Ὅταν «ἡ μπόχα σὲ πνίγει», τότε ξαναδιάβασε αὐτὸ τὸ ἄρθρο προσεκτικὰ γιὰ μία ἀκόμα φορά - Point of view

Εν τάχει

Ὅταν «ἡ μπόχα σὲ πνίγει», τότε ξαναδιάβασε αὐτὸ τὸ ἄρθρο προσεκτικὰ γιὰ μία ἀκόμα φορά

Ἀλβέρτος Τζαίυ Νόκ - Ἡ ἐργασία τοῦ Ἡσαΐου (1936)



(Τὸ δοκίμιο αὐτὸ τοῦ ἐκλιπόντος φίλου μας Ἀλβέρτου Νόκ,[1] πρωτο-κυκλοφόρησε ἀπὸ τὴν FEE[2] ἐδῶ καὶ πάνω ἀπὸ 30 χρόνια. Ἐξακολουθεῖ ὅμως νὰ παραμένει ἐπίκαιρο. Στὸ «Ἔργο τοῦ Ἡσαΐα» ἔχουμε τὸ καλύτερο ἀντίδοτο ἐνάντια στὴν ἐπίδραση τῆς φιλελεύθερης μαυρίλας. Ταυτόχρονα μᾶς προσφέρει καὶ ἄριστη καθοδήγηση γιὰ τὸ πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ ἐργασθεῖ ὅσο γίνεται ἀποτελεσματικότερα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας. Ὅταν «ἡ μπόχα σὲ πνίγει», ἢ ὅταν ἡ ὁρμή σου γιὰ «νὰ διορθώσεις τὸν κόσμο» σὲ συνεπαίρνει, τότε ξαναδιάβασε αὐτὸ τὸ ἄρθρο προσεκτικὰ γιὰ μία ἀκόμα φορά.)
Ἕνα βράδυ τὸ περασμένο φθινόπωρο, ἄκουγα γιὰ ὧρες κάποιο Εὐρωπαῖο γνωστό μου νὰ ἀναπτύσσει μιὰ πολιτικὸ-οἰκονομικὴ θεωρία ποὺ ἔμοιαζε νά ῾ναι στέρεα σὰν καρύδι,[3] καὶ δὲν μποροῦσα νὰ τῆς βρῶ ψεγάδι. Στὸ τέλος, μὲ μεγάλη εἰλικρίνεια προσέθεσε: «Ἔχω μιὰ ἀποστολὴ γιὰ τὶς μάζες. Ἡ αἴσθησή μου εἶναι ὅτι ἔχω κληθεῖ γιὰ νὰ μὲ ἀκούσει ὅλος ὁ κόσμος. Σ᾿ αὐτὸ θὰ ἀφιερώσω τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου· στὸ νὰ ἀκούσουν ὅλοι τὴν θεωρία μου. Πῶς τὸ βλέπεις;»Δύσκολη ὁπωσδήποτε ἡ ἐρώτηση· ἀκόμα δὲ πιὸ δύσκολη στὴ συγκεκριμένη περίπτωση γιατὶ ὁ γνωστός μου κατέχει ἐξαιρετικὰ πολλὲς γνώσεις. Μιλᾶμε γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία ἢ τέσσερα πρώτης τάξεως μυαλὰ τῆς γενιᾶς του στὴν Εὐρώπη. Φυσικά, ἐγώ, ἕνεκα τῆς ἀγνοίας μου, ἄκουγα καὶ τὴν λεξούλα του ἀκόμα μὲ τόσο σεβασμὸ ποὺ θὰ ἔμοιαζε μὲ δέος.
Τὸν παρέπεμψα στὴν ἱστορία τοῦ προφήτου Ἡσαΐα.
Θὰ παραφράσω ἐδῶ αὐτὴ τὴν ἱστορία μὲ ἁπλὰ λόγια γιατί τὴν συνθέτω μέσα ἀπὸ διάφορες πηγές.
Ἡ δράση τοῦ προφήτη ξεκίνησε πρὸς τὸ τέλος τῆς βασιλείας τοῦ Ὀζία, περίπου τὸ 740 π.Χ. Φαίνεται πὼς ἡ μακρὰ αὐτὴ βασιλεία ποὺ κράτησε γιὰ σχεδὸν μισὸν αἰώνα, ἦταν περίοδος γενικῆς εὐμάρειας. Ἀλλὰ ἦταν κιόλας ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἀκμάζουσες βασιλεῖες, ὅπως αὐτὴ τοῦ Μάρκου Αὐρήλιου στὴ Ρώμη, ἢ τὴ διακυβέρνηση τοῦ Εὔβουλου στὴν Ἀθήνα, ἢ αὐτὴ τοῦ Κοῦ Κούλιτζ στὴν Οὐάσινγκτον ὅπου, πρὸς τὸ τέλος, ἡ εὐμάρεια ἀρχίζει ξαφνικὰ νὰ φθίνει καὶ τὰ πάντα καταρρέουν μὲ πάταγο.
Κατὰ τὸ ἔτος τοῦ θανάτου τοῦ Ὀζία, ὁ Κύριος ἀπέστειλε τὸν προφήτη νὰ βγεῖ καὶ νὰ προειδοποιήσει τὸν λαὸ γιὰ τὴν ἐπικείμενη ὀργή. «Πές τους γιὰ τὸ πόσο ἀνάξιος λαὸς εἶναι», εἶπε ὁ Κύριος. «Δεῖξε τους τὰ στραβά τους, καὶ τὸ γιατί· καὶ ἀκόμα τὸ τί πρόκειται νὰ συμβεῖ ἂν δὲν μετανοήσουν καὶ δὲν ἐπιστρέψουν στὸν ἴσιο δρόμο. Μὴν μασᾶς τὸ λόγια σου. Πές τους τα ξεκάθαρα: αὐτὴ εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ τελευταία τους εὐκαιρία. Φώναξέ τους το γιὰ νὰ τὸ ἀκούσουν καθαρὰ καὶ μὴν κουράζεσαι νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνεις».
«Ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ σοῦ πῶ», προσέθεσε ὁ Κύριος, «ὅτι αὐτὰ τὰ λόγια σου δὲν θὰ βροῦν ἀπήχηση. Ἡ ἄρχουσα τάξη καὶ οἱ διανοούμενοί της θὰ σὲ περιφρονήσουν, καὶ οἱ μάζες οὔτε κἂν θὰ σὲ ἀκούσουν. Οἱ πάντες θὰ συνεχίσουν ὁ καθένας τὸ δρόμο του μέχρι τελικῆς καταστροφῆς. Ὅσο γιὰ σένα, θὰ εἶσαι τυχερὸς ἂν μπορέσεις νὰ γλυτώσεις τὴ ζωή σου.»
