The afterlife: Μετά το θάνατο του Θεού και το θάνατο της επιστήμης

Όλο και περισσότερες παρατηρήσεις από στατιστικά δεδομένα ανακύπτουν σε σχέση με τη μεταμοντέρνα  δυσφορία  στον πολιτισμό. Η εν λό...



Όλο και περισσότερες παρατηρήσεις από στατιστικά δεδομένα ανακύπτουν σε σχέση με τη μεταμοντέρνα δυσφορία στον πολιτισμό.
Η εν λόγω δυσφορία αντανακλάται στην ψυχική ασθένεια και τις καταχρήσεις, που τείνουν να λάβουν τη μορφή μιας παγκόσμιας κανονικότητας.

Πού μπορεί να οφείλεται αυτό;

Ας ξεκινήσουμε από μια υπόθεση για τη μεταμοντέρνα κυρίαρχη φαντασίωση.
Πρόκειται για μια φαντασίωση ολότητας, όπου ο άνθρωπος είναι πλήρης δυνατοτήτων, προοπτικών κι απεριόριστου χρόνου- μετά τον φόνο του θανάτου, η ζωή φαντάζει παντοτινή.



Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υιοθέτηση αυτόνομων ετερόκλητων απόψεων από μεγάλες πληθυσμιακές παγκόσμιες ομάδες, όπως είναι το αντιεμβολιαστικό κίνημα, η άρνηση μεγάλων ιστορικών γεγονότων όπως το ολοκαύτωμα, κλπ. Τα μεταμοντέρνα υποκείμενα έχοντας απωθήσει την τραυματική μνήμη της θνητότητάς τους, θεωρούν πλέον περιττό ακόμη και τον λόγο της επιστήμης, που για καιρό αποτελούσε το τελευταίο μοντέρνο επιστέγασμα, μετά τον θάνατο του θεού.
Κατά συνέπεια ο επιστημονικός κύριος λόγος, τείνει να συρρικνώνεται όλο και περισσότερο, σε ένα επίπεδο «απόψεων» που μπορεί κανείς να ακολουθεί κατά συνθήκη και κατά βούληση.
Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται άλλωστε και η έμφαση στην εικόνα του σώματος, ως άμυνα του σώματος ενάντια στην εξομοίωση σώματος κι οργανισμού («κουλτούρα» της ιδανικής εικόνας μέσω πλαστικών επεμβάσεων, δηλαδή μέσω προσφυγής στο φαντασιακό ως απόπειρα να καλύψει κάποιος το δομικό του χάσμα).
Υπάρχει με άλλα λόγια μια άρνηση του ευνουχισμού ως τέτοιου. Άρνηση της φθαρτότητας του σώματος αλλά και άρνηση του ευνουχισμού του ιδεώδους της ανθρωπότητας: είναι πολύ πιο επώδυνο να επεξεργαστεί κανείς ένα τραύμα, από το να το απωθήσει νευρωτικά ή να το ακυρώσει ψυχωτικά. Το πένθος συρρικνώνεται ως διαδικασία (αφού κι εκεί προβάλλει ο ευνουχισμός), ενώ τα σύγχρονα υποκείμενα καλούνται να απολαύσουν τα πάντα και για πάντα, σε έναν κόσμο με αβέβαιο παρελθόν και μέλλον, στο όνομα αυτής της πληρότητας. Εδώ αναδύεται ως δομική μορφή αυτής της παγκόσμια «κανονικότητας», η κανονικόμορφη ψύχωση.

Ψυχική Ασθένεια - Doctoranytime
Για να υπερβούμε την αυτοπραγμάτωση της ζωής ως τέτοια θα πρέπει να την απευθύνουμε σε έναν άλλον.
Χωρίς αυτόν, δηλαδή τη γλώσσα, η επιθυμία παραμένει έρμαιο της αέναης εκπλήρωσής της. Χωρίς έναν άλλον να απαντά, ο άνθρωπος μένει μόνος κι η ζωή λαμβάνει τον χαρακτήρα θανάσιμης ενόρμησης: μέσα από την επανάληψή της επιδιώκει να πραγματώνεται συνεχώς, μέσω του ζωώδους, του ενστίκτου, της άμεσης ικανοποίησης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Φρόυντ και συνεχίζει ο Λακάν στην ηθική της ψυχανάλυσης.
Είναι αυτό που τόσο ο Σαντ προδίκασε κι αυτό που αναπαριστά ο Παζολίνι στις ταινίες του. Μια άνευ ορίων απόλαυση και το σώμα που πάσχει εξ’ αυτής.
Κατανοούμε λοιπόν ότι μπροστά στον τεράστιο παγκόσμιο Άλλο που απολαμβάνει τα πάντα, το κυρίαρχο αντικείμενο είναι το απόρριμμα. Μπροστά σε έναν πλήρη Άλλο, τα υποκείμενα εκπίπτουν, λαμβάνουν καθεστώς αντικειμένου.
Αυτό που εκλείπει είναι ο Νόμος του Λόγου, δηλαδή μια πατρική λειτουργία, ένα όριο που μέσα από τον ευνουχισμό θα εξανθρωπίσει την επιθυμία, δίνοντας ένα όνομα στο ανθρώπινο υποκείμενο και βάζοντας φρένο στην απόλαυση χωρίς όριο. Διαφορετικά, η απόλαυση θα κατακλύζει όλο και περισσότερο το σώμα (τοξικομανία, κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, νέες εξαρτήσεις).
Ως εκ τούτου, προκειμένου να ανακουφιστούν από το επαναλαμβανόμενο μένος της απόλαυσης, πολλά υποκείμενα διαλέγουν έναν διαφορετικό, έναν σαδιστικό Άλλο, σαν μια προσπάθεια «αυτοίασης»: εκλογή σαδιστικών ηγετών, φαινόμενα ασπασμού του Ισλάμ δυτικών γυναικών,  κ.α.
Γνωρίζουμε όμως ότι τα φαινόμενα αυτά πολύ απέχουν από το να δώσουν μορφή στην επιθυμία.

Γιατί;

Διότι η ας πούμε «νεκρανάσταση» του νεκρού θεού και η επαναφορά σαδικών μικρο-πατεράδων, λίγες  λύσεις έχουν να προσφέρουν. Ανάγονται σε ένα καθεστώς κοινωνικής, τρόπoν τινά, παλινδρόμησης, το οποίο αν και προσφέρει παροδική ανακούφιση στο άγχος, δεν λύνει το πρόβλημα του «κανενός πατέρα» που ξεπροβάλλει πάντα λίγο πιο κάτω.
Τα σημερινά υποκείμενα καλούνται λοιπόν να επινοήσουν έναν πατέρα που θα γίνει φορέας του νόμου της επιθυμίας. Έναν πατέρα ευνουχισμένο που θα φέρει τη μαρτυρία μιας κληρονομιάς, με μια αναλογία όπως ο Τηλέμαχος ζητά από τον πατέρα του να βάλει ένα όριο στην ατέλειωτη νύχτα της απόλαυσης των μνηστήρων.
Κι εμείς, σήμερα, ως αναλυτές, καλούμαστε περισσότερο από ποτέ, να αναλάβουμε συμβολικά αυτόν το ρόλο.

via