Καλώς (Όλα βαίνουν καλώς) – Βολτέρος





Προκλήθηκε ένας σχετικός θόρυβος στις σχολές και ομοίως στους πνευματικούς κύκλους, όταν ο Λάιμπνιτς, παραφράζοντας τον Πλάτωνα, θεμελίωσε το οικοδόμημά του, του βέλτιστου των πιθανών κόσμων και θεώρησε ότι όλα έβαιναν προς το καλύτερο.
Ισχυρίστηκε, διανοητής ων στη βόρεια Γερμανία, ότι ο Θεός δεν μπορούσε να πλάσει παρά ένα μόνο κόσμο. Ο Πλάτωνας του κληροδότησε τουλάχιστον την ελευθερία να δημιουργήσει πέντε, αφού δεν υπάρχουν παρά πέντε ομαλά στερεά σώματα: το τετράεδρο ή η τρίπλευρη πυραμίδα, με την ίδια βάση· ο κύβος, το εξάεδρο, το δωδεκάεδρο, το εικοσάεδρο. Αλλά καθώς ο κόσμος μας δεν προσιδιάζει σε κανένα από τα πέντε σώματα του Πλάτωνα, όφειλε να επιτρέψει στο Θεό έναν έκτο τρόπο.
Ας αφήσουμε το θεϊκό Πλάτωνα. Ο Λάιμπνιτς, ο οποίος αναμφίβολα υπήρξε καλύτερος γεωμέτρης από αυτόν, με βαθύτερη μεταφυσική αντίληψη, χάρισε στο ανθρώπινο είδος τη δυνατότητα να διαπιστώσει ότι οφείλουμε να είμαστε ευχαριστημένοι και ότι ο Θεός δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο για μας· ότι είχε κατ’ ανάγκην επιλέξει μεταξύ όλων των πιθανών μερών, αναντίρρητα, το καλύτερο.
«Τι θα απογίνει το προπατορικό αμάρτημα;» θα του φωνάζαμε. «Θα γίνει ότι είναι δυνατόν να γίνει», ισχυρίζονταν ο Λάιμπνιτς και οι φίλοι του· όμως, δημοσίως, έγραφε ότι το προπατορικό αμάρτημα εντασσόταν αναπόφευκτα στο βέλτιστο των κόσμων.
Τι! Να σε αποδιώχνουν από ένα κόσμο απολαύσεων, όπου θα έπρεπε να ζεις για πάντα, εάν δεν είχες φάει ένα μήλο! Τι! Να κάνεις μέσα στην αθλιότητα παιδιά αξιοθρήνητα, που θα υποφέρουν τα πάνδεινα, που θα κάνουν τους άλλους να πονέσουν! Πώς! Να υπομείνεις όλες τις ασθένειες, να νιώσεις όλες τις πίκρες, να πεθάνεις μέσα στον πόνο και αντί να δροσίζεσαι να καίγεσαι έως την αιωνιότητα! Αυτή η διανομή είναι ότι καλύτερο; Αυτό δεν είναι ιδιαιτέρως καλό για μας· από ποια άποψη αυτό μπορεί να είναι καλό για το Θεό;
Ο Λάιμπνιτς αντιλαμβανόταν ότι δεν είχε τίποτε να απαντήσει: παρ’ όλα αυτά έγραψε εκτενή συγγράμματα τα οποία, αν και δεν τον αντιπροσώπευαν, αποτύπωναν το πνεύμα της εποχής.

Η άρνηση ότι το κακό υφίσταται μπορεί ίσως με ελαφρότητα να εκστομιστεί από ένα Λούκουλλο που ζει καλά και απολαμβάνει ένα καλό δείπνο με τους φίλους και την ερωμένη του στην αίθουσα του Απόλλωνα· ωστόσο, εάν κοιτάξει από το παράθυρο, θα δει δυστυχισμένους· και εάν έχει ο ίδιος πυρετό, θα είναι και αυτός δυστυχισμένος.
