Ουρανοκατέβατοι Φιλομαθείς

Τα μαγικά ταξίδια του μυαλού είναι πριβέ!



Πως, αλήθεια, να μπορέσεις να περιγράψεις όλα εκείνα που γεννάει στην ψυχή σου νότες βγαλμένες από τα πιο γλυκά όνειρα σου;

Πως να εξηγήσεις τι είναι αυτό που κάνει το στομάχι σου να μυρμηγκιάζει και τα άκρα σου να παραλύουν, αρνούμενα να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση που θα βεβήλωνε την τόση ομορφιά;

Πως ν' αποτρέψεις το μυαλό απ' το να ταξιδεύει;



Και το μυαλό; Το μυαλό που ταξιδεύει στου ονείρου τη χώρα αφήνοντας πίσω ότι το πληγώνει και το κρατάει δεμένο με φτηνές σιδερένιες αλυσίδες, πως να το σταματήσεις απ' το γλυκό αυτό ταξίδι;

Πως θα ήταν δυνατόν να τιθασέψεις το μολύβι και να του υπαγορέψεις τι θα χαράξει πάνω στ' ολόλευκο χαρτί για τις νότες που γεμίζουν της ψυχής τις πιο απόμακρες γωνιές;

Πως να χωρέσεις σε δυο τρεις λέξεις τόση μαγεία;








Σκέφτομαι πολλά κι οδύρομαι γι ακόμη περισσότερα.


Πως να εκφράσεις με λόγια απλά, ειπωμένα του εαυτού, του ξένου τα ανείπωτα.

Κι έρχεται η στιγμή που δεν αντέχω πρέπει να βγουν οι σκέψεις από εμένα.

Πιάνω μια κόλλα λευκό χαρτί, δάκρυα σχηματίζουν λέξεις και εικόνες, δε μπορώ σκέφτομαι, τί να γράψω όταν δεν μπορούν οι λέξεις να συνταχθούν σε προτάσεις.

Αφού όλα αποκλείνουν μα και συνδέονται μεταξύ τους.


Κοιτάζω στο χαρτί κι όμως βλέπω εμένα.

Καθρεφτίζομαι μέσα του κι η μορφή μου μέσα απ' τη δικιά μου.

Βυθίζομαι στο βλέμμα μου μα δε γνωρίζω το είδωλό μου.

Οι σκέψεις μου γίνονται φωτιά και καίνε το λογικό μου.

Κλείνω τα μάτια.

Η αλήθεια είναι εκεί την ακούω από μακριά που μου φωνάζει.


Ανοίγω τα μάτια κι όλα είναι φυσιολογικά.

Αναρωτιέμαι τι συνέβει.

Που ήμουν;

Σε ποιά σκοτεινά μονοπάτια χάθηκα;

Ξανακοιτώ στο χαρτί κι είναι εκεί όλα γραμμένα.

Μα πώς;

Στο πετάρισμα των ματιών χάνονται όλα ένα ένα.


Ξανακλείνω τα μάτια, πρέπει να με βρώ, πού είμαι; πού είναι η ψυχή μου;

Πρέπει να ηρεμήσω.

Να! εκεί... βλέπω την εικόνα μου αλλά πολύ αχνά, βρίσκεται πίσω από ένα...τί είναι αυτό; 

Mοιάζει με σύννεφο, σκόνη συσσωρευμένη που περιπλανάται στον αέρα, θολή εικόνα.

Πλησιάζοντας ακούω φωνές... περίεργο... ακούω καλύτερα... γέλια... 

γελάω και 'γω με τις χαζομάρες μου, μα τώρα κλαίω.

Γιατί;

Σταματάω να σκέφτομαι για να ακούσω καλύτερα, μα τι γίνεται;

Προχωράω και ακούω τις σκέψεις μου:

Άλλες φωνάζουν δυνατά με ενοχλούν και πάω παραπέρα.

Άλλες ψιθυρίζουν.

Δε βγάζω άκρη.

Πάω προς εμένα μα ξαφνικά εικόνες ξεπηδάνε απ' το πουθενά:

Mε βλέπω μικρή στο σχολείο κι ύστερα πιο μεγάλη να σαλιαρίζω από 'δω κι από εκεί.

Βλέπω φίλους και γνωστούς.

Τους γονείς μου, τα αδέρφια μου, την γιαγιά, τον παππού.

Θλίβομαι, μα πόσο μου έλειψαν σκέφτομαι.

Συνεχίζω και βλέπω τα λάθη μου, τα άσχημα μου λόγια, 

πόσο στεναχώρησα μερικούς ανθρώπους, 

πόσα πράγματα δεν έχω πει σε ανθρώπους που θα 'πρεπε να έχω μιλήσει νωρίτερα 

κι η μορφή μου συνεχίζει να είναι μακριά.


Επανέρχομαι στην πραγματικότητα.

Τώρα πια κοιτάζω μια φωτογραφία.

Με κοιτάει κι αυτή ίσως.

Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει τη ζωή απ την παράνοια σκέφτηκα και τρόμαξα.

Είναι δύσκολο, το ξέρω, αλλά πρέπει να σηκωθώ, 

να βγω έξω στον κόσμο χωρίς να φοβάμαι, 

χωρίς να δειλιάζω να δείξω αυτό που πραγματικά έχω μέσα μου.


Η ζωή είναι μικρή και εγώ όλο ταξιδεύω αφήνοντάς τη να περνά έξω απ' το παραθύρι μου!





via

Share this:

    Blogger Comment
    Facebook Comment
Point of view.
OddThemes