Για Όλα Υπάρχει ένα Όριο

Μέρος Πρώτο Όταν νιώθουμε φόβο, θυμό, δυσαρέσκεια ή κίνδυνο, σημαίνει ότι κάποιο όριο μας έχει παραβιαστεί .   Όταν νιώθουμε ότ...


Μέρος Πρώτο

Όταν νιώθουμε φόβο, θυμό, δυσαρέσκεια ή κίνδυνο, σημαίνει ότι κάποιο όριο μας έχει παραβιαστεί

 Όταν νιώθουμε ότι μας εκμεταλλεύονται, μας φέρονται με αναισθησία, μας χρησιμοποιούν ή προσπαθούν να μας χειριστούν και να μας ελέγξουν, σημαίνει ότι κάποιο όριο μας έχει παραβιαστεί. 

Όταν πηγαίνουμε κόντρα στα συμφέροντά μας, όταν ανεχόμαστε καταστάσεις ενάντια στη θέλησή μας ή όταν υπομένουμε μειωτικές, επιθετικές και ασεβείς συμπεριφορές, σημαίνει ότι κάποιο όριο μας έχει παραβιαστεί. 

 Τα όρια αποτελούν ένα σύστημα προστασίας της ατομικότητας, ακεραιότητας, αξιοπρέπειας και ταυτότητάς μας. 

Σηματοδοτούν το πού τελειώνουμε εμείς και πού αρχίζουν οι άλλοι. 

Προσδιορίζουν το πώς αλληλεπιδρούμε με τους άλλους και πώς επιτρέπουμε στους άλλους να αλληλεπιδράσουν μαζί μας. 

Αποτελούν οδηγό για το ποια είναι αποδεκτή και μη αποδεκτή συμπεριφορά και διασφαλίζουν ότι λειτουργούμε χωρίς να προδίδουμε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις αξίες μας. 

 Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να παίζουμε με τα όρια μας. 

Αν ξεγελαστούμε και πιστέψουμε ότι μπορούμε να ζήσουμε, να σχετιστούμε και να λειτουργήσουμε φέροντας ανύπαρκτα, ασαφή ή διάτρητα όρια, το μόνο που θα κερδίσουμε είναι το απόλυτο χάος – μια ζωή εκτός ελέγχου. 






ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗΣ 

Δεν ισχύει για το σύνολο των ανθρώπων, αλλά η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που, για τους δικούς τους λόγους (επιθυμία επιβολής; διάθεση εκμετάλλευσης; παλιοχαρακτήρας; διαταραχή προσωπικότητας;), δεν διστάζουν να δοκιμάσουν ή να παραβιάσουν τα όρια και τις αντοχές μας. 

Ανεξάρτητα από το τι κάνουν εκείνοι όμως ποιο είναι το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα; 

 Το συμπέρασμα είναι ότι δεν μπορώ να ρισκάρω με τα όριά μου. 

Δεν μπορώ να σταυρώσω τα δάχτυλά μου ελπίζοντας ότι οι άλλοι θα φερθούν με ακεραιότητα και σεβασμό. 

Δεν μπορώ να βασιστώ στους άλλους να κάνουν για μένα τη δική μου δουλειά. 

Η προστασία των ορίων μου δεν μπορεί να αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια των άλλων. 






 Η προστασία των ορίων μου είναι ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΔΟΥΛΕΙΑ.


 Καταρχάς, το βασικότερο που πρέπει να σκεφτώ είναι τι μήνυμα περνάω για τον εαυτό μου όταν αδυνατώ να θέσω όρια ή δεν αντιδρώ στην παραβίασή τους. 

Μήπως περνάω το μήνυμα ότι είμαι είναι ένας ανώτερος, γενναιόδωρος άνθρωπος που θέλει πάντα να κάνει το καλό για τους άλλους, είναι υποχωρητικός, διαλλακτικός και νοιάζεται για όλους και για όλα; 

 Ή μήπως το μήνυμα που περνάω είναι: 

 «Μπορείς να μου μιλάς άσχημα, να με προσβάλλεις, να με γελοιοποιείς, μπορείς να κάνεις ό,τι σου αρέσει, δεν πρόκειται να αντιδράσω. 

Είσαι πολύ καλύτερος/η, εξυπνότερος/η και σημαντικότερος/η από ό,τι εγώ. 

