Ανάλυση της προς Ρωμαίους επιστολής (38/50)





Εδάφια 5-11


Εδάφιο 5
«Μωυσής γαρ γράφει την δικαιοσύνην την εκ του νόμου, ότι ο ποιήσας αυτά άνθρωπος ζήσεται εν αυτοίς.»
«Ο Μωυσής γράφει δια την δικαίωσιν που προέρχεται από τον νόμον ότι ο άνθρωπος που ετήρησε τας εντολάς θα ζήση δι” αυτών».

«Εν αυτοίς»: Το πιο σωστό είναι «εν αυτή» (την δικαιοσύνη) που βρίσκεται σε ορισμένους κώδικες.
Η πιο σωστή απόδοση του εδαφίου είναι: «Διότι ο Μωυσής περιγράφει την δικαιοσύνη που είναι απ” τον νόμο έτσι: Ο άνθρωπος που έχει υπακούσει τον νόμο, θα ζήση δι” αυτού.» Ο νόμος θα ήταν το μέσον της σωτηρίας και ζωής γι” αυτόν που πραγματικά θα τον εκτελούσε.
Αλλ” εάν είναι σίγουρο ότι αυτός ο τρόπος είναι ακατόρθωτος για τον πεσμένον άνθρωπο, πως μπορεί να εξηγηθή ότι ο Μωυσής τον πρότεινε σοβαρά στον λαό του Θεού; Εδώ θα πρέπει να πούμε ότι ο νόμος του Ιεχοβά, σωστά αντιληπτός, δεν είχε δοθεί ανεξάρτητα απ” την χάρη Του. Ο νόμος, λαμβανόμενος στην πλήρη έννοια της λέξης, περιείχε μια ολόκληρη σειρά μέσων χάρης, που προσφερόταν ασταμάτητα στον ευσεβή Ισραηλίτη. Απ” την στιγμή που αμάρτανε, μπορούσε να προσφύγη ταπεινά στην συγνώμη του Θεού, με ή χωρίς θυσία, ανάλογα με την περίπτωση, ιδέ Ψαλμό ΝΑ16,17: «Δεν ευαρεστείσαι εις θυσίες…η θυσία για τον Θεό είναι ένα συντετριμμένο πνεύμα». Εδάφια 10-12: «Κτίσε μου μια καθαρή καρδιά, ω Θεέ, … επανόρθωσε με στην χαρά της σωτηρίας σου.» Ο νόμος, έτσι ταπεινά αντιληπτός και ειλικρινά εφαρμοζόμενος, ήταν σίγουρα ο δρόμος της σωτηρίας για τον Ισραηλίτη που πίστευε. Τον οδηγούσε σε μια ακόμα πιο στενή επικοινωνία με τον Θεό, πράγμα που το βρίσκομε τόσο συχνά σε παραδείγματα στην Παλαιά Διαθήκη. Εκείνο που ακόμα έλειπε σ” αυτή την συγνώμη και σωτηρία, ήταν να χορηγηθή κάποια μέρα η Μεσσιανική συγνώμη και σωτηρία, η οποία ήταν και η εθνική τους ελπίδα.
Δεν υπήρχε τίποτα τότε πιο σοβαρό για τον Ισραηλίτη, που αντελήφθη και εφάρμοζε τον νόμο στο αληθινό του πνεύμα και στο πλήρες του πλάτος, από τα λόγια του Μωυσή.
Αλλά δυστυχώς, υπήρχε και ένας άλλος τρόπος να αντιληφθής τον νόμο και να τον χρησιμοποιήσης. Θα μπορούσες να τον πάρεις σε μια στενή έννοια, αποκλειστικά και μόνον στην μορφή της εντολής, και να κάνεις την τυπική τήρηση της εντολής ένα μέσον αυτοδικαίωσης και υπερήφανης αυτοϊκανοποίησης. Και αυτό ήταν το πνεύμα που επικρατούσε στις μέρες του Παύλου. Ο Φαρισαϊσμός, διαχωρίζοντας την εντολή από την χάρη, θεωρούσε ότι η εκπλήρωση της, πραγματοποιουμένη με την δύναμη του ανθρώπου, συνιστούσε το δικαίωμα για την απονομή της θείας χάρης. Είναι ενάντια σ” αυτή την άποψη που ο Παύλος εδώ στρέφει τον ίδιο τον νόμο. Είναι σαν τους λέγει: «Επιθυμείτε να δικαιωθήτε με τα δικά σας έργα. Καλά! Αλλά σ” αυτή την περίπτωση ας είναι το έργο σας πλήρες! Εάν η υπακοή σας πρόκειται να σας κάνη να ζήσετε, πρέπει να είναι άξια Αυτού προς τον οποίον προσφέρεται». Σ” έναν τέτοιο δρόμο απελπισίας είχε ο ίδιος ο Απόστολος οδηγηθεί από τον νόμο, επειδή τον είχε αντιληφθεί, και τον εφάρμοζε στην πράξη κάτω από αυτό το εσφαλμένο πνεύμα. Έτσι τον είχαν αντιληφθεί, και τον εφάρμοζαν οι Φαρισαίοι της εποχής του. Αλλ” εάν ο άνθρωπος επιθυμεί να υψώση το οικοδόμημα της δικής του δικαιοσύνης, ας βγάλει έξω κάθε στοιχείο χάρης απ” τον νόμο. Διότι απ” την στιγμή που προσφεύγει στην χάρη για λίγο ή για πολύ, όλα τέλειωσαν με το έργο: «Το έργο δεν είναι πλέον έργο» (ΙΑ6).
Ο νόμος λοιπόν μπορεί να θεωρηθή κατά δύο απόψεις: α) Στην πληρότητα του, περιλαμβάνοντας μέσα και τα στοιχεία της χάρης που ανήκαν σ” αυτόν, εν όψει μιας τέλειας δικαίωσης και ενός πραγματικού αγιασμού (το έργο του Ιησού Χριστού). β) Χωρίς αυτά τα στοιχεία της χάρης, και με πρόσδεση μόνον στην εντολή, στρέφοντας την εκτέλεση της προς ικανοποίηση της ανθρωπίνης υπερηφανείας.

