρωτιόμαστε γιατί δεν αντιδράμε, αναρωτιόμαστε γιατί δε θέλουμε κατά βάθος να αντιδράσουμε, αναρωτιόμαστε ποια θα ήταν η καλύτερη αντίδραση, αναρωτιόμαστε αν αυτοί που κρατάνε στα χέρια τους τις τύχες του πλανήτη θα φιλοτιμηθούν να " κάνουν κάτι και για τον λαό ", αναρωτιόμαστε για τόσα πράγματα, αλλά στο βάθος, όλες αυτές οι αναρωτήσεις δεν είναι παρά η προέκταση του ενός και πρωταρχικού ερωτήματος, του ερωτήματος του ψυχαναγκαστικού άραγε είμαστε ζωντανοί ή νεκροί; Άραγε, έχει μείνει καθόλου αίμα στις φλέβες μας ή μας έστιψαν, το ήπιαν και τώρα αντικρύζουμε στον καθρέπτη ένα φάντασμα; Κι αυτή η συνέπεια της σκέψης μας, είναι παρά πολύ βολική και δικαιολογεί την αδράνεια όχι μόνο στη πράξη αλλά και στη σκέψη, άλλωστε ένα φάντασμα, ένας νεκρός, δε μπορεί να σκεφτεί, δε μπορεί να δράσει. Επομένως δε φταίμε εμείς για την ακινησία.. φταίει το ότι έχουμε πεθάνει.


Το κακό εδώ είναι ότι δεν έχουμε πεθάνει.

Το ακόμα χειρότερο, είναι ότι στον καθρέπτη δεν αντικρύζεις αυτό που πραγματικά στέκεται απέναντι, αλλά αυτό που εσύ νομίζεις ότι στέκεται.




Ταξιδεύουμε σε δρόμους πιο ανοιχτούς…
με μυαλά όλο και πιο στενά.

Έχουμε περισσότερες ανέσεις…
αλλά ζούμε πιο στενάχωρα.

Έχουμε περισσότερες γνώσεις…
και λιγότερη επίγνωση.

Περισσότερους ειδικούς… 

και λιγότερες λύσεις.

Περισσότερα φάρμακα… 

και λιγότερη υγεία.

Είναι η εποχή το γρήγορου φαγητού…
και της αργής χώνευσης.

Των φανταστικών σπιτιών… 

με διαλυμένες οικογένειες.

Που θυμώνουμε πολύ γρήγορα…
αλλά αργούμε να συγχωρήσουμε.

Που φεύγουμε πολύ νωρίς…
και γυρίζουμε πάντα αργά.

Υψώνουμε τις σημαίες της ισότητας,
αλλά κρατάμε τις προκαταλήψεις.

Έχουμε την ατζέντα μας γεμάτη
με τα τηλέφωνα φίλων…
που δεν τους τηλεφωνούμε ποτέ…

Και τα ράφια της βιβλιοθήκης μας, γεμάτα 
βιβλία που δεν θα διαβάσουμε ποτέ.






Χόρχε Μπουκάι 
Ο δρόμος της πνευματικότητας



Έτσι είναι οι άνθρωποι που δεν νιώθουν τίποτα.

Σαν κερί σβηστό μέσα στο σκοτάδι της ζωής τους.

Σαν μολύβι στα χέρια ενός ανθρώπου που δεν έμαθε ποτέ να γράφει αλλά ήξερε πολύ καλά να μουτζουρώνει.

Σαν καλοκαίρι πάνω στις παγωμένες κορυφές βουνών τον Αύγουστο.


Έτσι γίνονται οι άνθρωποι που δεν νιώθουν τίποτα.

Ήταν πάντα η ζωή η ίδια και τώρα είναι ο καθρέφτης της.

Ήταν πάντα δίπλα σε όλους και ξαφνικά έγιναν οι σκιά του εαυτού τους.

Ήταν πάντα εδώ και βρέθηκαν πεταμένοι στην άκρη ενός δρόμου που δεν έβγαζε πουθενά.




Έτσι αγαπάνε οι άνθρωποι που δεν νιώθουν τίποτα.

Με το μυαλό τους γιατί την καρδιά τους την έχασαν κάπου ανάμεσα στην ανεμελιά και τα γέλια μιας προηγούμενης ζωής .

Με τον φόβο αγαπάνε τώρα πια, γιατί κάποτε αγάπησαν και δόθηκαν σε έναν έρωτα που ο νικητής τα είχε ήδη πάρει όλα από την αρχή.


Έτσι πονάνε οι άνθρωποι που δεν νιώθουν τίποτα.

Μόνοι τους.

Περήφανοι.

Γενναίοι.

Σαν αξημέρωτα βράδια..

Σαν θάλασσες ναυαγισμένες..


Έτσι πεθαίνουν κάποτε οι άνθρωποι που δεν νιώθουν τίποτα.

Αθάνατοι.


Γιατί αυτοί οι άνθρωποι κάποτε έδωσαν τα πάντα και έμειναν με τρύπια χέρια .

Έμειναν με μπαλωμένη καρδιά.

Με σακατεμένη περηφάνια.


Γιατί κανένας δεν ήρθε να τους χαϊδέψει τα μαλλιά και να τους πει ένα δεν πειράζει..

Σ’ αγαπώ.

Όλοι ερχόντουσαν στην δική τους αγκαλιά και ρωτούσανε πάντα ..

Μ’ αγαπάς;

via