Χώρια που νοιάζομαι για σένα πολύ περισσότερο από ό,τι νοιάζομαι για μένα».


 «Μαμά, αδερφή, φίλη, φυσικά και μπορείς να με παίρνεις τηλέφωνο μόνο τις φορές που θέλεις να μου μιλήσεις για τα προβλήματά σου, εγώ θα σε ακούω καρτερικά χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθώ και χωρίς ποτέ να παραπονεθώ που δεν με ρώτησες μια φορά τι κάνω». 





 «Δεν σέβομαι τον εαυτό μου, ούτε το χρόνο μου, ούτε τη ζωή μου, μπορείς να μου υποσχεθείς ό,τι σου έρθει στο κεφάλι χωρίς να χρειάζεται να το τηρήσεις, γιατί ούτε εσύ χρειάζεται να σέβεσαι τον εαυτό μου, το χρόνο μου και τη ζωή μου – μην σκεφτείς ποτέ κάτι διαφορετικό, έτσι κι αλλιώς ό,τι και να κάνεις, όπως και να φερθείς, δεν πρόκειται να υπάρξουν συνέπειες». 


 «Ξέρω ότι εγώ φταίω που φέρεσαι άσχημα, κάτι πρέπει να έκανα για να αξίζω τέτοια συμπεριφορά, εξάλλου αντιμετωπίζεις τόσα προβλήματα κι έχεις τόσα στο κεφάλι σου, έχεις δίκιο να είσαι θυμωμένος/η, αδιάφορος/η, επιθετικός/ή και στο κάτω κάτω ποιος/ποια είμαι εγώ για να σε κρίνω, διορθώσω, απορρίψω;». 


 «Νομίζω ότι αυτή ήταν μια ανεπίτρεπτα προσωπική ερώτηση και το άγγιγμα επίσης ήταν κάπως άπρεπο, αλλά δεν παίρνω και όρκο. 

Νιώθω ελαφρώς άβολα και δυσάρεστα αλλά ίσως αντιδρώ υπερβολικά. 

Τέλος πάντων δεν θα πω τίποτα αυτή τη φορά, θα κάνω ότι δεν κατάλαβα για να μην μας φέρω σε δύσκολη θέση». 


 Το μήνυμα που εκπέμπουμε όταν δεν έχουμε όρια είναι ένα και μοναδικό και πολύ ηχηρό: 

 «Παρακαλώ περάστε, μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε ελεύθερα, ανέχομαι τα πάντα, έχετε το πράσινο φως να με ξετινάξετε». 

 Δυστυχώς στην πραγματική ζωή κανένας δεν θα σκεφτεί ότι είμαστε πραγματικά ανιδιοτελείς και καλοί άνθρωποι επειδή δεν έχουμε όρια. 

Αυτό που θα σκεφτεί είναι ότι είμαστε – πώς να το θέσω κομψά; – λαπάδες. 

Κακά τα ψέματα, όταν οι άλλοι καταλαβαίνουν ότι είμαστε ξέφραγο αμπέλι και μπορούν να μας κάνουν ό,τι θέλουν, σταδιακά παύουν να μας σέβονται και να μας υπολογίζουν. 


Η παθητικότητά μας, αντί να τους προξενεί θαυμασμό ή εκτίμηση, τους κάνει να σκεφτούν: 


«Μμμ… νόμιζα ότι δεν θα τη βγάλω καθαρή αυτή τη φορά, αλλά τίποτα δεν συνέβη, μοιάζει να τα δέχεται όλα, ψέλλισε βέβαια κάτι ξέπνοες διαμαρτυρίες αλλά στο τέλος μόνο συγγνώμη που δεν μου ζήτησε». 





 Όταν νιώθουμε ότι μας εκμεταλλεύονται, μας φέρονται χωρίς σεβασμό, μας υποτιμούν ή προσπαθούν να μας χειριστούν και να μας ελέγξουν, σημαίνει ότι κάποιο όριο μας έχει παραβιαστεί. 

 Ακούγεται σκληρό, αλλά όταν δεν έχω όρια είναι σαν να προσκαλώ την ασέβεια, την εκμετάλλευση, την κακοποίηση.

 Όταν δέχομαι τις παραβιάσεις είναι σαν να προσκαλώ τον άλλον να τις συνεχίσει. 