Εδάφια 6,7
«Η δε εκ πίστεως δικαιοσύνη ούτω λέγει, Μη είπης εν τη καρδία σου, τις αναβήσεται εις τον ουρανόν; Τούτ” έστι Χριστόν καταγαγείν. Ή τις καταβήσεται εις την άβυσσον; Τούτ” έστι Χριστόν εκ νεκρών αναγαγείν».
«Η δικαίωσις όμως που προέρχεται από την πίστιν, λέγει, Μη πης εις την καρδιά σου ποιός θα ανεβή εις τον ουρανόν; Δια να κατεβάση δηλαδή τον Χριστόν, ή ποιός θα κατεβή εις την χώραν των νεκρών; Δια να ανεβάση δηλαδή τον Χριστόν από τους νεκρούς.»

Να σημειώσωμε πρώτα απ” όλα την αλλαγή στο υποκείμενο, καθώς περνάμε από το εδάφιο 5 στο εδάφιο 6. Ο Παύλος δεν λέγει πλέον εδώ: «Ο Μωυσής γράφει (ή περιγράφει)». Δεν είναι πλέον αυτός που μιλά είτε κατ” ευθείαν είτε έμμεσα. Είναι η ίδια η δικαίωση δια πίστεως που παίρνει τον λόγο, δανειζομένη ορισμένες εκφράσεις από το αναφερόμενο χωρίο, Δευτερονόμιο Λ11-14, για να αποκαλύψη την ουσία της. Είναι τούτη που μιλά εδώ, χρησιμοποιόντας μ” έναν ελεύθερο τρόπο ορισμένες εκφράσεις του Μωυσή.
Τι όμως να εννοεί όταν λέγει αυτά τα λόγια; Το χωρίο, στο αρχικό κείμενο, εφαρμόζεται στον νόμο, που ο Μωυσής είχε μόλις επαναλάβει στον λαό, σύμφωνα με το πνεύμα του παρά σύμφωνα με το γράμμα του. Ο Μωυσής εννοεί ότι ο λαός δεν χρειάζεται να ανησυχούν γύρω απ” την δυνατότητα τους να καταλάβουν και να κάνουν πρακτική εφαρμογή αυτού του νόμου. Δεν χρειαζόταν να φαντάζονται ότι κάποιος έπρεπε να σταλή στον ουρανό, ή πέρα από τις θάλασσες, να φέρη την εξήγηση των εντολών του νόμου, ή να κάνη δυνατή την εκπλήρωση του. Αυτός ο νόμος έχει αποκαλυφθεί κατά τέτοιον τρόπον απ” τον Κύριο, ώστε ο κάθε Ισραηλίτης να είναι σε θέση να τον καταλάβη με την καρδιά, και να τον ομολογή με το στόμα. Και όλοι μπορούσαν να τον εκπληρώσουν.
Είναι προφανές ότι, εκφραζόμενος έτσι ο νομοθέτης, δεν υποστηρίζει την άποψη μιας ανεξάρτητης ηθικής, με μόνο την προσπάθεια του ανθρώπου. Αντίθετα, υποστηρίζει την εμπιστοσύνη στην πιστότητα του Ιεχοβά, και στην υπόσχεση της χάρης Του και της βοήθειας Του, και την προσφυγή σ” αυτές. Δεν είναι χωρίς σημασία που ο Δεκάλογος άρχιζε έτσι: «Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου που σε έβγαλα από την γη της Αιγύπτου», και ότι κάθε σειρά νόμων τελείωνε με την επωδό: «Εγώ είμαι ο Κύριος». Επομένως η κατανόηση και η εφαρμογή του νόμου, τις οποίες ο Μωυσής τις δηλώνει σαν δυνατές, δεν έχουν τίποτα κοινό με τα έργα προς βράβευση. Είναι οι καρποί μιας καρδιάς που είναι σε πλήρη κοινωνία εμπιστοσύνης και αγάπης με τον Θεό της Διαθήκης. Και πως, πράγματι, θα μπορούσε ο Μωυσής, ο οποίος είχε γράψει για τον Αβραάμ τις λέξεις: «Η πίστη του του λογίσθηκε για δικαιοσύνη», να έχει σκεφθεί ότι ο τρόπος της πίστης επρόκειτο να αντικατασταθή μετά από μερικούς αιώνες από εκείνον των έργων προς βράβευση; Σύγκρινε πάνω σ” αυτό το Γαλάτας Γ17 και συνέχεια.
