Ο Ορφέας και η θρησκεία από την Ατλαντίδα - Point of view

Εν τάχει

Ο Ορφέας και η θρησκεία από την Ατλαντίδα



Ο Ορφέας ήταν γιος του βασιλιά της Θράκης Οίαγρου και της μούσας Καλλιόπης, η οποία ήταν κόρη του Δία. Όλη του η ζωή και δράση αποτελεί έκφραση της θεϊκής αρμονίας, της οποίας αποτέλεσμα ήταν και το εκπληκτικό μουσικό του ταλέντο: με τη λύρα του και τη θεϊκή του φωνή μάγευε ζώα και ανθρώπους. Κάποιες φορές, η δύναμη της μουσικής του μετακινούσε ακόμα και άψυχα αντικείμενα! Φυσικά, δάσκαλός του ήταν ο θεός Απόλλων, ο θεός του φωτός και της μουσικής.
Η πιο γνωστή ιστορία του Ορφέα είναι η κάθοδός του στον Άδη, όταν επιχείρησε να επαναφέρει στη ζωή την αγαπημένη του σύζυγο, Ευρυδίκη. Ανεβαίνοντας, όμως, τα σκαλιά του Κάτω Κόσμου, με τη γυναίκα του να τον ακολουθεί, δεν μπόρεσε να κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον Άδη, και από τη λαχτάρα του να αντικρίσει την αγαπημένη του, γύρισε να την κοιτάξει πριν φτάσουν στον κόσμο των ζωντανών. Έτσι την έχασε για πάντα. Λίγο αργότερα, πέθανε και ο ίδιος από την στεναχώρια του. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές του μύθου, ο Ορφέας πέθανε κατασπαραγμένος από τις Βάκχες ή από τον κεραυνό του Δία, όταν αποκάλυψε σε θνητούς ιερά μυστήρια. Οι μούσες έθαψαν το σώμα του στην περιοχή Λείβηθρα του Ολύμπου, ενώ το κεφάλι του μαζί με τη λύρα του μεταφέρθηκε από τον ποταμό Έβρο στο Αιγαίο, στο νησί Λέσβος.
Στην αρχαιότητα, κανείς, εκτός από τον Αριστοτέλη, δεν αμφισβητούσε πως ο Ορφέας ήταν πραγματικό πρόσωπο, που είχε ζήσει αρκετές γενιές πριν από τον τρωικό πόλεμο (περίπου τον 13ο αι. π.κ.χ), αν και αρκετοί σύγχρονοι ερευνητές πιστεύουν πως υπήρξαν πέντε διαφορετικά άτομα με αυτό το όνομα που έζησαν διαδοχικά σε διάστημα πολλών αιώνων.
Τα ορφικά κείμενα
Υπάρχει μία θεωρία, η οποία δεν είναι ευρέως γνωστή, ούτε έχει επαληθευτεί, παρουσιάζει όμως εξαιρετικό ενδιαφέρον. Σύμφωνα με αυτή, η γλώσσα στην οποία πρωτογράφτηκαν τα ορφικά κείμενα είναι μία αρχαϊκή γλώσσα, την οποία οι αρχαίοι συγγραφείς Πρόκλος και Ιάμβλιχος αναφέρουν ως τη «γλώσσα των θεών». Ο Thomas Taylor υποθέτει πως η γλώσσα αυτή ανάγεται στην εποχή των Πελασγών και είναι ίσως μία αρχαιότατη μορφή της ετρουσκικής ή αιολικής και ίσως να είναι η γλώσσα που μιλούσαν οι κάτοικοι της Ατλαντίδος, της ηπείρου που βυθίστηκε ξαφνικά κι εξαφανίστηκε, όπως μας περιγράφει ο Πλάτων στον «Κριτία» και στον «Τίμαιο». Ίσως κάποιοι από τους κατοίκους της Ατλαντίδας είχαν προνοήσει να μεταναστεύσουν όταν άρχισαν οι προσεισμοί που οδήγησαν στη μεγάλη καταστροφή και διασώθηκαν στα γύρω νησιά. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και οι Αιολείς, οι οποίοι, αφού ταξίδεψαν αρκετό καιρό στη θάλασσα, κατέληξαν στις ακτές της Θεσσαλίας και ονόμασαν την περιοχή Αιολία. Ίσως ακόμα τα «Αργοναυτικά», η ορφική αφήγηση της αργοναυτικής εκστρατείας να αναφέρεται σε αυτό το ταξίδι και στην περίπτωση αυτή, ο Ορφέας είναι αρχαιότερος απ’ όσο πιστεύουμε, μολονότι δεν τον αναφέρουν ονομαστικά ούτε ο Όμηρος ούτε ο Ησίοδος.