Όταν λέω πάντα ΝΑΙ ή δεν λέω τίποτα ή δεν κάνω κάτι για να αντιδράσω, εκπαιδεύω τους άλλους να πιστεύουν ότι δέχομαι τα πάντα. 


Όταν δεν έχω όρια δεν ξέρω πότε πρέπει να πω: 

ΦΤΑΝΕΙ ΩΣ ΕΔΩ, ΑΡΚΕΤΑ. 

Δεν ξέρω πότε νιώθω καλά, πότε νιώθω άσχημα, πότε πρέπει να συνεχίσω και πότε να κάνω πίσω. 

Διαμαρτύρομαι (άτονα) και αμέσως μετά το παίρνω πίσω δείχνοντας ότι δεν έχω λόγο, ότι τα λόγια μου δεν συμφωνούν με τις πράξεις μου, καταλήγω να μην με παίρνουν στα σοβαρά. 

Όταν δεν έχω όρια υποτιμώ τον εαυτό μου και περιορίζω τη ζωή μου. 


 ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΒΑΛΩ ΟΡΙΑ; 


Δυσκολευόμαστε να θέσουμε όρια επειδή: 

Έχουμε μεγάλη ανάγκη να είμαστε αρεστοί και να μας αγαπήσουν. 

Είμαστε διατεθειμένοι να γίνουμε χαλί να μας πατήσουν προκειμένου να γίνουμε αποδεκτοί. 

Τρέμουμε τις συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. 

Φοβόμαστε τις αρνητικές αντιδράσεις των άλλων στα όριά μας. 

Φοβόμαστε τη μοναξιά. 

Νομίζουμε ότι το τίμημα των ορίων είναι η απόρριψη/εγκατάλειψή μας εκ μέρους των άλλων. 

Έχουμε μάθει να είμαστε το καλό παιδί που δεν λέει ποτέ όχι, ο μάρτυρας που όλα τα υπομένει και θυσιάζεται για τους άλλους. 

Έχουμε διαστρεβλωμένες αντιλήψεις – π.χ. πιστεύουμε ότι «αληθινή αγάπη σημαίνει αγαπώ άνευ όρων και άνευ ορίων» ή ότι «προστατεύω τον εαυτό μου και την ευημερία μου σημαίνει είμαι εγωιστής και μικρόψυχος». 

 Σε τελική ανάλυση δυσκολευόμαστε να θέσουμε όρια επειδή δεν εκτιμούμε τον εαυτό μας, επειδή δεν πιστεύουμε ότι είμαστε ένας άνθρωπος που αξίζει σεβασμού και προστασίας: 





Έλλειψη ορίων, αδυναμία οριοθέτησης = χαμηλή αυτοεκτίμηση. 

 Προφανώς το θέμα των ορίων σχετίζεται με τον τρόπο που μεγαλώσαμε. 

Τις περισσότερες φορές η δυσκολία με τα όρια είναι αποτέλεσμα μεγαλώματος σε δυσλειτουργικές οικογένειες. 

Σε οικογένειες όπου δεν υπήρχαν καθόλου όρια ή σε κακοποιητικές οικογένειες. 

 Το παιδί – θύμα κακοποίησης καταλήγει συχνά σε μίσος για τον εαυτό του λόγω της ανικανότητας του να αντισταθεί στην κακοποίηση, καταλήγει σε μίσος για έναν εαυτό χωρίς αξία ο οποίος (ανάξιος εαυτός) δικαιολογεί με διαστρεβλωμένο, ανώριμο και παιδικό τρόπο την κακοποίηση (αν ήμουν ένα άτομο αγαπητό και με αξία γιατί κάποιος να με κακοποιεί;…). 

Το παράλογο μίσος για τον εαυτό κολλάει επάνω μας και μας συνοδεύει στην ενήλικη ζωή εμποδίζοντας τη θέσπιση ορίων (προφανώς, αφού για να θέσω όρια, δηλαδή για να προστατέψω τον εαυτό μου, βασική προϋπόθεση είναι: 

ΝΑ ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΑ ΜΙΣΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ). 


 Δεν φαίνεται λογικό, αλλά οι επιζήσαντες από κακοποιητικές οικογένειες κουβαλούν στην ενήλικη ζωή έναν δυσλειτουργικό, αυτοκαταστροφικό αμυντικό μηχανισμό από το παρελθόν: 


ΤΟ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΟΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ ΜΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ. 