Εκείνο το στοιχείο της χάρης το οποίον, σύμφωνα με τον ίδιο τον Μωυσή, εσχημάτιζε την βάση της όλης διαθήκης σ” όλες τις διάφορες φάσεις της, πατριαρχικές και Μωσαϊκές, απελευθερώνεται εδώ υπό του Παύλου από το προσωρινό του κάλυμμα (κάτω από το οποίο δόθηκε στο Δευτερονόμιο), όπως ο Ιησούς, στην επί του Όρους Ομιλία, απελευθέρωσε από το γράμμα του Δεκαλόγου το πνεύμα του. Δεν θέτει ο Παύλος στο χωρίο του Μωυσή κάτι που δεν υπάρχει εκεί, αλλά σύρει απ” αυτό, για να τονίση την βαθύτερη ουσία του, την χάρη του Ιεχοβά καλυμμένη και μαρτυρουμένη μέσα στην ίδια την εντολή.
Αυτή η χάρη, ήδη υπάρχουσα στην Ιουδαϊκή θεοκρατία, ήταν το γόνιμο σπέρμα που είχε τοποθετηθεί κάτω απ” την επιφάνεια, και που επρόκειτο κάποια μέρα να φυτρώση, και να γίνη το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της νέας διαθήκης. Ο Απόστολος λοιπόν είναι απόλυτα σωστός παίρνοντας αυτά τα λόγια σαν το προοίμιο της ευαγγελικής χάρης.
Είναι εύκολο πάντως, να καταλάβωμε γιατί, αισθανόμενος τον εαυτόν του σε κάποια απόσταση από το γράμμα, σ” αυτή την εφαρμογή, δεν παρουσιάζει τον ίδιο τον Μωυσή, αλλά την δικαίωση της πίστης να αναδύεται η ίδια στις εκφράσεις του νομοθέτη. Και οι διαφορές στα κείμενα του Μωυσή και του Παύλου, όπως παρατηρούμε, είναι πολλές.
«Μη είπης εν τη καρδία σου»: Αναφέρεται σε μια κακή σκέψη που κάποιος φοβάται να πη, (σύγκρινε Ματθαίος Γ9, Αποκάλυψη ΙΗ7).
«Άβυσσος»: Εδώ δηλώνει την κατοικία των νεκρών (σύγκρινε εδάφιο 7). Ο ουρανός είναι το πλέον υψηλό σημείο και η άβυσσος το πλέον βαθύ. Ο Παύλος αναφέρει αυτή την αντίθεση για να περιγράψη απ” την μια μεριά, την καταδίκη απ” την οποία ο Χριστός μας σώζει (εδάφιο 7), και από την άλλη, την πλήρη σωτηρία στην οποία μας υψώνει (εδάφιο 6). Οι δύο τόποι είναι τα σύμβολα αυτών των δύο καταστάσεων.
Με αυτές τις ελαφρές τροποποιήσεις που ο Παύλος κάνει στα λόγια του Μωυσή, υποκαθιστά την ακόμα ατελή χάρη που είχε επισυναφθεί από τον Κύριο στο δώρο του νόμου, με τις τέλειες απονομές χάρης που ανήκαν στην νέα διαθήκη. Στην εφαρμογή που αυτός κάνει των λόγων του Μωυσή, καταδεικνύει, όχι μόνον την βοήθεια του Ιεχοβά που είναι πάντα κοντά στον πιστό, να τον στηρίξη στην εκπλήρωση του νόμου, αλλά και τον νόμο ήδη πλήρως εκπληρωθέντα, και στις εντολές του και στις απειλές του, από την ζωή και τον θάνατο του Ιησού Χριστού. Έτσι, το μόνο που απομένει γι” αυτόν που ζητά σωτηρία, είναι να οικειοποιηθεί και να εφαρμόση αυτή την εκπλήρωση στον εαυτόν του. Ο Μωυσής καθησύχαζε τον ειλικρινή Ιουδαίο δείχνοντας του ότι η πράξη θ” ακολουθούσε εύκολα από την πίστη. Ο Παύλος καθησυχάζει κάθε άνθρωπο που επιθυμεί σωτηρία, προσφέροντας του ένα έργο ειργασμένο από έναν άλλον, και το οποίο δεν έχει παρά να το αρπάξει με τη πίστη του, και να το κάνει δικό του. Το να διεισδύσωμε λοιπόν στο πνεύμα των λόγων του Μωυσή, και το να επιμηκύνωμε τις γραμμές της εικόνας που χρησιμοποιείται απ” αυτόν, είναι το όλο που χρειάζεται για να καταλήξωμε στο Ευαγγέλιο.