Ὁ Ἡσαΐας ἀνέλαβε τὸ ἔργο του μὲ μεγάλη προθυμία. Πράγματι, ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ποὺ τὸ ζήτησε. Ἀλλὰ τώρα, ἡ προοπτικὴ τοῦ κηρύγματος παίρνει μιὰ ἀπρόσμενη στροφή. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Γιατί, ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, ποιὸ τὸ νόημα, ἂν τὸ ὅλο ἐπιχείρημα εἶναι ἐκ προοιμίου καταδικασμένο; «Ἄ!», εἶπε ὁ Κύριος, «λοιπὸν δὲν ἔχεις μπεῖ στὸ νόημα. Ὑπάρχει ἐκεῖ καὶ κάποιο Ὑπόλειμμα[4] ποὺ ἐσὺ δὲν γνωρίζεις. Γιατὶ αὐτοὶ εἶναι ἀφανεῖς καὶ ἀνοργάνωτοι, χωρὶς δική τους φωνή, καὶ ὁ καθένας τους ἁπλῶς προσπαθεῖ νὰ τὴ βγάζει ὅπως μπορεῖ. Αὐτοὶ εἶναι ποὺ χρειάζονται ἐνθάρρυνση καὶ στήριγμα. Γιατί ὅταν ὅλα θὰ ἔχουν πάει γιὰ τὰ σκυλιά, αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ἐπιστρέψουν γιὰ νὰ ἀνοικοδομήσουν μιὰ νέα κοινωνία.[5] Στὸ μεταξύ, τὸ κήρυγμά σου θὰ τοὺς διαβεβαιώσει γιὰ νὰ τοὺς διατηρήσει. Τὸ ἔργο σου λοιπὸν εἶναι φροντίδα γι᾿ αὐτὸ τὸ Ὑπόλειμμα. Καὶ τώρα, ἐμπρός, ἐπὶ τὸ ἔργον».

Ἀλλὰ τί ἐννοοῦμε μὲ τὴ λέξη «μάζες», καὶ τί μὲ τὴ λέξη «Ὑπόλειμμα»;
Κατὰ τὴ συνήθη σημασία της, ἡ λέξη «μάζες» ἀναφέρεται σὲ ἕνα συνονθύλευμα φτωχῶν, ἀναξιοπαθούντων, ἀνθρώπων τῆς ἐργατιᾶς, προλετάριους. Ἀλλὰ δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ νόημα στὸν Ἡσαΐα. Ἁπλῶς ὑποδηλώνει τὴν πλειοψηφία τοῦ λαοῦ, ἢ ὅπως συνήθως λέμε, τὸν κοινὸ ἄνθρωπο. Αὐτὸς ὁ κοινὸς ἄνθρωπος οὔτε τὴν διανοητικὴ δύναμη ἔχει γιὰ νὰ καταλάβει τὶς ἀρχὲς ποὺ διακυβερνοῦν αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε ἀνθρώπινη ζωή, οὔτε τὴ δύναμη χαρακτῆρος ἔχει γιὰ νὰ τὶς ἀκολουθήσει σταθερὰ καὶ ἀπαρέγκλιτα ὡς νόμους συμπεριφορᾶς. Καὶ ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπαρτίζουν τὴν μεγάλη, τὴν συντριπτικὴ πλειοψηφία τῆς ἀνθρωπότητος, μὲ μιὰ λέξη ὀνομάζονται μάζες. Ἡ γραμμὴ ποὺ διαχωρίζει αὐτὲς τὶς μάζες ἀπὸ τὸ Ὑπόλειμμα εἶναι ἀναλλοίωτα ποιοτικὴ καὶ μὴ ἐξαρτωμένη ἀπὸ τὶς ἑκάστοτε συνθῆκες. Τὸ Ὑπόλειμμα εἶναι ὅλοι ὅσοι διὰ τῆς διανοητικῆς τους δυνάμεως μποροῦν νὰ συλλάβουν τὶς ἐν λόγῳ ἀρχές, καὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ χαρακτήρα τους μποροῦν, τουλάχιστον σὲ κάποιο βαθμό, νὰ προσκολληθοῦν σὲ αὐτές. Στὶς μάζες ἀνήκουν αὐτοὶ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο.
Ἡ εἰκόνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Ἡσαΐας παρουσιάζει τὶς Ἰουδαϊκὲς μάζες δὲν εἶναι καθόλου κολακευτική. Κατὰ τὴν παρουσίασή του, ὁ κοινὸς ἄνθρωπος, εἴτε πρόκειται γιὰ ὑψηλὰ ἢ χαμηλὰ ἱστάμενο, γιὰ πλούσιο ἢ φτωχό, γιὰ πρίγκιπα ἢ ζητιάνο, βγαίνει σὲ χρώματα πολὺ μελανά. Ὄχι μόνο παρουσιάζεται ὡς ἐλαφρόμυαλος καὶ ἄβουλος, ἀλλά, ὡσὰν συνέπεια αὐτῶν, καὶ ψεύτης, ἀλαζόνας, ἅρπαγας, διεφθαρμένος, χωρὶς ἀρχές, ἀνέντιμος. …
Ὡς ἔχουν σήμερα τὰ πράγματα, τὸ ἔργο τοῦ Ἡσαΐα μοιάζει μὲ ζητιανιά. Ὅσοι κάτι ἔχουν νὰ ποῦν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Εὐρωπαῖος φίλος μου, παρουσιάζουν μαζὶ καὶ μεγάλη προθυμία νὰ τὸ προσφέρουν στὶς μάζες. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀπασχολεῖ ἰδιαίτερα τὸ πῶς τὸ μήνυμά τους θὰ γίνει ἀποδεκτό, καὶ τὸ πῶς ὁ κοινὸς ἄνθρωπος θὰ τὸ ἐγκρίνει. Ἔτσι, ἡ μεγαλύτερη φροντίδα τους εἶναι νὰ διαμορφώσουν τὴν θεωρία τους μὲ τέτοιο τρόπο ποὺ νὰ τραβάει τὴν προσοχὴ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν μαζῶν …
Τὸ κύριο πρόβλημα μὲ αὐτὴν τὴν προσέγγιση βρίσκεται στὴν ἀντίδραση τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὴν πρὸς αὐτὸν ἀποστολή. Ἐδῶ ἀπαιτεῖται τέτοια ὀπορτουνιστικὴ διεκπεραίωση τῆς ὅλης θεωρίας, ὥστε ὁ χαρακτήρας της νὰ ἀλλάζει οὐσιαστικά. Τελικὰ ὑποβιβάζεται σὲ εἰκονικὴ μόνο θεραπεία. Ἐάν, ἂς ποῦμε, εἶσαι ἱερέας, ἐπιθυμεῖς νὰ τραβήξεις ὅσο μεγαλύτερο ἐκκλησίασμα μπορεῖς, τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι συγκινεῖς τὶς μάζες, καὶ τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρά του σημαίνει ὅτι ἔχεις προσαρμόσει τοὺς ὅρους τοῦ μηνύματός σου στὸν τρόπο ποὺ σκέπτονται καὶ συμπεριφέρονται οἱ μάζες. Ἐὰν εἶσαι παιδαγωγός, ἂς ποῦμε ὑπεύθυνος σὲ κάποιο πανεπιστήμιο, θὰ ἤθελες νὰ ἔχεις ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερους φοιτητές, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ περικόψεις τὶς ἀπαιτήσεις σου ἀντίστοιχα. Ἂν εἶσαι συγγραφέας, θὰ στοχεύεις σὲ πολλοὺς ἀναγνῶστες· ἂν εἶσαι ἐκδότης, σὲ πολλοὺς ἀγοραστές· ἂν εἶσαι φιλόσοφος, σὲ πολλοὺς μαθητές· ἂν εἶσαι ἀναμορφωτής, στὸ νὰ πείσεις ὅσο γίνεται πιὸ πολλούς· ἂν εἶσαι μουσικός, νὰ ἔχεις πολλοὺς ἀκροατές, κοκ. Ὅπως καὶ νὰ τὸ δοῦμε, ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές, κατὰ τὴν πραγμάτωση αὐτῶν τῶν διαφόρων ἐπιθυμιῶν, τὸ προφητικὸ μήνυμα ἀλλοιώνεται τόσο πολὺ ἀπὸ πράγματα ἀσήμαντα καὶ τετριμμένα, ὥστε σὲ κάθε περίπτωση τὸ ἀποτέλεσμά του καταλήγει νὰ σκληρύνει τὶς μάζες ἀκόμα περισσότερο στὶς ἁμαρτίες τους. Ἐν τῷ μεταξύ, τὸ Ὑπόλειμμα, βλέποντας ὅλη αὐτὴ τὴν ἀλλοίωση, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐπιθυμίες ποὺ τὴν ὑπαγορεύουν, θὰ γυρίσει τὴν πλάτη σὲ αὐτὸν τὸν προφήτη καὶ θὰ κόψει κάθε σχέση μὲ αὐτὸν ἢ τὸ μήνυμά του.