Δεν αρέσκομαι διόλου στις αναφορές· αποτελούν, εκ προοιμίου, μια επίπονη εργασία: παραλείπουμε αυτό που προηγείται και αυτό που έπεται του παρατιθέμενου αποσπάσματος και εκτιθέμεθα σε χίλιες δυο αντιπαραθέσεις. Οφείλω εν τούτοις να αναφέρω τον Λακτάνιο, Πατέρα της Εκκλησίας, ο οποίος, στο κεφάλαιο ΙΓ’ της Περί οργής Θεού πραγματείας παρουσιάζει τις θέσεις του Επίκουρου:
«Είτε ο Θεός επιθυμεί να απαλλάξει από το κακό τον κόσμο και το μπορεί, είτε το μπορεί αλλά δεν το επιθυμεί· είτε ούτε το μπορεί ούτε το επιθυμεί· είτε τέλος, το επιθυμεί και το μπορεί. Εάν το επιθυμεί και δεν το μπορεί, πρόκειται για αδυναμία, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τη θεϊκή φύση· εάν το μπορεί και δεν το επιθυμεί, πρόκειται για μοχθηρία και σαφώς, αυτό δεν είναι λιγότερο αντίθετο προς τη θεϊκή φύση· εάν δεν το επιθυμεί ούτε το μπορεί, είναι ταυτοχρόνως μοχθηρία και αδυναμία· εάν το επιθυμεί και το μπορεί (η αρμόζουσα προς τη θεϊκή φύση εκδοχή), από πού άραγε προέρχεται το κακό επί της γης;»
Το επιχείρημα επιτακτικό· επιπλέον ο Λακτάνιος απαντά αδέξια, λέγοντας ότι ο Θεός επιθυμεί το κακό, αλλά μας προίκισε με τη σοφία, διά της οποίας αποκτάται το καλό. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτή η απάντηση είναι εξαιρετικά αδύναμη σε σύγκριση με την εγειρόμενη ένσταση· διότι προϋποθέτει ότι ο Θεός δεν μπορούσε να χορηγήσει σοφία, παρά δημιουργώντας απ’ αυτήν το κακό- και ακολούθως μας προκύπτει μια γελοία σοφία!
Η πηγή του κακού πάντοτε υπήρξε μια άβυσσος, που το βάθος της δεν μπόρεσε κανείς να δει.Γεγονός που οδήγησε τόσους φιλοσόφους και νομοθέτες να προσφύγουν σε δύο αρχές, την αρχή του καλού και την αρχή του κακού. Ο Τυφών εκπροσωπούσε την κακή αρχή στην αιγυπτιακή παράδοση, ο Αριμάν στους Πέρσες. Οι Μανιχαίοι υιοθέτησαν, ως γνωστόν, αυτή τη θεολογία. Όμως, καθώς αυτοί οι άνθρωποι δεν μίλησαν μήτε στην αγαθή μήτε στην κακή αρχή, πρέπει να είμαστε δύσπιστοι αφ’ ης στιγμής οι εν λόγω αρχές ενυπάρχουν στο λόγο τους.
Ανάμεσα στην πληθώρα των παραλογισμών αυτού του κόσμου, που συναγωνίζονται αριθμητικά τις δυστυχίες μας, δεν υπάρχει πιο φαιδρός παραλογισμός από την εκδοχή των δύο πανίσχυρων όντων, από τη σύγκρουση των οποίων το ένα θα προσδώσει περισσότερο από τον εαυτό του στον κόσμο, συνάπτοντας μια συμφωνία, όπως οι δύο γιατροί του Μολιέρου: Χορηγήστε μου το εμετικό και θα σας παράσχω αφαίμαξη.
Ο Βασιλείδης μετά τους πλατωνιστές, ισχυρίστηκε, ήδη από τον πρώτο αιώνα της Εκκλησίας, ότι ο Θεός εμπιστεύτηκε τη δημιουργία του κόσμου μας στους κατώτερους αγγέλους του, και αυτοί, μη όντας ικανοί, έκαναν τα πράγματα έτσι όπως τα βλέπουμε. Αυτός ο θεολογικός μύθος καταρρίπτεται από τη δυναμική ένσταση που διατρανώνει ότι δεν προσιδιάζει στη φύση ενός παντοδύναμου και πάνσοφου Θεού να χτίζει έναν κόσμο με αρχιτέκτονες που δεν αντιλαμβάνονται τίποτε από αυτόν.