Να διευκρινίσωμε ότι εκείνος στον οποίον ομιλεί η δικαιοσύνη της πίστης με αυτόν τον τόνο εξουσίας, είναι ένας που πιστεύει αυτά τα γεγονότα, και τον οποίον προτρέπει να σύρη τις σωτήριες συνέπειες που λογικά εκπηγάζουν απ” αυτά. Να διευκρινίσωμε επίσης εδώ ότι το υπό εξέταση θέμα δεν είναι η μελλοντική μας ανάσταση και δόξα, αλλά η παρούσα μας δικαίωση δια πίστεως.
Εάν αρχίσωμε, καθώς είναι φυσικό, από το τελευταίο σημείο (στην αρχική έννοια των λόγων), η εξήγηση των εδαφίων 6 και 7 έχει ως ακολούθως: «Ω εσύ, που επιθυμείς να φθάσης στον ουρανό για να έρθεις σε κοινωνία με τον Θεό, μη λες: «Πως θα υψωθώ σ” αυτόν;». Σαν να ήταν αναγκαίο για σένα τον ίδιο να πραγματοποιήσης αυτή την άνοδο με τα βήματα της δικής σου προσπάθειας. Εκείνο για το οποίο συ λες: «Ποιός θα το κάνει (ή πως θα το κάνω);», είναι ένα πράγμα ήδη καμωμένο. Το να ερωτάς μια τέτοια ερώτηση είναι το να αρνείσαι ότι ο Χριστός το έχει πράγματι κάνει. Είναι για να επανορθώση, τουλάχιστον όσον αφορά εσένα, αυτό που Αυτός ήδη έκανε.
Εσένα που σε βασανίζουν οι αμαρτίες σου, μην λες πλέον: «Ποιός θα κατέβει στη άβυσσο, εκεί, να υποστή την ποινή μου;». Εκείνο που εσύ λες: «Ποιός θα το κάνει (ή πως θα το κάνω);», είναι ένα πράγμα ήδη καμωμένο. Το να ερωτάς μια τέτοια ερώτηση είναι το να αρνείσαι ότι ο Χριστός το έχει πράγματι κάνει. Είναι για να επανορθώση, τουλάχιστον όσον αφορά εσένα, αυτό που Αυτός έχει κάνει. Η εξιλέωση έχει ολοκληρωθεί, μπορείς να την έχης δια πίστεως».
Η μορφή «τις;» έχει αυτή την έννοια: Δεν είναι ο κάθε άνθρωπος ατομικά που του ζητιέται να εκπληρώση αυτές τις δύο προϋποθέσεις της σωτηρίας – υπακοή (αγία ζωή) και εξιλέωση. Σ” αυτή την περίπτωση ο κάθε άνθρωπος θα εκαλείτο να είναι ο δικός του Χριστός. Η δικαίωση της πίστης απορρίπτει κάτι τέτοιο, το οποίον μπορεί μόνον να καταλήξει σε αποθάρρυνση και πικρία. Αντί για τον ρόλο των Χριστών, μας φέρει κάτω σε κείνον των πιστών. Και εξ αυτού η αιτία γιατί ο Παύλος, στα επόμενα λόγια, χρησιμοποιεί δύο φορές το όνομα του Χριστού, και όχι εκείνο του Ιησού, όπως σίγουρα θα το έκανε, εάν ήθελε να μιλήση εδώ για το ιστορικό γεγονός σαν ιστορικό γεγονός μόνον, σύγκρινε Η11.