Τὸ Ὑπόλειμμα δὲν θέλει παρὰ μόνο τὸ καλύτερο ποὺ ἔχεις νὰ προσφέρεις, ὅ,τι κι ἂν εἶναι αὐτό. Δῶσ᾿ του το καὶ ἀρκεῖται· δὲν χρειάζεται νὰ ἀνησυχεῖς γιὰ τίποτε ἄλλο...
Παρὰ ταῦτα, ὅπως ἤδη τὸ εἶπα, ἀπὸ μιὰ ἄποψη, πρόκειται γιὰ ἀχάριστο ἔργο … Ἕνας προφήτης γιὰ αὐτὸ τὸ Ὑπόλειμμα δὲν πρόκειται νὰ φουσκώσει τὴν τσέπη του μὲ λεφτά· οὔτε κατὰ πάσα πιθανότητα θὰ κερδίσει φήμη ἀπὸ αὐτὴ τὴ δουλειά. Ὡς πρὸς αὐτὸν τὸν δεύτερο κανόνα ἡ περίπτωση τοῦ Ἡσαΐα ἦταν ἐξαίρεση· ὑπάρχουν καὶ κάποιες ἄλλες ἀκόμα ἑξαιρέσεις, ἀλλὰ αὐτὲς δὲν εἶναι πολλές.
Ἴσως νὰ σκεφθοῦμε ὅτι ἐνῶ ἀπὸ τὴ μιὰ ἡ φροντίδα γιὰ τὸ Ὑπόλειμμα εἶναι σίγουρα ἔργο καλό, ἀπὸ τὴν ἄλλη δὲν εἶναι ἰδιαίτερα κάτι ἐνδιαφέρον ἀφοῦ κατὰ κανόνα πληρώνει τόσο λίγο. Ὡς πρὸς αὐτὸ ἔχω τὶς ἐνστάσεις μου. Γιατὶ πλὴν τῶν χρημάτων καὶ τῆς κακῶς ἐννοούμενης φήμης, ὑπάρχουν καὶ ἄλλου εἴδους ἀντισταθμιστικὰ ὀφέλη ἀπὸ μία ἐργασία· μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ εἶναι τόσο οὐσιαστικὰ ὥστε νὰ εἶναι ἑλκυστικά. Ὑπάρχουν δουλειὲς οἱ ὁποῖες ἂν καὶ δὲν πληρώνουν καλὰ εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρουσες, ὅπως λέγεται, γιὰ παράδειγμα, ὅτι εἶναι ἡ ἐρευνητικὴ ἐργασία στὶς ἐπιστῆμες. Ἔτσι νομίζω ὅτι εἶναι καὶ τὸ ἔργο τῆς φροντίδας γιὰ τὸ Ὑπόλειμμα. Ἀπὸ τὴ θέση μου στὴν ἐξέδρα τῶν ἐπισήμων, καὶ ἀφοῦ τὸ παρακολούθησα γιὰ πολλὰ χρόνια, τὸ βρῆκα νὰ εἶναι τόσο ἐνδιαφέρον ὅσο τὸ ὁτιδήποτε ἄλλο σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο.





Κατὰ τὴ γνώμη μου, τὸ στοιχεῖο ποὺ κάνει αὐτὸ τὸ ἔργο τόσο ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι σὲ κάθε κοινωνία τὸ Ὑπόλειμμα πάντα εἶναι σὲ μεγάλο βαθμὸ μιὰ ἄγνωστη ποσότητα. Δὲν γνωρίζεις, καὶ ποτὲ δὲν θὰ γνωρίσεις παραπάνω ἀπὸ δύο πράγματα. Γι᾿ αὐτὰ τὰ δύο μπορεῖ νὰ εἶσαι σίγουρος· ἀπόλυτα σίγουρος, ἂν θέλεις. Πέραν ὅμως ἀπὸ αὐτὰ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ σχηματίσεις καμία ἄλλη ἀξιόπιστη εἰκασία. Δὲν γνωρίζεις, καὶ ποτὲ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ γνωρίσεις, τὸ ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀνήκουν στὸ Ὑπόλειμμα· οὔτε τὸ ποῦ εἶναι, οὔτε τὸ πόσοι εἶναι, οὔτε τὸ τί κάνουν ἢ τὸ τί θὰ κάνουν. Δύο μόνο πράγματα γνωρίζεις, ὄχι παραπάνω: τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι ὑπάρχουν· τὸ δεύτερο εἶναι ὅτι αὐτοὶ θὰ σὲ ἀνακαλύψουν. Πέραν ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο βεβαιότητες, τὸ ἔργο γιὰ τὸ Ὑπόλειμμα ἐπιτελεῖται μέσα σὲ ἀδιαπέραστο σκοτάδι. Θὰ ἔλεγα μάλιστα, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ στοιχεῖο εἶναι προορισμένο νὰ τραβήξει ἀποτελεσματικὰ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κάθε προφήτη ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ τάλαντο τῆς φαντασίας, τῆς διορατικότητος, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν νοητικὴ περιέργεια τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ ἔργου του.