Ο Σίμων, ο οποίος διαισθάνθηκε την αφοπλιστική δύναμη αυτού του επιχειρήματος, το προκαταλαμβάνει, βεβαιώνοντας ότι ο άγγελος που προΐστατο στο εργαστήριο καταδικάστηκε, επειδή τόσο ανεύθυνα ολοκλήρωσε το έργο που ανέλαβε· όμως η αιώνια καταδίκη του στην κόλαση διόλου δεν μας θεραπεύει.
Η περιπέτεια της Πανδώρας στην ελληνική μυθολογία δεν απαντά επαρκέστερα στην ένσταση. Το κουτί, όπου βρίσκονται όλα τα κακά και στον πάτο του παραμένει η ελπίδα, είναι στην πραγματικότητα μια γοητευτική αλληγορία· όμως αυτός ο μύθος πλάστηκε από τον Ήφαιστο για να εκδικηθεί τον Προμηθέα, που έφτιαξε έναν άνθρωπο από λάσπη.
Στους Ινδούς συναντάται ανάλογη εκδοχή: Ο Θεός, πλάθοντας τον άνθρωπο, του έδωσε φάρμακο που του εξασφάλιζε διαρκή υγεία· ο άνθρωπος φόρτωσε με αυτό το γάιδαρο του, ο γάιδαρος δίψασε, το φίδι του έδειξε την πηγή και ενόσω ο γάιδαρος έπινε, το φίδι άρπαξε το φάρμακο για τον εαυτό του.
Οι Σύροι επινόησαν ότι ο άνδρας και η γυναίκα δημιουργήθηκαν στον τέταρτο ουρανό, τόλμησαν να φάνε μια γαλέτα αντί για την αμβροσία, που ήταν το φυσικό τους έδεσμα. Η αμβροσία εξέρεε από τους πόρους, ενώ η γαλέτα υπέβαλε το σώμα στη δοκιμασία των κενώσεων. Ο άνδρας και η γυναίκα παρακάλεσαν έναν άγγελο να τους υποδείξει πού είναι το βεστιάριο. «Βλέπετε», τους είπε ο άγγελος, «αυτόν το μικρό, τον τοσοδούλικο πλανήτη, που βρίσκεται μερικές χιλιάδες λεύγες από δω, εκεί είναι το “ιδιαίτερο” του σύμπαντος· πηγαίνετε, όσο το δυνατόν γρηγορότερα».
Πήγαν, και εκεί τους άφησαν και έκτοτε ο κόσμος μας έγινε αυτός που είναι. Εσαεί θα τίθεται το ερώτημα στους Σύρους γιατί ο Θεός επέτρεψε στον άνθρωπο να φάει τη γαλέτα και έτσι συνέβησαν στους ανθρώπους τόσο πολλά και τρομερά δεινά.
Περνώ τάχιστα, προς αποφυγή της πλήξης από αυτόν τον τέταρτο ουρανό στο μιλόρδο Μπόλινγκμπρουκ. Ο άνθρωπος αυτός, που ήταν χωρίς αμφιβολία ιδιοφυής, έδωσε στο διάσημο Ποπ το σχεδίασμα του Όλα βαίνουν καλώς, που ξαναβρίσκουμε λέξη προς λέξη στα δημοσιευθέντα μετά θάνατον έργα του μιλόρδου Μπόλινγκμπρουκ και που ο μιλόρδος Σαφτέσμπουρι είχε ενσωματώσει στον παρελθόν στο έργο του. Χαρακτηριστικά διαβάστε στον Σαφτέσμπουρι το κεφάλαιο περί ηθικολόγων, εκεί θα ανακαλύψετε τα ακόλουθα:
«Έχουμε πολλά να απαντήσουμε σ’ αυτά τα παράπονα για τις ατέλειες της φύσης. Πώς προέκυψε τόσο αδύναμη και ατελής από τα χέρια ενός τόσο τέλειου όντος; Αλλά ωστόσο αρνούμαι ότι είναι ατελής… Η ομορφιά της οφείλεται στις αντιθέσεις, ενώ η οικουμενική αρμονία ξεπηδά από μια αέναη μάχη… Πρέπει κάθε ον να θυσιάζεται για να υπάρξουν κάποια άλλα: τα φυτά για τα ζώα, τα ζώα για τη γη… οι νόμοι δε της κεντρικής δύναμης και της βαρύτητας, που προσδίδουν στα ουράνια σώματα το βάρος και την κίνησή τους, διόλου δεν διαταράσσονται εξαιτίας της αγάπης που εκδηλώνουν προς ένα καχεκτικό ζώο, το οποίο, όσο κι αν προστατεύεται από τους ίδιους νόμους, συντόμως, ελέω των ίδιων αυτών νόμων, θα εξαφανισθεί».