«Μη είπης…τούτ” έστι…»: «Μην πεις: Ποιός θ” ανέβη; Διότι αυτό, ομιλόντας, δηλαδή, έτσι, είναι το να φέρης κάτω…, ή: Ποιός θα κατέβη; διότι αυτό, ομιλόντας, δηλαδή, έτσι, είναι το να φέρης πάνω…». Και πράγματι, το να θέλης να κάνης ένα πράγμα μόνος (ή να ζητάς από κάποιον άλλον να το κάνη), ισοδυναμεί με το να αρνείσαι ότι είναι ήδη καμωμένο. Επομένως, το να λες: «Ποιός θ” ανέβη ν” ανοίξη τον ουρανό για μας;», είναι το ν” αρνείσαι ότι ο Χριστός έχει ήδη ανέβει γι” αυτόν τον σκοπό, και λογικά ισοδυναμεί με να Τον φέρης πάλι κάτω εδώ στην γη.
Η «άβυσσος» συχνά δηλώνει, όπως είπαμε, την διαμονή των νεκρών και των πεσμένων αγγέλων (Λουκάς Η31). Μπορεί κάποιος να πει ότι, όπως το γαλανό του ουρανού αντιπροσωπεύει την τέλεια σωτηρία, έτσι τα βάθη της θάλασσας είναι η φυσική εικόνα για την κατοικία του θανάτου και την κατάσταση καταδίκης.
Είναι λάθος ν” αναφέρωμε την λέξη «αναγαγείν» στο γεγονός της ανάστασης. Αυτή η έκφραση θα πρέπει να γίνη αντιληπτή σε μια έννοια ανάλογη μ” εκείνη της λέξης «καταγαγείν» του εδαφίου 6. Αυτή η τελευταία δηλώνει: Να αρνηθή κάποιος, με το να προσπαθή να κερδίση τον ουρανό από μόνος του, ότι ο Χριστός έχει ανέβει εκεί να τον ανοίξη για μας. Να ζητά να αντικαταστήση δηλαδή τα πράγματα, με εκείνα που θα ήταν χωρίς την ανάληψη. Το «αναγαγείν» επομένως σημαίνει: Να αρνηθή κάποιος, με το να επιθυμή να υποστή καταδίκη για τις αμαρτίες του, ότι ο Χριστός τις έχει εξαλλείψει. Να ζητά δηλαδή να αντικαταστήση τα πράγματα, με εκείνα που θα ήταν χωρίς τον εξιλεωτικό Του θάνατο.
Να πούμε ότι εκείνο που είναι υπό συζήτηση εδώ, δεν είναι το ιστορικό γεγονός του θανάτου Του, αλλά η εξιλεωτική αξία αυτού του θανάτου, της οποίας η ανάσταση είναι το μνημείο. Είναι δια της ανάστασης που ο θάνατος εμφανίζεται όχι απλά σαν εκείνος του Ιησού, αλλά σαν εκείνος του Χριστού. Και η σειρά που τα θέτει εδώ ο Παύλος είναι η σωστή: Πρώτα η κατάκτηση του ουρανού από την άγια ζωή και την τέλεια υπακοή του Χριστού, μετά η εξάλλειψη της καταδίκης με τον εξιλεωτικό Του θάνατο.
Μπορούμε τώρα να συνοψίσωμε την γενική έννοια του χωρίου ως εξής: Ό,τι ζητιέται στον άνθρωπο από τον νόμο (εδάφιο 5), και το οποίο αυτός δεν μπορεί να εκτελέση παρά ατελώς, έχει τώρα εκτελεσθεί τέλεια από τον Χριστό, είτε αυτό αναφέρεται στην κατάκτηση του ουρανού δια της αγιότητας, ή στην εξάλειψη της καταδίκης δια της εξιλέωσης. Το μόνο λοιπόν που μένει στον άνθρωπο για να σωθή, είναι να πιστέψη αυτό το έργο, οικειοποιούμενος το για τον εαυτόν του. Και αυτό είναι που μας ορίζει η δικαίωση της πίστης, εδάφιο 8, μετά που μας έχει απαγορεύσει, εδάφια 6 και 7, να αξιούμε ν” ανοίξωμε από μόνοι μας τον ουρανό, ή να κλείσωμε την κόλαση. Έχοντας ο Χριστός επιφορτισθεί με την εκτέλεση του, και αφήνοντας σε μας μόνο να το πιστέψωμε, αυτό το εργο Του θέτει ένα τέλος στην οικονομία του νόμου, πράγμα που ο Απόστολος επιθυμούσε ν” αποδείξη (εδάφιο 4).