Καθὼς ὁ ἱστορικὸς στρέφει τὸ βλέμμα του πίσω πρὸς τοὺς Ἑβραίους τοῦ Ἡσαΐα, πρὸς τὴν Ἀθήνα τοῦ Πλάτωνος, ἢ τὴν Ρώμη τῶν Ἀντωνίνων, ἐλπίζοντας νὰ ἀνακαλύψει καὶ νὰ παρουσιάσει τὸ «ὑπόστρωμα τῶν τὰ ἀγαθὰ σκεπτομένων καὶ τὰ ὀρθὰ πραττόντων», συναρπάζεται καὶ ἀπελπίζεται ταυτόχρονα. Γνωρίζει ὅτι σὲ αὐτὲς τὶς κοινωνίες αὐτὸ τὸ ὑπόστρωμα ὁπωσδήποτε ὑπῆρχε· καμία κοινωνικὴ-συλλογικὴ ζωὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει χωρὶς αὐτό. Κι ἔρχεται, πότε ἐδῶ καὶ πότε ἐκεῖ, σὲ μιὰ βασανιστικὴ ἐπαφὴ μαζί του: στὴν Ἑλληνικὴ Ἀνθολογία· στὰ πρόχειρα τοῦ Aulus Gellius· στὰ ποιήματα τοῦ Ausonius· στὸ σύντομο καὶ συγκινητικὸ ἐγκώμιο Bene merenti ἀποδιδόμενο στοὺς ἀγνώστους κατόχους των Ρωμαϊκῶν τάφων. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀσαφῆ καὶ ἀποσπασματικά. Δὲν βοηθοῦν στὴν ἀναζήτηση κάποιου μέτρου γι᾿ αὐτὸ τὸ ὑπόστρωμα. Ἁπλῶς πιστοποιοῦν μόνο ὅ,τι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἤξερε, δηλαδὴ ὅτι κάπου κάποιο ὑπόστρωμα ὑπῆρχε. Ὅσο γιὰ τὸ ποῦ ὑπῆρχε, γιὰ τὸ πόσο οὐσιαστικὸ ἦταν, γιὰ τὴ δύναμη τῆς ἐπιβολῆς του καὶ τῆς ἀντίστασής του, περὶ ὅλων αὐτῶν τὰ εὑρήματά του δὲν τοῦ λένε τίποτα.Παρόμοια ὅταν ἔπειτα ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια, ἢ ἔπειτα ἀπὸ διακόσια χρόνια, ὁ ἱστορικὸς θὰ διερευνήσει τὶς ὑπάρχουσες μαρτυρίες ὅσον ἀφορᾶ τὴν ποιότητα τοῦ δικοῦ μας πολιτισμοῦ, καὶ προσπαθήσει νὰ ἀποκτήσει καθαρὰ καὶ ἀξιόπιστα τεκμήρια ἀναφορικὰ μὲ αὐτὸ τὸ ὑπόστρωμα τῶν ὅσων σκέφτονται ἀγαθὰ καὶ τῶν ὅσων πράττουν τὰ καλά, γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ γνωρίζει ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει, θὰ ἀντιμετωπίσει ἀνυπέρβλητες δυσκολίες. Ὅταν συγκεντρώσει ὅλα αὐτὰ ποὺ μπορεῖ νὰ συγκεντρώσει, καὶ λάβει ἔστω καὶ στὸ ἐλάχιστο ὑπ᾿ ὄψει του τὴ δυνατότητα ἀληθοφάνειας, ἀσάφειας, ἢ σύγχυσης προθέσεων, τότε δυστυχῶς θὰ πρέπει νὰ παραδεχθεῖ ὅτι τὰ στοιχεῖα του δὲν ὁδηγοῦν πουθενά. Κάποιο Ὑπόλειμμα ἦταν ἐδῶ κι ἔχτιζε τὸ ὑπόστρωμά του σὰν τὰ κοράλλια. Μέχρις ἐδῶ, αὐτὸ τὸ γνωρίζει. Ἀλλὰ δὲν θὰ βρεῖ τίποτα ποὺ θὰ τοῦ ἀνοίξει τὸν δρόμο γιὰ τὸ ποιοί, τὸ ποῦ, τὸ πόσοι, ἢ τὸ μὲ τί ἔμοιαζε ἡ ἐργασία τους.
Σχετικὰ μὲ αὐτά, καὶ ὁ σημερινὸς προφήτης ξέρει ἀκριβῶς τόσο πολλὰ καὶ τόσο λίγα ὅσο καὶ ὁ ἱστορικὸς τοῦ μέλλοντος. Ἀλλά, ἐπιτρέψτε μου νὰ τὸ ἐπαναλάβω: γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο μου παρουσιάζεται αὐτὸ τὸ ἔργο τόσο ἐνδιαφέρον. Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δηλωτικὰ ἐπεισόδια ποὺ ἐξιστοροῦνται στὴν Ἁγία Γραφὴ εἶναι ἡ προσπάθεια ἑνὸς προφήτη, ἡ μόνη πιστεύω καταγεγραμμένη, νὰ ἀριθμήσει τὸ ὑπάρχον Ὑπόλειμμα. Διωκόμενος, ὁ Ἠλίας εἶχε καταφύγει στὴν ἔρημο ὅπου τὸν πρόφτασε ὁ Κύριος καὶ τὸν ρώτησε γιὰ τὸ τί ἔκανε ἐκεῖ τόσο μακριὰ ἀπὸ τὸ ἔργο του. Ὁ Ἠλίας ἀπάντησε ὅτι ἔφευγε, ὄχι ἐπειδὴ ἦταν δειλός, ἀλλὰ διότι ὁλόκληρο τὸ Ὑπόλειμμα ἐξολοθρεύθηκε, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτόν. Μόλις καὶ μετὰ βίας ἦταν ποὺ κατάφερε νὰ διαφύγει, καὶ τώρα, μιὰ καὶ μόνος αὐτὸς ἦταν τὸ Ὑπόλειμμα ὁλόκληρο, ἔτσι καὶ τὸν σκότωναν ἡ Ἀληθινὴ Πίστις θὰ ἑξαφανίζετο. Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπήντησε ὅτι περὶ αὐτοῦ δὲν χρειάζεται νὰ ἀνησυχεῖ διότι καὶ χωρὶς αὐτὸν ἡ Ἀληθινὴ Πίστις, ἔστω καὶ δύσκολα μᾶλλον θὰ τὰ κατάφερνε νὰ ἐπιζήσει. «Ὅσον δὲ ἀφορᾶ τοὺς ἀριθμούς σου γιὰ τὸ Ὑπόλειμμα», εἶπε ὁ Κύριος, «δὲν θὰ μὲ πείραζε νὰ σοῦ πῶ ὅτι ὑπάρχουν πίσω στὸ Ἰσραὴλ ἑπτὰ χιλιάδες, γιὰ τοὺς ὁποίους ὅπως φαίνεται δὲν ἔμαθες. Ἂς σὲ διαβεβαιώσει λοιπὸν ὁ Λόγος μου ὅτι αὐτοὶ ὑπάρχουν.»
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, πιθανῶς ὁ πληθυσμὸς τοῦ Ἰσραὴλ δὲν ξεπερνοῦσε τὸ ἕνα ἑκατομμύριο, ἢ κάτι τέτοιο. Ἔτσι, ἕνα Ὑπόλειμμα ἑπτὰ χιλιάδων στὸ ἑκατομμύριο εἶναι ποσοστὸ πολὺ ἐνθαρρυντικὸ γιὰ ἕνα προφήτη. Μὲ ἑπτὰ χιλιάδες φίλους δίπλα του, ὁ Ἠλίας δὲν εἶχε λόγο νὰ αἰσθάνεται μοναξιά. Αὐτό, παρεμπιπτόντως, θὰ μποροῦσε νὰ τὸ σκέπτεται καὶ ὁ σύγχρονος προφήτης τοῦ Ὑπολείμματος ὅταν τὸν πιάνει αὐτὴ ἡ μαυρίλα. Ὅμως, αὐτὸ ποὺ ἐδῶ θέλουμε νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι ἂν ὁ Προφήτης Ἠλίας δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει γιὰ τὸν ἀριθμὸ τοῦ Ὑπολείμματος ἀκριβέστερη ἀντίληψη ἀπὸ αὐτὴ ποὺ εἶχε, καὶ ἔπεσε ἔξω ἑπτὰ ὁλόκληρες χιλιάδες, κάθε ἄλλος ὁ ὁποῖος θὰ προσπαθοῦσε νὰ ἀντιμετωπίσει αὐτὸ τὸ πρόβλημα σίγουρα θὰ ἔχανε τὸν χρόνο του.
