Η αυτολύπηση και ο οίκτος των άλλων είναι πηγές κατάθλιψης





Η αυτολύπη είναι μια εξαιρετικά κοινή αιτία της κατάθλιψης και προκύπτει από την πεποίθηση ότι: 

(α) δεν είναι απλώς λυπηρό και άτυχο να συμβαίνουν δυσάρεστα γεγονότα, αλλά είναι κυριολεκτικά φρικτό, καταραμένο και καταστροφικό και 

(β) ότι ο συναισθηματικός πόνος επιβάλλεται από έξω και όχι από μέσα. 

Για να ανακουφίσει την κατάθλιψη που προκαλείται από την αυτολύπη, αρχικά γίνεται προσπάθεια από τον ψυχοθεραπευτή, να προσδιοριστεί εάν η κατάσταση είναι πραγματικά τόσο άσχημη όσο ο πελάτης την αντιλαμβάνεται. 

Αν δεν είναι, του δείχνει γιατί δεν είναι τόσο απαίσια.

 Ένας νεαρός, που απορρίφθηκε από την αρραβωνιαστικιά του, πιστεύει ότι έρχεται το τέλος του κόσμου, ότι η απόρριψή του είναι απόδειξη της κατωτερότητάς του και ότι δεν θα ερωτευτεί ποτέ ξανά.

Όλα αυτά είναι παράλογα - δεν μπορούν να αποδειχθούν. 

Μπορεί να αποδειχθεί ότι, ακόμη και χωρίς βοήθεια, θα ξεπεράσει τελικά αυτά τα συναισθήματα, ότι υπάρχουν εκατοντάδες άλλες γυναίκες οι οποίες μπορεί να τον ενδιαφέρουν και ότι η απόρριψή της δείχνει περισσότερο το γούστο της παρά την προσωπικότητά του.


Αντί να λυπάται για τον εαυτό του για το λυπηρό του γεγονότος, καλείται να το δει για αυτό που είναι 

(ένα συχνό περιστατικό, από  το οποίο αν και θλιβερό, μπορεί να επωφεληθεί).


Όταν δεν το βλέπει πια ως ζήτημα ζωής και θανάτου, οι λόγοι για τη λύπη του, παύουν να υφίστανται.

Σε περίπτωση που το περιστατικό είναι πραγματικά κάποιο καταστροφικό γεγονός, πρέπει να δει ότι:

(α) ο πόνος που επιβάλλεται από τον εαυτό, κάνει τα πράγματα χειρότερα, 

(β) θα πρέπει να προσπαθήσει να αποφύγει αυτόν τον συναισθηματικό πόνο, επειδή είναι εντελώς νευρωτικό να κάνει τα πράγματα χειρότερα όταν η πραγματικότητα είναι ήδη πολύ δύσκολη, και να δει ότι:

(γ)  Είναι η συναισθηματική του διαταραχή, σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, που ενεργοποιεί το μεγαλύτερο μέρος της δυστυχίας του. 

Είναι αυτό που κάνει κάποιος στον εαυτό του με το να αισθάνεται λύπη για τον εαυτό του αφού έχει χάσει την οικογένειά του και που τελικά γίνεται πιο οδυνηρό από την πραγματική απώλεια.


Όταν τεθεί η ερώτηση, αλλά «Γιατί μου συνέβη αυτό;» η απάντηση είναι, «Γιατί όχι;». 

Εφόσον συμβαίνει σε κάποιον στον κόσμο, αυτά τα ατυχή γεγονότα ακόμη κι αν δεν του συμβαίνουν στον ίδιο κάποιες φορές, αυτό απλώς σημαίνει ότι πιθανότατα συμβαίνουν  σε κάποιον άλλο. 

Και με τη σειρά τους αυτοί σκέφτονται το ίδιο ερώτημα, επειδή αρνούνται να το δουν ως ένα τυχαίο γεγονός, μία δράση γεμάτη με αμέτρητους κινδύνους, διανέμοντας τις σκληρές πράξεις της χωρίς αιτία και αφορμή.





Ο οίκτος των άλλων


Ο οίκτος των άλλων είναι η τρίτη και τελευταία μέθοδος με την οποία προκαλείται η ψυχολογική κατάθλιψη


Αν και είναι ένα σημάδι του πολιτισμού να συμπονούμε τους άλλους, είναι επίσης ένα σφάλμα που συχνά το κάνουμε σε λανθασμένα ικανοποιητικό βαθμό.


Πρέπει να υπάρχει διάκριση μεταξύ ενδιαφέροντος 

(η οποία είναι "υγιής" συμπεριφορά, αφού οδηγεί σε εποικοδομητική δράση και προκαλεί λιγότερο προσωπικό πόνο),

 και υπερβολικής ανησυχίας, 

(η οποία είναι ανθυγιεινή, συχνά παράγει μικρή εποικοδομητική δράση και παράγει τον περισσότερο πόνο). 


Ο οίκτος για τους άλλους προκύπτει από τις παράλογες πεποιθήσεις όπως:

(α) πρέπει να αναστατωθεί κανείς από τις διαταραχές και τις δυσκολίες άλλων ανθρώπων και

(β) είναι ζωτικής σημασίας για εμάς το τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι και ότι πρέπει να καταβάλουμε μεγάλες προσπάθειες για να τους αλλάξουμε ώστε να είναι όπως θα θέλαμε 
(Ellis, 1962).

Η πρώτη από αυτές τις παράλογες πεποιθήσεις αντιμετωπίζεται με το να αναρωτηθεί κανείς τι καλό κάνει στον πάσχοντα εάν αυτός, υποφέρει μαζί του.
 Αντί να προσφέρει στο θύμα ένα μοντέλο μη-διαταραγμένης συμπεριφοράς για να τον επαναφέρει σε υγιή επίπεδα, του δείχνει ότι και αυτός είναι εξίσου διαταραγμένος, αντιμετωπίζοντας μία τέτοιο ατυχία. 

Επιπλέον, δείχνοντας στον πάσχοντα υπερβολική δόση συμπάθειας, αντί να ξεπεραστεί η φυσική (αλλά νευρωτική) τάση του ίδιου για οίκτο, γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Αντί για ένα μόνο άτομο που σκεφτόταν καταστροφικά, τώρα υπάρχουν δύο.

Πώς μπορώ να ξέρω πότε φροντίζω ικανοποιητικά και πότε φροντίζω υπερβολικά


Σε περίπτωση που ο θεραπευόμενος ρωτήσει: «Πώς μπορώ να ξέρω πότε φροντίζω ικανοποιητικά και πότε φροντίζω υπερβολικά;», η απάντηση είναι απλά, «Όταν πονάει». 

Το ενδιαφέρον είναι ένας βαθμός φροντίδας που μας κρατάει παραγωγικούς και αρκετά σταθερούς ώστε να δουλέψουμε υπέρ του ατόμου που φροντίζουμε. 

Το υπερβολικό ενδιαφέρον συμπάσχει περισσότερο από το παραγωγικό ενδιαφέρον και είναι σπατάλη χρόνου και ενέργειας που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά.





Βιβλιογραφία:
Paul A. Hauck, Ph.D. An REBT Theory of Depression
* *