Εδάφιο 8
«Αλλά τι λέγει; Εγγύς σου το ρήμα εστιν, εν τω στόματι σου και εν τη καρδία σου. Τούτ” έστι το ρήμα της πίστεως ο κηρύσσομεν.»
«Αλλά τι λέγει; Κοντά σου είναι ο λόγος, είναι εις το στόμα σου και εις την καρδιά σου. Ο λόγος δηλαδή της πίστεως, τον οποίον κηρύττομεν.»

Στο αναφερόμενο χωρίο ο Μωυσής είπε: «Πίστευε σ” αυτόν που σου αποκαλύπτεται στον νόμο. Με αυτόν στην καρδιά και στα χείλη θα τον καταλάβης τον νόμο, και θα τον εκπληρώσης σίγουρα.» Αυτά τα λόγια ήσαν στην παλαιά οικονομία μια σχετική αλήθεια. Εν Χριστώ γίνονται απόλυτη αλήθεια. Σ” αυτά τα λόγια ο Μωυσής είχε κατά μια έννοια δώσει, χωρίς να το υποπτευθεί, την ακριβή μορφή της δικαιοσύνης δια πίστεως.
«Εγγύς σου»: Στο στόμα του Μωυσή τούτη η λέξη δηλώνει την δυνατή και ακόμα την εύκολη εκτέλεση. Αυτός ο όρος εξηγείται από τις δύο εκφράσεις: «Εν τω στόματι σου» και «Εν τη καρδία σου». Το «εν τω στόματι σου» σημαίνει: Εύκολο να τον μάθης και να τον λες. Το «εν τη καρδία σου»: Εύκολο να τον αγαπήσης. Βέβαια, και τα δύο αυτά επιτυγχάνονται σε κοινωνία με τον Ιεχοβά, και με την βοήθεια του Πνεύματος Του, που και τα δύο είναι στην διάθεση του πιστού Ισραηλίτη.
Τέτοιες εκφράσεις, λέγει ο Παύλος, είναι ακριβώς εκείνες που βρίσκουν την πλήρη τους πραγματοποίηση όταν εφαρμόζονται στον λόγο της πίστης, που είναι το θέμα του ευαγγελικού κηρύγματος. Εάν δεχθούμε την πίστη σαν ένα αίσθημα της καρδιάς, και την ομολογία της σαν μια επίκληση: «Κύριε Ιησού!», είναι δυνατόν να βρουν την εφαρμογή τους αυτά τα λόγια του Μωυσή, «εν τω στόματι σου και εν τη καρδία σου», καλλίτερα, από ότι γίνεται με τον λόγο της πίστης;
Η σωτηρία εμφανίζεται κατ” αυτόν τον τρόπο σε μας σαν ένα τέλεια ώριμο φρούτο, που η θεία χάρη θέτει εμπρός μας, και στο οποίο έχομε ν” απλώσωμε μόνον το χέρι της πίστης να το πάρωμε. Στον Χριστό ανήκει το έργο. Σε μας η πίστη.
Αυτή η ιδέα της απόλυτης εγγύτητας της ολοκληρωμένης σωτηρίας αναλύεται στα εδάφια 9 και 10 (ξεκινόντας απ” τους όρους του εδαφίου 8), και δικαιολογείται ακόμη μια φορά από μια αναφορά της Γραφής (εδάφιο 11), η οποία περιέχει ταυτόχρονα και την μετάβαση στο ακόλουθο χωρίο.