Ἡ ἄλλη βεβαιότητα τὴν ὁποία ὁ προφήτης τοῦ Ὑπολείμματος μπορεῖ πάντα νὰ ἔχει εἶναι ὅτι τὸ Ὑπόλειμμα θὰ τὸν εὕρει. Πάνω σε αὐτὸ μπορεῖ νὰ στηρίζεται μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα. Θὰ τὸν εὕρουν χωρὶς αὐτὸς νὰ κάνει τίποτα περὶ αὐτοῦ. Μάλιστα, ἂν ὁ ἴδιος προσπαθήσει νὰ κάνει κάτι περὶ αὐτοῦ, ἂς εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ χάσει τὸ ἐνδιαφέρον τους. Δὲν χρειάζεται οὔτε τὴ διαφήμιση οὔτε τὸ νὰ καταφύγει σὲ ἄλλα τεχνάσματα δημοσιότητος γιὰ νὰ τραβήξει τὴν προσοχή τους. Ἐάν, λ.χ., εἶναι ἱεροκήρυκας, ἢ δημόσιος ὁμιλητῆς, μπορεῖ νὰ τοῦ εἶναι τελείως ἀδιάφορες οἱ παρουσιάσεις σὲ δεξιώσεις, οἱ φωτογραφίες του στὶς ἐφημερίδες, ἡ προσφορὰ αὐτοβιογραφικοῦ ὑλικοῦ γιὰ τὶς στῆλες «ἀνθρώπινα ἐνδιαφέροντα». Ἂν εἶναι συγγραφέας δὲν χρειάζεται νὰ δώσει στίγμα μὲ τὴν παρουσία του σὲ προοδευτικὰ τσάγια, ἢ σὲ μαζικὲς ἀφιερώσεις βιβλίων, οὔτε νὰ μπλεχτεῖ σὲ κάποια νεφελώδη μασονικὴ στοὰ ἐκδοτῶν.
Αὐτά, καὶ πολλὰ ἄλλα παρόμοια, ἀνήκουν στὴν κανονικὴ καὶ ἀναγκαία καθημερινότητα τοῦ προφήτου τῶν μαζῶν. Εἶναι, καὶ πρέπει νὰ εἶναι, στοιχεῖα μιᾶς γενικῆς τεχνικῆς ποὺ σκοπὸ τῆς ἔχει ν᾿ ἁρπάξει τὴν προσοχὴ τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου, ἢ ἀλλιῶς, ὅπως ὁ ἐνεργητικότατος καὶ ἄριστος ἐκδότης Κὸς H. L. Mencken τὸ θέτει, ἀποτελοῦν τεχνικὲς προσθετικῆς στήθους. Ὁ προφήτης τοῦ Ὑπολείμματος δὲν εἶναι δεμένος σὲ αὐτοῦ του εἴδους τὴν τεχνική. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι οἱ τοῦ Ὑπολείμματος θὰ βροῦν τὸ δρόμο τους πρὸς αὐτὸν χωρὶς βοηθήματα πρόσβασης. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό· ἔτσι καὶ βροῦν ὅτι αὐτὸς χρησιμοποιεῖ κάποια τέτοια βοηθήματα, ὅπως ἤδη τὸ εἶπα, ἐννιὰ στὶς δέκα θὰ αἰσθανθοῦν ὅτι κάτι δὲν πάει καλὰ καὶ θὰ ἀπομακρυνθοῦν.
Πάντως αὐτὴ ἡ βεβαιότητα ὅτι τὸ Ὑπόλειμμα θὰ τὸν ἀνακαλύψει ἀφήνει, ὅπως καὶ πρίν, τὸν προφήτη ἀβοήθητο στὸ σκοτάδι σχετικὰ μὲ τὴν κάθε εἴδους ἐκτίμηση γιὰ τὸ Ὑπόλειμμα· ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἠλία ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχει ἄγνοια γιὰ τὸ ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ τὸν βρῆκαν, ἢ τὸ ποῦ εἶναι, ἢ τὸ πόσοι εἶναι. Γιὰ ὅλα αὐτὰ δὲν στέλνουν γράμματα νὰ τὸν πληροφορήσουν ὅπως ὅσοι θαυμάζουν τὶς βεντέτες τοῦ Χόλυγουντ. Οὔτε τὸν ψάχνουν γιὰ νὰ προσκολληθοῦν στὸ πρόσωπό του. Δὲν εἶναι τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι. Ὁ τρόπος ποὺ παίρνουν τὸ μήνυμά του μοιάζει μὲ τὸν τρόπο ποὺ οἱ ὁδηγοὶ παίρνουν κατευθύνσεις ἀπὸ τὶς πινακίδες στοὺς δρόμους, δηλαδή, μὲ πολὺ λίγη προσοχὴ γιὰ τὴν ἴδια τὴν πινακίδα. Εἶναι μὲν εὐγνώμονες καὶ χαρούμενοι ποὺ συνέβη ἡ πινακίδα νὰ βρίσκεται ἐκεῖ, ἀλλὰ ἡ σκέψη τοὺς κυρίως στρέφεται πρὸς τὴν κατεύθυνση ποὺ δίνουν οἱ ὁδηγίες.
Αὐτὴ ἡ ἀπρόσωπη στάση τοῦ Ὑπολείμματος ἐνισχύει πολὺ ὡραία τὸ ἐφευρετικὸ ἐνδιαφέρον τοῦ προφήτη. Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρό, ἀλλὰ ἀρκετὰ συχνὰ ὥστε νὰ διατηρεῖται ἡ νοητική του περιέργεια σὲ φόρμα, καὶ ἐντελῶς κατὰ τύχη, κάποια νέα σκέψη θὰ τοῦ περάσει ἀναφορικὰ μὲ τὸ δικό του μήνυμα σὲ κάποια ἀπρόσμενη περιοχή. Αὐτὸ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ διασκεδάσει κατὰ τὸν ἐλεύθερο χρόνο του μὲ εὐχάριστες σκέψεις γιὰ τὸ πῶς τὸ μήνυμά του ταξίδεψε ὡς αὐτὴ τὴ συγκεκριμένη περιοχὴ καὶ γιὰ τὰ ἀποτελέσματά του ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ. Ἡ πιὸ ἐνδιαφέρουσα ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ἂν κανεὶς μπορεῖ νὰ τὶς ἱεραρχήσει (πάντα ὅμως μπορεῖ νὰ σκέφτεται γι᾿ αὐτὲς) εἶναι ὅταν ὁ ἀποδέκτης δὲν γνωρίζει πλέον οὔτε τὸ ποῦ οὔτε τὸ πότε, οὔτε ἀπὸ ποιὸν ἔλαβε τὸ μήνυμα. Μερικὲς φορὲς μάλιστα συμβαίνει νὰ ξεχάσει ὅτι τὸ πῆρε ἀπὸ κάπου καὶ νὰ φαντάζεται ὅτι ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιο πρωτοξεκίνησε ἡ ἰδέα.[6]
Κατὰ πᾶσα πιθανότητα, τέτοιες περιπτώσεις δὲν εἶναι σπάνιες. Χωρὶς νὰ θέλουμε νὰ ἐγγράψουμε τοὺς ἑαυτούς μας στὸ Ὑπόλειμμα, σίγουρα μποροῦμε ὅλοι νὰ θυμηθοῦμε περιπτώσεις ὅπου ξαφνικὰ βρεθήκαμε κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση μιᾶς ἰδέας τῆς ὁποίας τὴν πηγὴ δὲν μποροῦμε μὲ κανένα τρόπο νὰ προσδιορίσουμε. Λέμε:«Ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων ἀντιληφθήκαμε …», δηλαδή, τὸ ἀντιληφθήκαμε μόνο ἀφοῦ ὡρίμασε πλήρως μέσα μας, χωρὶς ἐμεῖς νὰ ξέρουμε τὸ πῶς καὶ τὸ πότε, οὔτε διὰ μέσῳ ποίου ἐμφυτεύτηκε καὶ παρέμενε ἐκεῖ ἕως ὅτου δώσει καρπούς. Κατὰ πάσα πιθανότητα, καὶ τὸ μήνυμα τοῦ προφήτη ἀκολουθεῖ κάποια παρόμοια διαδρομὴ μέσα στὸ Ὑπόλειμμα.