Όπως λέει ο Πλάτων, οι ιερείς της Αιγύπτου απεκάλυψαν στον Σόλωνα πως η καταστροφή της Ατλαντίδας είχε συμβεί 9.000 χρόνια νωρίτερα, και εκτός από μερικά ονόματα σπουδαίων ανθρώπων και ελάχιστες προφορικές παραδόσεις για τα έργα τους, δεν είχε διασωθεί τίποτα από τον πολιτισμό τους. Ο Πλάτων εξηγεί γιατί συνέβη αυτό: «διότι κάθε φορά η γενιά που διασώζεται (εν. από κατακλυσμούς) είναι εκείνοι που ζουν στα βουνά, οι αγράμματοι άνθρωποι». Αν έτσι έγιναν τα πράγματα και την εποχή του Ορφέα, δεν είναι παράξενο που οι επόμενες γενιές είχαν λησμονήσει τη γραφή, τα τεχνολογικά επιτεύγματα, τη θρησκεία όπως την είχε διδάξει ο Ορφέας. Έτσι, φτάνοντας στον αιώνα του Ομήρου και του Ησιόδου, η αντίληψη για τους θεούς και για τη σχέση των ανθρώπων μαζί τους είχε διαφοροποιηθεί, ακολουθώντας την ηθική που ανέπτυξαν οι νέες κοινωνίες, καθώς εξελίσσονταν στον ελλαδικό χώρο. Οι θεοί έχουν τα ίδια ονόματα όπως και πριν, αλλά έχουν χαρακτήρα ανθρώπινο, έχουν ελαττώματα, ανακατεύονται στα ανθρώπινα ζητήματα και σώζουν ή καταστρέφουν όποιον επιθυμούν. Το να ανταγωνίζεται κάποιος τους θεούς, ή να ισχυρίζεται πως είναι καλύτερός τους, είναι ασυγχώρητη ύβρις. Στην εποχή του Ορφέα όμως, φαίνεται πως η σχέση ανάμεσα στους θνητούς και στους αθανάτους ήταν πιο εσωτερική.
Τα ορφικά κείμενα που έχουν φτάσει ως εμάς είναι μεταγενέστερα, αλλά πολλά περισσότερα είχαν γραφτεί τον 6ο αι. π.κ.χ, όταν η ορφικές αντιλήψεις επανήλθαν στο προσκήνιο μετά από πολλούς αιώνες. Ο ιερέας Ονομάκριτος συγκέντρωσε όλες τις προφορικές παραδόσεις που είχαν επιζήσει από την αρχαία ορφική λατρεία και έδωσε ώθηση στην ξεχασμένη λατρεία του Διονύσου.
Η αναβίωση της παλιάς λατρείας ένωσε τους θεούς του Ομήρου και του Ησιόδου με το ορφικό παρελθόν τους και έτσι δημιουργήθηκε το διάσημο ελληνικό πάνθεον των κλασικών χρόνων. Αυτούς τους θεούς λάτρευαν εκείνοι που έθεσαν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Οι πρώτοι που επιδόθηκαν σε αυτή τη λατρεία και τήρησαν με ευλάβεια τον «ορφικό βίο» ήταν, απ’ όσο γνωρίζουμε, οι πυθαγόρειοι. Ο Πυθαγόρας διδάχτηκε τα ορφικά από τον δάσκαλό του, Φερεκύδη, αλλά και από τους ιερείς της Αιγύπτου και της Μ. Ανατολής στα ταξίδια του. Το ορφικό δόγμα της μετενσάρκωσης υιοθέτησε και ο Πλάτων, αλλά ήταν οι διάδοχοι της σχολής του (οι νεοπλατωνικοί) που ανέλυσαν επαρκώς την ορφική θεολογία, η οποία κατέληξε στη θεωρία, γνωστή ως θεοσοφία.
Η κληρονομιά του Ορφέα
Η κληρονομιά που άφησε ο Ορφέας στη θρησκευτική αντίληψη του δυτικού κόσμου είναι πρώτον, η θεωρία πως ο άνθρωπος φέρει μέσα του το θεϊκό στοιχείο και πως μπορεί να το ενισχύσει καθαρίζοντας την ψυχή του από τα υλικά στοιχεία. Έσπειρε ακόμα την ιδέα πως ο άνθρωπος μπορεί να επικοινωνήσει με τον θεό μόνο σε κατάσταση έκστασης, επειδή μόνο τότε αποκόπτεται από την υλική του υπόσταση και «βλέπει» αυτά που δεν βλέπονται. Ο μυστικισμός του Ορφέα προβάλει ως στόχο του ανθρώπινου βίου την ταύτιση με τον θεό που είναι η μοναδική λύτρωση από την καταδίκη του θανάτου. Τονίζει, όμως, πως αυτή διαδικασία είναι προσωπική ευθύνη του καθενός και γι’ αυτό η επίτευξη της λύτρωσης πιστώνεται στον αγωνιζόμενο. Τίποτα δεν δίνεται ως θείο δώρο, τα πάντα κατακτώνται με πράξεις.
Αν πράγματι η ορφική θρησκεία ήταν η επίσημη πίστη των κατοίκων της θρυλικής Ατλαντίδας, ίσως να ήταν ακριβώς αυτή η πεποίθηση η βάση του σπουδαίου πολιτισμού τους. Γιατί, όταν ο άνθρωπος γνωρίζει τον «θεό» που υπάρχει μέσα του είναι ικανός για τα μεγαλύτερα επιτεύγματα, ειδικά όταν πιστεύει πως ο θεός αυτός δεν κάνει δώρα
via

Pages