Επειδή το αντίθετο, δηλαδή τα όρια (ο θυμός, η υπεράσπιση του εαυτού, η αντίσταση), συνήθως προκαλούσαν, κατά την παιδική ηλικία, ακόμα περισσότερη κακοποίηση. 


Όλες αυτές οι εμπειρίες καταλήγουν σε ακραίες θέσεις σε σχέση με τα όρια: 


Από τη μία, πολύ χαλαρά όρια: είμαι χαλί μπορείς να με πατήσεις – νιώθω ότι σε ερωτεύτηκα/σε αγαπώ/σε ξέρω μια ζωή παρά τα πέντε λεπτά που γνωριζόμαστε – λέω ναι αλλά στην ουσία εννοώ όχι – πώς είναι δυνατόν να μη διαβάζεις το μυαλό μου ενώ εγώ διαβάζω το δικό σου; 

 Από την άλλη, πολύ αυστηρά όρια: προσοχή σκύλος, μην πλησιάζετε – ούτε με νοιάζει ούτε με ενδιαφέρει ούτε θα ασχοληθώ – τα συναισθήματά μου είναι δικά μου και δεν ενδιαφέρουν κανέναν, χώρια που δεν είναι σίγουρο αν έχω κιόλας – ευχαριστώ, αλλά όχι, δεν χρειάζομαι βοήθεια, δεν χρειάζομαι τίποτα από κανέναν. 








Μέρος Δεύτερο

 Στο Για Όλα Υπάρχει ένα Όριο – Μέρος Δεύτερο θα δούμε πώς η υγιής θέσπιση ορίων οδηγεί στην ανάληψη ευθύνης για τον εαυτό και στην ενδυνάμωσή μας.




Στο πρώτο μέρος είδαμε πόσο καταστροφική για τη ζωή μας μπορεί να είναι η αδυναμία οριοθέτησης. 

Εδώ θα δούμε πώς μπορούμε να θέσουμε όρια για τον εαυτό μας, αρκεί προηγουμένως να έχουμε τοποθετηθεί ως προς τα εξής ζητήματα: 

Ποιο είναι το σύστημα αξιών μου; 

Τι μου υπαγορεύουν οι αξίες μου ως σωστό ή λάθος, επιτρεπτό ή ανεπίτρεπτο; 

Ποιες είναι οι ανάγκες, τα συναισθήματα, οι απόψεις, τα δικαιώματα που δεν διατίθεμαι να διαπραγματευτώ για κανέναν και τίποτα; 

 Ποιες σχέσεις και συμπεριφορές θα διακόψω, αποκλείσω, αλλάξω, ακόμα και αν η συνήθεια, η καρδιά μου ή η δειλία μου με προτρέπουν να τις διατηρήσω και υπομείνω; 

 Είναι προφανές ότι για να οριοθετηθούμε θα χρειαστεί να πάρουμε κάποιες δύσκολες αποφάσεις. 

Και κάτι ακόμα δυσκολότερο: θα χρειαστεί να μάθουμε να εκτιμούμε τον εαυτό μας και να δηλώσουμε, με λόγια και πράξεις, το αυτονόητο – ότι απαιτούμε σεβασμό. 

 ΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ 

Αν ένας άνθρωπος, ερχόμενος αντιμέτωπος με την παραβίαση των ορίων του, έχει κατά καιρούς δοκιμάσει, χωρίς καμία επιτυχία, να πνίξει τον πόνο του, να καταπιεί το θυμό του, να βράσει στο ζουμί του, να γίνει σαρκαστικός, να εκτοξεύσει κούφιες απειλές, να κλάψει ή να ουρλιάξει, είναι λογικό να αναρωτιέται τι άλλο μπορεί να κάνει ώστε επιτέλους να ακουστεί. 

 Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να θέσει σε εφαρμογή έναν εσωτερικό συναγερμό επιφορτισμένο με τη λειτουργία να ανιχνεύει τις επιζήμιες εισβολές στο σύστημα και να δίνει το ανάλογο σήμα. 