Ἄν, γιὰ παράδειγμα, εἶσαι συγγραφέας, ἢ ὁμιλητῆς, ἢ ἱερέας, ἡ ἰδέα ποὺ ἐναποθέτεις στεγάζεται στὸ ἀσυνείδητο ἑνὸς μέλους τοῦ Ὑπολείμματος καὶ ἐκεῖ ριζώνει. Γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα παραμένει ἀνενεργός· ἔπειτα ἀρχίζει νὰ ἐνεργοποιεῖται καὶ νὰ κρυφοκαίει ἕως ὅτου εἰσβάλλει στὸ συνειδητό του ἀνθρώπου τὸ ὁποῖο, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀλλοιώνει. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐντελῶς ξεχάσει τὸ πῶς πρωτοῆλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν ἰδέα· ἴσως ἀκόμα καὶ νὰ νομίζει ὅτι τὴν ἐφεῦρε αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ὑπ᾿ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ποτὲ δὲν μπορεῖς νὰ ξέρεις τὸ τί  θὰ κάνε  ὑπὸ τὴν πίεση ἐκείνης τῆς ἰδέας.


ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

Τὸ ἄρθρο ποὺ μεταφράσαμε παρουσιάσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1937, δηλαδή, πρὶν ἀπὸ τρία τέταρτά του αἰώνα. Ἦταν τότε μιὰ ἐποχὴ κρίσης, καὶ παραμένει ἐπίκαιρο γιατί καὶ σήμερα βρισκόμαστε σὲ μιὰ ἐποχὴ κρίσης, ἴσως καὶ κατὰ πολὺ βαθύτερης.
Θὰ ἤθελα νὰ ἐπικεντρώσω τὰ σχόλια μου γύρω ἀπὸ τὸ φαινόμενο τοῦ λαϊκισμοῦ. Γιατί μᾶλλον ἔτσι καλύτερα ἐπιγράφεται τὸ σημαντικότερο πρόβλημα ποὺ φαίνεται νὰ ἀντιμετωπίζει ὁ Ἀλβέρτος Νόκ. Ὁ λαϊκισμὸς εἶναι ἕνας ἐγκλωβισμός. Πῶς νὰ ἐλευθερωθεῖς, πῶς νὰ τὸν παρακάμψεις; Γιατί ὁ λαϊκισμὸς εἶναι κάτι τὸ γλιστερό. Δὲν ἀντιμετωπίζεται εὐθέως.
Κατ᾿ ἀρχάς, μέσα του ἐμπεριέχει μία οὐσιαστικὴ ἀντίφαση. Ἀπὸ τὴ μιὰ καλεῖται ὁ λαὸς νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἀκολουθώντας ἕνα νέο τρόπο ζωῆς, σκέψης, καὶ πολιτισμοῦ. Ὁ «διαφωτιστὴς» γνωρίζει ὅτι τώρα κυριαρχεῖ τὸ κακὸ ἀλλὰ γνωρίζει μαζὶ καὶ τὸ καλό, καὶ ἐξ αὐτοῦ εἶναι ἡ κοινωνία ποὺ ἐπαγγέλλεται. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑποτίθεται ὅτι ἡ ἱστορία κινεῖται ἀπὸ τοὺς δικούς της νόμους ἢ ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ λαὸς κρίνει μόνος του τὴν πορεία του. Πρόκειται γιὰ τεχνάσματα τοῦ διαφωτιστῆ. Ἂν ἡ ἱστορία κινεῖται ἀπὸ τοὺς δικούς της νόμους δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμία διαβεβαίωση ὅτι βαδίζουμε πρὸς κάτι καλύτερο. Καὶ ἂν ὁ λαὸς μπορεῖ καὶ βλέπει καὶ κρίνει τότε, 1) γιατί ἐπὶ αἰῶνες ἢ χιλιετίες δὲν κινήθηκε ἀλλιῶς, καὶ 2) σὲ τί χρειάζεται τὸν διαφωτιστή. Ἐδῶ, ἡ κολακεία θέλει νὰ παρακάμψει διάφορες δυσκολίες ποὺ ἐνυπάρχουν ἕνεκα τοῦ οὐτοπιστικοῦ χαρακτήρα τῆς θεωρίας. Γιατί ὁ διαφωτιστῆς ὑπόσχεται πάντα πολλά. Οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ὑπόσχεται μιὰ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ καὶ αἱρετικὸ εἶναι καὶ μαζὶ ἀνέφικτο, γιὰ νὰ κερδίσει, πρέπει νὰ ἐπιβάλλει τὶς θεωρίες τοῦ μᾶλλον παρὰ νὰ πείσει. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πίσω ἀπὸ τὸν λαϊκισμὸ κρύβεται ὄχι μόνο ἡ δημαγωγία ἀλλὰ ἀκόμα χειρότερα ἐλλοχεύει ὁ ὁλοκληρωτισμός. Ἂν συγκρίνουμε τὶς δύο ἐποχὲς μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ 1937 ὁ ὁλοκληρωτισμὸς δὲν κρυβότανε ἐνῶ σήμερα καὶ ἰσχυρότερος εἶναι καὶ ἔχει μάθει νὰ κρύβεται καλύτερα. Τὸ 1937 δὲν ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα διαμόρφωσης τῆς σκέψης τοῦ ἀνθρώπου ὅπως εἶναι σήμερα ἐφικτὸ διὰ τῆς τηλεόρασης.