Εδάφια 9,10
«Ότι εάν ομολογήσης εν τω στόματι σου Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση. Καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν.»
«Εάν ομολογήσης με το στόμα σου ότι ο Ιησούς είναι Κύριος και πιστεψης με την καρδιά σου ότι ο Θεός τον ανέστησε εκ νεκρών, τότε θα σωθής. Διότι με την καρδιά ο άνθρωπος πιστεύει ό,τι οδηγεί εις δικαίωσιν, και με το στόμα δε ομολογεί ό,τι οδηγεί εις σωτηρίαν.»

Οι δύο όροι, «εάν ομολογήσης εν τω στόματι σου», και «εάν πιστεύσης εν τη καρδία σου», είναι η επανάληψη των «εν τω στόματι σου» και «εν τη καρδία σου» του εδαφίου 8. Αυτές είναι οι δύο προϋποθέσεις της σωτηρίας, διότι η πίστη αρκεί για να πιάση και να κάνη δική της την ολοκληρωμένη εξιλέωση. Όταν τώρα αυτή η πίστη είναι ζωντανή, παράγει αναπόφευκτα ομολογία, και απ” αυτή έπεται η ενσωμάτωση στο κοπάδι που έχει ήδη σχηματισθεί, μέσω της επίκλησης του ονόματος του Κυρίου, και του βαπτίσματος.
Η «ομολογία» εδώ τίθεται πρώτη, σε συμφωνία με τα λόγια του Μωυσή (εδάφιο 8: «στο στόμα σου»). Η σειρά είναι εκείνη που από το εξωτερικό προχωρά στο εσωτερικό. Μας θυμιζει δε ότι η ομολογία θα ήταν ένα τίποτα χωρίς την πίστη.
Το αντικείμενο της ομολογίας είναι ο τίτλος «Κύριος» που δίνεται στον Χριστό, καθώς γίνεται και στην προσευχή, δια της οποίας δηλώνομε δημόσια τους εαυτούς μας σαν ανήκοντες σ” Αυτόν (σύγκρινε Α” Κορινθίους ΙΒ3). Η ίδια σχέση μεταξύ της κυριαρχίας του Χριστού και της χριστιανικής ομολογίας εμφανίζεται στο Φιλιππησίους Β9-11: «Δια τούτο και ο Θεός τον υπερύψωσε…ώστε κάθε γλώσσα να ομολογήση ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος».
Από το άλλο μέρος, το ειδικό αντικείμενο της πίστης είναι ο Χριστός αναστημένος. Ο λόγος είναι καθαρός: Είναι στο εξωτερικό γεγονός της ανάστασης που η πίστη κατανοεί το ουσιώδες της αντικείμενο, δηλαδή το ηθικό γεγονός της δικαίωσης, σύγκρινε Δ25.
Το εδάφιο 10, τώρα, δείχνει ότι, άπαξ και αυτές οι προϋποθέσεις εκπληρωθούν, η σωτηρία είναι σίγουρη.