 Όταν σημάνει ο συναγερμός, ο βασικός κανόνας είναι ένας: αναλαμβάνουμε άμεση δράση και χωρίς να διαπραγματευτούμε τίποτα, θέτουμε τα όρια μας σε εφαρμογή. 






Ο λόγος που δεν παζαρεύουμε τα όρια μας είναι προφανής – το παζάρι σημαίνει ότι τεστάρω τα νερά και ζητάω την άδεια, περίπου σαν να ρωτάω: 

«Σκέφτομαι να αρχίσω να σέβομαι τον εαυτό μου, εσύ τι λες;». 

Παζαρεύοντας ή εξηγώντας τα όρια μας είναι σαν να μην είμαστε πολύ σίγουροι γι’ αυτά, σαν να μην τα πιστεύουμε πραγματικά. 

Κι ακόμα είναι σαν να εκχωρούμε στον άλλον την εξουσία να αποφασίσει εκείνος για την εγκυρότητα και εφαρμογή των ορίων μας. 

Είναι και το άλλο: 

Γιατί να πρέπει να κάτσω να εξηγήσω το προφανές; 

Τι να κάτσω να εξηγήσω όταν ο άλλος δείχνει έλλειψη σεβασμού απέναντί μου; 





Δεν θα έπρεπε η αντίδραση μου να του δίνει να καταλάβει ότι έχει ξεπεράσει το όριο; 

Θα πρέπει δηλαδή να προσπαθήσω να τον πείσω, με το καλό ή με το άγριο, να με σεβαστεί; 

Αλήθεια θα έπρεπε να συζητάω και να εξηγώ μέχρι να ματώσει η γλώσσα μου προκειμένου να καταλάβει; 

Μήπως θα έπρεπε να απολογηθώ κι από πάνω που έχω όρια; 

Δεν είναι λίγο υποτιμητικά όλα αυτά; 

 Το θέμα είναι ότι οι πράξεις πάντοτε μιλούν δυνατότερα από τα λόγια. 

Μπορούμε να γράψουμε ολόκληρη έκθεση ή να εξηγούμε με τις ώρες ότι δεν θέλουμε, για παράδειγμα, να μας ενοχλούν στο τηλέφωνο μετά τις 10 το βράδυ, αλλά το μήνυμα θα είναι πολύ περισσότερο ηχηρό και ξεκάθαρο αν υπάρξουν συνέπειες: αν απλώς σταματήσουμε να σηκώνουμε το τηλέφωνο. 

Αν ακούγονται λίγο απόλυτα όλα αυτά, θα συμφωνήσω ότι υπάρχουν φορές που έχει αξία να προειδοποιήσουμε ότι σκοπεύουμε να θέσουμε ένα όριο σε εφαρμογή. 

Όταν αυτός που βρίσκεται απέναντί μας έχει κατανόηση και υγιή αντίληψη για τις σχέσεις ίσως επιλέξουμε να τον ενημερώσουμε για όσα δεν λειτουργούν πλέον για εμάς. 

Όταν όμως ο άλλος έχει τη συνήθεια να πρεσάρει επίτηδες τα όρια μας προκειμένου να μας εκμεταλλευτεί, δεν υπάρχει τίποτα να συζητήσουμε – σε αυτή την περίπτωση πολύ απλά δεχόμαστε επίθεση, βρισκόμαστε σε νόμιμη άμυνα, δεν εξηγούμε τίποτα και απλώς λέμε STOP. 





 Ξεκαθαρίζουμε ότι η παραβίαση των ορίων μας είναι απαράδεκτη και ότι δεν πρόκειται να τη δεχτούμε, και αν ο άλλος δεν προσαρμόσει τη συμπεριφορά του αναλόγως, 

ΔΙΑΚΟΠΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΦΗ Ή ΤΗ ΣΧΕΣΗ. 

 Το εύλογο ερώτημα είναι πώς εφαρμόζονται όλα αυτά όταν η σχέση είναι πολύ σημαντική για να την εγκαταλείψουμε έτσι απλά; 

Τι γίνεται αν μεταφυσικές δυνάμεις (ο έρωτας ας πούμε…) μας εμποδίζουν να σπάσουμε το φαύλο κύκλο της παραβίασης; 

Σε αυτές τις περιπτώσεις αυτό που κάνουμε οι άνθρωποι είναι να δίνουμε δεύτερες ευκαιρίες. 