Ὁ λαϊκισμὸς κινεῖται μὲ τὴν κολακεία, τὴ ματαιοδοξία, καὶ τὴν φιλαρχία. Δι᾿ αὐτῶν καλλιεργεῖ καὶ ὅλα τα ἄλλα πάθη. Ἡ φιλαρχία ἐξουσιάζει τὸν διαφωτιστὴ κι αὐτὸς μὲ τὴ σειρὰ τοῦ θέλει νὰ ἐξουσιάζει τὸν λαό. Ἡ κολακεία ἐξουσιάζει τὸν λαὸ ὁ ὁποῖος ζητᾶ νὰ καταστρέψει κάθε ἀξία καὶ νὰ ἀπορρίψει κάθε ἀλήθεια. Φαντάζεται πὼς ὡς ἀπελευθερωμένος θὰ μπορέσει νὰ ζήσει καὶ ὁ ἴδιος ὅτι ἐξωτερικὰ κατακρίνει. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ κοινὴ ρίζα ὅλων των κλάδων τοῦ λαϊκισμοῦ εἶναι τὸ πάθος, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπιστεῖ ἀλλιῶς παρὰ μόνο μὲ πνευματικὴ θεραπεία· παρὰ μόνο μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἀκοίμητος προφήτης. Ποιὸς ἀκούει ὅμως ὅταν ἡ κοινωνικὴ ζωὴ ἔχει φθάσει στὸ ἐπίπεδο μιᾶς ἄτυπης ἀλλὰ λειτουργικότατης πίστης ψεύδους; Τότε οὔτε τὸ κάλεσμα σὲ πνευματικὴ θεραπεία μπορεῖ νὰ εἰσακουστεῖ. Γιατί διὰ μιᾶς γλιστερῆς γλώσσας ποὺ μορφώνει καὶ καθοδηγεῖ τὴ σκέψη τὸ ψεῦδος προστατεύεται πολὺ ἀποτελεσματικά. Τὸ νόημα τῶν λέξεων εἶναι ἀσαφές, συγκεχυμένο, ἡ χρήση τῆς γλώσσας ξύλινη. Τὰ ζοῦμε αὐτὰ σήμερα. Σὲ μεγάλο βαθμὸ ἡ σύγχρονη μετανεωτερικότητα εἶναι λογικὴ συνέπεια παλαιοτέρων ρευμάτων λαϊκισμοῦ.
Θὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ὁ λαϊκισμὸς δὲν εὐδοκιμεῖ σὲ μία δίκαιη κοινωνία. Ἡ ἀδικία λοιπὸν εἶναι τὸ αἴτιο τοῦ λαϊκισμοῦ. Ἄρα, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἀκούσει κανεὶς τὰ περὶ κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ ξεχάσει ὅτι γιὰ τὸν πτωτικὸ ἄνθρωπο ἡ τέλεια δικαιοσύνη εἶναι ἀνέφικτη. Πολλὰ ξεχνιοῦνται ὅταν τὰ πάθη ἔρχονται νὰ μολύνουν τὰ νοήματα. Μήπως εἶναι οἱ ἀξίες ποῦ φταῖνε γιὰ τὴν ἀδικία; Πῶς θὰ μπορούσαμε ποτὲ νὰ φθάσουμε στὴ δικαιοσύνη διὰ τῆς διάβρωσης τῶν ἀξιῶν; Κι ὅμως, ὅλα αὐτὰ ὑποστηρίζονται ἀπὸ πληθώρα ἀκαδημαϊκῶν δασκάλων, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, ἐν συνεχεία, διὰ τῶν ΜΜΕ, κατεβαίνουν καὶ στὴν ὑπόλοιπη κοινωνία.
Σκιαγράφησα τὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο νομίζω ὅτι ὁ Νὸκ ξανασκέφτηκε καὶ ξαναδιάβασε τὸν Ἡσαΐα. Τὸ ἄρθρο τοῦ δείχνει ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ μεγάλου προφήτη τὸν ἐνθάρρυνε καὶ τὸν ἐνέπνευσε. Μετέχει στὶς ἀγωνίες του καὶ στὶς θλίψεις του. Μέχρις ἑνὸς σημείου ὅμως τὰ πάει καλά. Ἂς ξεκινήσουμε ἐν τούτοις πρῶτα μὲ τὰ θετικά.
Τὸ ξεκίνημα τοῦ Νὸκ μοιάζει Ἁγιοπατερικό. Γιατί γιὰ τὸ κάθε τί, μικρὸ ἢ μεγάλο, σημεῖο ἀναφορᾶς τῶν Πνευματικῶν ἀνθρώπων τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι πάντοτε ὁ οὐρανὸς καὶ τὸ πῶς ὁ οὐρανὸς ἀποκαλύπτεται στὴ γῆ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στρέφονται καὶ ζητοῦν ἀπαντήσεις στὴν Ἁγία Γραφή. Ἀπὸ ἐκεῖ περιμένουν καθοδήγηση.
Μὲ παρόμοιο θὰ λέγαμε τρόπο καὶ ὁ Νὸκ δὲν ἀντιμετωπίζει εὐθέως τὸν εὐρυμαθῆ συνομιλητή του. Στρέφεται πρὸς τὴν Ἁγία Γραφὴ γιὰ νὰ ἀντλήσει ἀπὸ τὸν Ἡσαΐα. Καὶ ἐκεῖ βρίσκει μιὰ γενικὴ ἀρχή: σὲ κάθε δεδομένη στιγμή, σὲ κάθε λαό, ἡ ἀλήθεια, δὲν γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλους. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἀφήσει ὁ ἄνθρωπος τὸν δρόμο τὸ δικό του γιὰ νὰ ἀκολουθήσει κάποιον ἄλλο, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸς ὁ ἄλλος εἶναι ὁ δρόμο τῆς ἀλήθειας. Κι ὅταν, ὅπως σὲ περιόδους παρακμῆς τὸ φαινόμενο διογκώνεται, γίνεται ἕνας μεγάλος πειρασμὸς γιὰ τὸν διανοούμενο, τὸν συγγραφέα, τὸν ἱεροκήρυκα, τὸν δάσκαλο, τὸν πολιτικό, ὅπως καὶ γιὰ κάθε ἄλλο δημόσιο πρόσωπο. Σὲ ὥριμη πλέον ἡλικία ὁ Ἀλβέρτος Νὸκ δικαιώνει διὰ τοῦ Ἡσαΐα τὶς ἐπιλογές του.
Ὅσον ὅμως ἀφορᾶ τὸ γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀκούει τὴν ἀλήθεια, ὁ συγγραφέας μᾶς πέφτει καὶ ὁ ἴδιος στὴν παγίδα τοῦ ρασιοναλισμοῦ ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε οὐσιαστικὸς γιὰ τὴ σταδιακὴ παρακμὴ τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου καὶ τὴν μετάπτωση στὸν λαϊκισμό. Σχηματικὰ μποροῦμε ἐν συντομία νὰ ποῦμε τὰ ἑξῆς. Ξεκινώντας ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα, ὁ παπισμός, ὡς διεθνὴς πολιτικὸ-θρησκευτικὸς θεσμός, ἐπεχείρησε νὰ παίξει ἕνα ρόλο παρόμοιο μὲ αὐτὸν ποὺ παίζει ὁ Ὁ.Η.Ε. σήμερα. Ἀλλὰ οἱ λύσεις ποὺ ἐπρόκειτο νὰ προσφέρει στὴν διευθέτηση τῶν διαφορῶν ἔπρεπε νὰ εἶναι κατανοητὲς καὶ νὰ ἱκανοποιοῦν ὅσο γίνεται τοὺς ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου. Ὁ παπισμὸς λοιπὸν ἔπρεπε νὰ δίνει λύσεις ποὺ νὰ εἶναι καὶ συμβατὲς μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου ἀλλὰ καὶ κατανοητὲς διὰ τῆς ἀναφορᾶς τους σὲ ἕνα διεθνὲς νομοκανονικὸ σύστημα. Γιὰ τὴν σύνταξη αὐτοῦ του νομοκανονικοῦ συστήματος ὁ ρασιοναλισμὸς ἦταν ἐντελῶς ἀναγκαῖος καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιτελοῦσαν τὸ ἔργο ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἐξαίρετες διανοητικὲς ἱκανότητες. Ἀπὸ ἐδῶ ξεκινᾶ ἡ ἀρχὴ τῆς διάκρισης τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται ὁ Νόκ, μεταξὺ δηλαδὴ ἀνθρώπων μὲ ἰσχυρὲς διανοητικὲς δυνάμεις ποὺ νὰ μποροῦν νὰ καταλαβαίνουν τὶς ἀρχές, καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουν τὶς μάζες.