Ο Μπόλινγκμπρουκ, ο Σαφτέσμπουρι και ο Ποπ, μολονότι οι κατ’ εξοχήν ενασχολούμενοι με το εν λόγω ζήτημα, δεν το επιλύουν καλύτερα από τους άλλους: το Όλα βαίνουν καλώς δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι το όλο διέπεται από αμετάβλητους νόμους.
Ποιος άραγε δεν το ξέρει; Δεν μου μαθαίνετε τίποτε, όταν σαν τα μικρά παιδιά παρατηρείτε ότι οι μύγες γεννιούνται για να φαγωθούν από τις αράχνες, οι αράχνες από τα χελιδόνια, τα χελιδόνια από τους αετομάχους, οι αετομάχοι από τους αετούς, οι αετοί για να χτυπηθούν από τους ανθρώπους, οι άνθρωποι για να αλληλοσκοτωθούν και να φαγωθούν από τα σκουλήκια και ακολούθως από τους διαβόλους, τουλάχιστον χίλιους προς έναν.
Ιδού μια σαφής και σταθερή τάξη ανάμεσα στα ζώα όλων των ειδών παντού υπάρχει τάξη. Όταν στην ουροδόχο κύστη μου σχηματίζεται μια πέτρα, αυτό είναι αποτέλεσμα ενός αξιοθαύμαστου μηχανισμού: σακχαρώδεις χυμοί περνούν σταδιακά μέσα στο αίμα μου, φιλτράρονται μέσα στα νεφρά, περνούν από τους ουρητήρες, εναποτίθενται στην ουροδόχο κύστη μου, και εντός της συσσωρεύονται χάρη στην εξαίσια νευτώνεια έλξη· το πετραδάκι σχηματίζεται, μεγαλώνει, και εγώ υποφέρω από κακά χίλιες φορές ισχυρότερα από το θάνατο, χάρη στην ομορφότερη διευθέτηση του κόσμου· ένας χειρουργός, που έχει τελειοποιήσει την τεχνική του Τουμπαλχάιν, βυθίζει ένα οξύ και αιχμηρό σίδερο στο περίνεο και πιάνει την πέτρα με τη λαβή του: η πέτρα θρυμματίζεται από την προσπάθεια που καταβάλλει χάρη σ’ έναν αναγκαίο μηχανισμό-εγώ, εξαιτίας του ίδιου αυτού μηχανισμού, πεθαίνω με φρικτούς πόνους. Όλα βαίνουν καλώς, αυτό αποτελεί την προφανή συνέχεια των αναλλοίωτων φυσικών αρχών: συμφωνώ μ’ αυτά και τα γνώριζα, όπως κι εσείς.
Εάν ήμαστε αναίσθητοι, δεν θα είχαμε να προσάψουμε κάτι σ’ αυτήν τη φυσική νομοτέλεια. Αλλά εδώ δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο· σας ρωτάμε εάν υπάρχουν αισθητά κακά και από πού προέρχονται. «Δεν υπάρχουν κακά», διατείνεται ο Ποπ στην τέταρτη επιστολή του Όλα βαίνουν καλώς· «ή εάν υπάρχουν επιμέρους συγκεκριμένα κακά, αυτά συνθέτουν το γενικό καλό».
Ιδού ένα άκρως παράδοξο γενικό καλό, που το συνθέτουν η πέτρα στα νεφρά, η ποδάγρα, όλα τα εγκλήματα, όλα τα βάσανα, ο θάνατος και η αιώνια καταδίκη.
Η πτώση του ανθρώπου είναι το βάλσαμο που βάζουμε σε όλες αυτές τις ιδιαίτερες ασθένειες της ψυχής και του σώματος, που εσείς αποκαλείτε γενική υγεία:· αλλά ο Σαφτέσμπουρι και ο Μπόλινγκμπρουκ χλευάζουν το προπατορικό αμάρτημα· ο Ποπ δεν αναφέρεται καθόλου σ’ αυτό· είναι φανερό ότι το σύστημά τους υπονομεύει τα θεμέλια της χριστιανικής θρησκείας και δεν εξηγεί απολύτως τίποτε.