Επικοινωνούμε τα όρια μας και περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει. 

Αν ο άλλος προσαρμοστεί, έχει καλώς. 

Αν συνεχίσει να παραβιάζει τα όρια μπορούμε να τερματίσουμε τη σχέση όπως λέγαμε παραπάνω ή να δώσουμε μια τρίτη, τέταρτη, δέκατη ή εκατοστή ευκαιρία…

 Είναι δυνατόν κάποιος, οποιοσδήποτε, να είναι πιο σημαντικός από τον αυτοσεβασμό μας; 

 ΚΙ ΑΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΔΕΝ ΔΕΧΤΟΥΝ ΤΑ ΝΕΑ ΜΟΥ ΟΡΙΑ;

 Καταρχάς, ας ξεκαθαρίσουμε ότι βάζω όρια δεν σημαίνει ότι γίνομαι ένας στριφνός άνθρωπος που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του. 

 Οι άνθρωποι γύρω μας ενδεχομένως να χρειαστούν λίγο χρόνο προκειμένου να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, αλλά δεν πρόκειται να αμφισβητήσουν τα όρια μας αν και οι ίδιοι έχουν όρια και σεβασμό για τους άλλους. 





Εκείνοι που ενδέχεται να αντιδράσουν στην απόφασή μας να οριοθετηθούμε, είναι οι άνθρωποι που, έτσι κι αλλιώς, αρέσκονται να καταπατούν τα όρια των άλλων. 

 Για κανέναν δεν είναι εύκολες οι αλλαγές, αλλά υπάρχουν κάποιοι που δεν μπορούν να τις χωνέψουν με τίποτα. 

Είναι πιθανό να εκπλαγούν, να νιώσουν απειλή, σύγχυση και ταραχή αν ακούσουν ΟΧΙ από εμάς ενώ τους έχουμε συνηθίσει στο ΝΑΙ βρέξει χιονίσει. 

Δεν αποκλείεται αυτοί οι άνθρωποι να αισθανθούν ότι τα δικά μας όρια παραβιάζουν τα δικά τους, ότι η οριοθέτησή μας τους στερεί τα προνόμιά τους – δεν αποκλείεται αυτοί οι άνθρωποι να αρνηθούν να παίξουν με τους νέους κανόνες.


 Ίσως προσπαθήσουν να μας τουμπάρουν με χειρισμούς: 


«Μα πώς το κάνεις αυτό τώρα ενώ πάντα ήσουν τόσο καλός/καλή;», 

«Αφού ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχες πρόβλημα, τι σε έπιασε τώρα;». 

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τους αφήσουμε να μας μπερδέψουν. 

Το ότι δεν βάζαμε όρια στο παρελθόν δεν σημαίνει ότι θα συνεχίσουμε να μην βάζουμε και στο μέλλον. 

 Το γεγονός είναι ότι αν αποφασίσουμε να βάλουμε όρια και να μείνουμε σταθεροί σ’ αυτά, κάποιοι άνθρωποι είναι πιθανόν να φύγουν, επειδή αν δεν μπορούν να παραβιάζουν τα όρια 

(αν δηλαδή δεν μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν…) 

η σχέση δεν λειτουργεί γι’ αυτούς. 





Θα ψάξουν να βρουν κάποιον με χαμηλότερη αυτοεκτίμηση ο οποίος θα δέχεται την καταπάτηση των ορίων του. 

 Τι κάνουμε λοιπόν με αυτούς τους ανθρώπους; 

Συμβιβαζόμαστε προκειμένου να κρατήσουμε τη σχέση ή αποφασίζουμε ότι δεν τους χρειαζόμαστε στη ζωή μας; 

 Θα μου πείτε είναι άδικο κάποιοι να ζητούν από εμάς να μην έχουμε όρια ενώ εκείνοι, όχι μόνο έχουν, αλλά τα υπερασπίζονται σθεναρά, όμως ποιος είπε ότι η ζωή είναι δίκαιη; 


Το θέμα είναι ότι στην ουσία καλούμαστε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με τους ανθρώπους που άμεσα ή έμμεσα δηλώνουν ότι αρνούνται να δεχτούν την απόφασή μας να σεβαστούμε και να προστατέψουμε τον εαυτό μας. 