Εδάφιο 10
«Καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν.»

Εδώ αναλύεται η ιδέα της σωτηρίας. Περικλείει τα δύο γεγονότα: «Δικαιωμένος» και «σωσμένος» (στην πλήρη έννοια της λέξης). Το πρώτο συνδέεται ειδικά με την πράξη της πίστης, το δεύτερο μ” εκείνη της ομολογίας.
Όπως έχομε ξαναπεί, υπάρχει μια διάκριση που πρέπει να γίνη μεταξύ της δικαίωσης και της σωτηρίας. Επανειλημμένα είδαμε, ειδικά στα κεφάλαια 9 και 10, ότι η δικαίωση είναι κάτι του παρόντος, είναι αυτό που μας εισάγει από τώρα και στο εξής στην συμφιλίωση με τον Θεό. Η σωτηρία όμως περιλαμβάνει, πέραν αυτού, τον αγιασμό και την δόξα. Εξ αυτού είναι που, ενώ η δικαίωση εξαρτάται μόνον από την πίστη, η σωτηρία υποθέτει συνεχή πιστότητα στην ομολογία της πίστης, ακόμη και στον θάνατο και στην δόξα.
Σ” αυτό το εδάφιο ο Παύλος επιστρέφει στην φυσική σειρά, σύμφωνα με την οποία η πίστη προηγείται της ομολογίας, και το κάνει αυτό διότι εδώ εκθέτει την σκέψη του χωρίς να δεσμεύεται πλέον από την σειρά της Μωσαϊκής αναφοράς. Και για να κλείση όλο αυτό το χωρίο, η κεντρική ιδέα του οποίου είναι το τέλεια ελεύθερο της σωτηρίας, επαναλαμβάνει ακόμα μια φορά το χωρίο του Ησαϊα που του είχε χρησιμεύσει σαν σημείο αφετηρίας (Θ33).
Post A Comment
  • Blogger Comment using Blogger
  • Facebook Comment using Facebook
  • Disqus Comment using Disqus

Δεν υπάρχουν σχόλια :


Άξια λόγου

[άξια λόγου][bleft]

Ψυχολογία

[ψυχολογία][threecolumns]

Φιλοσοφία

[φιλοσοφία][bsummary]

Πνευματικά

[πνευματικά][grids]

Εκλεκτά

[εκλεκτά][twocolumns]

Μεταφυσικά

[μεταφυσικά][list]