Εν τούτοις, αυτό το σύστημα εγκρίθηκε εδώ και λίγο καιρό από πολλούς θεολόγους που ευχαρίστως αποδέχονται τα αντίθετα· στην κατάλληλη στιγμή δεν πρέπει να φθονούμε κανένα για την ανακούφιση που του προσφέρει ο οποιοσδήποτε διαλογισμός πάνω στην πληθώρα των δυστυχών που μας ταλανίζουν. Είναι δίκαιο να παρέχουμε στους απελπισμένους ασθενείς αυτό που επιθυμούν. Φθάσαμε στο σημείο να υποστηρίξουμε ότι πρόκειται για ένα παρηγορητικό σύστημα.«0 Θεός», λέει ο Ποπ, «βλέπει με το ίδιο μάτι να χάνεται ο ήρωας και το σπουργίτι, ένα άτομο ή χιλιάδες πλανήτες καταδικασμένους να χαθούν, μια σαπουνόφουσκα ή έναν κόσμο που σχηματίζεται».
Ορίστε, σας το ομολογώ, πρόκειται για μια ευχάριστη παρηγοριά. Δεν βρίσκετε πως υπάρχει ένα σημαντικό καταπραϋντικό στις οδηγίες του μιλόρδου Σαφτέσμπουρι που βεβαιώνει ότι ο Θεός δεν θα τροποποιήσει τους αιώνιους νόμους του για ένα τόσο αδύναμο όσο ο άνθρωπος ζώο; Πρέπει να ομολογήσουμε τουλάχιστον ότι το αδύναμο αυτό ζώο έχει δικαίωμα να κραυγάσει ταπεινά και να προσπαθήσει να κατανοήσει, κραυγάζοντας, γιατί αυτοί οι αιώνιοι νόμοι δεν έχουν γίνει για το καλό του κάθε ατόμου.
Αυτό το σύστημα του Όλα βαίνουν καλώς δεν παρουσιάζει τον πλάστη παρά σαν ένα βασιλιά πανίσχυρο και μοχθηρό, ο οποίος δεν θορυβείται που η ζωή στοιχίζει σε τετρακόσιες ή πεντακόσιες χιλιάδες ανθρώπους και που οι άλλοι σέρνουν τις μέρες τους, βυθισμένοι στην ανέχεια και τις πίκρες, αρκεί ο ίδιος να εκπληρώσει τα σχέδιά του.
Αντί, λοιπόν, η άποψη του βέλτιστου των πιθανών κόσμων να παρηγορεί, αποκαρδιώνει τους φιλόσοφους που την ασπάζονται. Το ζήτημα του καλού και του κακού παραμένει αξεδιάλυτο χάος για όσους ψάχνουν, καλή τη πίστει, ενώ είναι ένα πνευματικό παιχνίδι για όσους αμφισβητούν: είναι κατάδικοι που παίζουν με τις αλυσίδες τους. Για τον αδαή λαό, μοιάζει με τα ψάρια που μεταφέρουμε από ένα ποτάμι σε μια δεξαμενή· που δεν αμφιβάλλουν ότι βρίσκονται εκεί για να φαγωθούν τη Σαρακοστή: επιπλέον, δεν γνωρίζουμε από μόνοι μας τίποτε απολύτως για τα αίτια της μοίρας μας.
Ας σημειώσουμε στο τέλος όλων σχεδόν των κεφαλαίων της μεταφυσικής τα δύο γράμματα των Ρωμαίων δικαστών, που έβαζαν όταν δεν κατανοούσαν κάποια αιτία: Ν. L., non liquet, αυτό δεν είναι σαφές.


***

Βολτέρος – «Φιλοσοφικό Λεξικό»
Το Φιλοσοφικό Λεξικό είναι ένα έργο του Βολταίρου, γραμμένο το 1764. Είναι ένα σύνολο άρθρων τόσο φιλοσοφικών όσο και υπεράσπισης της δικαιοσύνης. 
via

ABOUT AUTHOR





My Instagram