Αν το σκεφτούμε έτσι πάντως, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα φοβερό δίλημμα… 

Πώς να το κάνουμε, κάτι δεν πάει καλά όταν ο άλλος έχει την ιδέα ότι σχέση σημαίνει να έχει δύναμη επάνω μας και να καταπατάει τα όρια μας. 

Εάν δεν μπορεί να μας σεβαστεί, μιλάμε για θεμελιώδη διαφορά αξιών και σύγκρουση συμφερόντων που δείχνει ότι η σχέση δεν μπορεί να λειτουργήσει. 


 Επομένως, το ερώτημα είναι ένα: 

Είναι δυνατόν κάποιος, ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ, να είναι πιο σημαντικός από τον αυτοσεβασμό μας; 






 Κανένας δεν μπορεί να είναι πιο σημαντικός από τον αυτοσεβασμό μας και σε κανέναν δεν είμαστε υποχρεωμένοι να απολογηθούμε γι’ αυτό που είμαστε. 

Είναι αλήθεια ότι κάποιοι θα αρνηθούν να μας καταλάβουν, αλλά αν τα όρια μας έχουν προσωπικό νόημα για εμάς, αυτό (πρέπει να) αρκεί. 

 Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕ ΤΑ ΟΡΙΑ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ 

Μόνο μέσω της υγιούς οριοθέτησης είναι δυνατόν να αναδυθεί ενδυναμωμένος ο αληθινός εαυτός μας. 

Μόνο μέσω της οριοθέτησης μπορούμε να νιώσουμε διαφορετικοί από τους άλλους και να επιλέξουμε ελεύθερα να συναντηθούμε μαζί τους, όντας ο καθένας υπεύθυνος για τον εαυτό του και χωρίς κανείς να παραβιάζει τα όρια κανενός.

 Μόνο όταν έχουμε υγιή όρια έχουμε τη δυνατότητα να χτίσουμε καλύτερες σχέσεις με τους άλλους, αφήνοντας έξω από τη ζωή μας ανθρώπους και σχέσεις που μας απομακρύνουν από τον εαυτό μας. 

 Ακούγονται λίγο ειδυλλιακά όσα λέμε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζομαι ότι η οριοθέτηση είναι απλό πράγμα, ιδίως αν κάποιος έχει ζήσει χωρίς όρια το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. 

Κανείς δεν λέει ότι αρκεί να πατήσουμε μερικά κουμπιά και θα μεταμορφωθούμε σε ανθρώπους με όρια και υψηλή αυτοεκτίμηση. 

Κάποιοι από εμάς, προκειμένου να το πετύχουν, ίσως χρειαστεί να δουλέψουν τα δύσκολα θέματα της εκτίμησης και αγάπης του εαυτού, εντός μιας θεραπευτικής σχέσης. 

 Με θεραπεία ή χωρίς, η οριοθέτηση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε γρήγορη ούτε δουλειά μια κι έξω. 

Είναι διαδικασία με τα πάνω και τα κάτω της, με βήματα εμπρός αλλά και πολλά πισωγυρίσματα. 

Έχει ξεβόλεμα και άγχος μέχρι να συνηθίσουμε να υπάρχουμε με διαφορετικό τρόπο. 

Έχει υπερβολές όταν, για παράδειγμα, γινόμαστε υπεραμυντικοί με τα νεοαποκτηθέντα όρια μας ή όταν θυμώνουμε υπερβολικά επειδή κάποιος, για παράδειγμα, μας έστησε πέντε λεπτά. 

Ιδανικά κάποια στιγμή έρχεται ένα σημείο όπου το να ζούμε με όρια γίνεται κάτι που μας βγαίνει απολύτως φυσικά χωρίς να απαιτεί καμία συνειδητή σκέψη ή προσπάθεια εκ μέρους μας.

 Ζούμε με τα όρια μας τελικά σημαίνει είμαστε αυθεντικοί, σημαίνει ότι σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορά είναι ευθυγραμμισμένα και όχι μόνο το γνωρίζουμε εμείς αλλά το γνωρίζουν και οι άλλοι. 

Ζούμε με τα όρια μας σημαίνει απλά ότι ξέρουμε πότε να πούμε ΟΧΙ. 

Και, αντιστρόφως, ότι ξέρουμε πότε να πούμε ΝΑΙ και το ναι μας έχει αξία.