Ἀργότερα, οἱ τεχνικές του ρασιοναλισμοῦ μπῆκαν καὶ σὲ ἄλλες χρήσεις. Οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου κατάλαβαν ὅτι μποροῦν καὶ οἱ ἴδιοι νὰ κατασκευάσουν ἕνα κόσμο ὁ ὁποῖος δὲν θὰ χρειάζεται τὸν πάπα. Στὸ ἑπόμενο στάδιο, κάποιοι «ἔξυπνοι» διαφωτισταὶ κατάλαβαν ὅτι μποροῦν νὰ ἀλλάξουν τὶς ἀρχὲς γιὰ νὰ καθοδηγήσουν τὶς μάζες ὅπου αὐτοὶ θέλουν. Τὸ κύριο σημεῖο ἀναφορᾶς ἐδῶ εἶναι ἡ ἐπιστήμη, καὶ μὲ τὴν βοήθεια τῆς ἐκλαϊκευμένης ἐπιστήμης φθάνουμε στὸν λαϊκισμό. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ πάντα κρύβεται στὸν ρασιοναλισμὸ εἶναι ὅτι οἱ ἀρχὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ξεκινᾶμε εἶναι λίγο πολὺ αὐθαίρετες.
Ἔκανα αὐτὴ τὴν τηλεγραφικὴ ἱστορικὴ ἀναδρομὴ γιατί θεωρῶ ἐντελῶς ἐσφαλμένη τὴν διάκριση ποὺ κάνει ὁ Νὸκ μεταξὺ Ὑπολείμματος καὶ μαζῶν, ἐπὶ τῇ βάση τοῦ μεγέθους τῶν διανοητικῶν ἱκανοτήτων. Δὲν βλέπω τί ἄλλο ἀπὸ τὸν ρασιοναλισμὸ θὰ μποροῦσε νὰ διαβρώσει ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ ὀφθαλμοφανεῖς ἠθικὲς ἀρχές. Ὄχι, εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ρασιοναλισμὸς δὲν τέθηκε σὲ αὐτὴ τὴν χρήση κατ᾿ ἀνάγκη· τελικὰ ὅμως ἔτσι λειτούργησαν τὰ πράγματα.
Ἡ σωστὴ διάκριση δὲν ἀναφέρεται στὶς διανοητικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ στὴν προαίρεσή του: στὸ ναί, ἢ τὸ ὄχι ποὺ θὰ πεῖ ὁ ἄνθρωπος στὸν Θεὸ ὅπως αὐτὸ ἐκπηγάζει βαθιὰ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του. Ἀναφέρεται στὴ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἑνωθεῖ ἢ νὰ ἀποκοπεῖ ὀντολογικὰ ἀπὸ τὸν Θεό· ἀντίστοιχα, νὰ ἀποκοπεῖ ἢ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὰ ἐγκόσμια. Ὅταν ἐπιλέξει νὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, τότε πράγματι μένει μόνος μὲ τὶς δικές του φυσικὲς δυνάμεις, τὶς δικές του διανοητικὲς ἱκανότητες, τὴ δική του δύναμη βούλησης, τὶς δικές του ἐπιθυμίες. Προφανῶς, σὲ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο εἶναι ποὺ ὁ Νὸκ ξεχωρίζει τὸ «Ὑπόλειμμα» ἀπὸ τὸν κοινὸ ἄνθρωπο. Μόνο ποὺ αὐτὸ δὲν λέγεται Ὑπόλειμμα στὴ γλώσσα τοῦ Ἡσαΐα. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Ὑπολείμματος εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι μόνος, δὲν σκέφτεται μόνος, οὔτε βούλεται μόνος, οὔτε ἐπιθυμεῖ μόνος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δρᾶ κατ᾿ εὐθείαν στὴν καρδιά του, καὶ δι᾿ αὐτῆς τῆς ἐνέργειας εἶναι ποὺ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει καὶ πληροφορεῖται. Τὸ τί καταλαβαίνει μὲ τὴν διάνοιά του ἔρχεται μᾶλλον σὲ δεύτερη μοίρα.
Ὁ ἴδιος ὁ προφήτης συχνὰ δὲν καταλαβαίνει αὐτὸ ποὺ ἐν πνεύματι λέει. Ἐπιπρόσθετα, τὸ Πνεῦμα ἀκολουθεῖ τοὺς λόγους τοῦ προφήτη σὲ κάθε ἀγαθὴ καρδιά. Ἀρκεῖ ἐδῶ νὰ θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τοῦ σπορέως. Ἡ ἀγαθὴ γῆ εἶναι ἡ καρδιὰ μὲ τὴν καλὴ προαίρεση. Διαφορετικὰ ὁ ἄνθρωπος θὰ πρέπει πρῶτα νὰ καταλάβει μὲ τὴ διάνοιά του, μὲ τὸ λογικό του, πράγματα ποὺ ἐν πολλοῖς ὑπερβαίνουν τὶς δυνάμεις του.
Κατὰ τὴν Ἁγία Γραφή, ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται σὲ ὅλους. Ἀλλὰ δὲν ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὴ δυνατότητα νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Ἡ δυνατότητα αὐτὴ ἐνεργοποιεῖται μόνο διὰ τῆς θετικῆς προαιρέσεως. Δὲν εἶναι οἱ διανοητικὲς ἱκανότητες ποὺ φταῖνε. Δὲν ἔχουν περισσότερη λογικὴ αὐτοὶ ποὺ δὲν πιστεύουν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν. Τώρα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ Θεὸς γνωρίζει τὴν προαίρεση τοῦ κάθε ἀνθρώπου, γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων καὶ τὸ ποιὸς θὰ τὸν ἀκούσει καὶ ποιὸς ὄχι. Ὅπως, ἂς ποῦμε, ἕνας ἐπιστήμονας ποὺ ξέρει ἐκ τῶν προτέρων ποιοὶ μποροῦν νὰ καταλάβουν μιὰ ἐργασία ποὺ δημοσιεύει, καὶ ἄρα, ποιοὶ πραγματικὰ μποροῦν νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ αὐτή. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς προειδοποιεῖ τὸν Ἡσαΐα ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν Ἑβραίων δὲν θὰ δώσει προσοχὴ στὸ μήνυμά του. Δὲν θὰ δώσει προσοχὴ διότι δὲν πληροφορεῖται πραγματικὰ τίποτα ἀπὸ αὐτὸ στὴν καρδιά.
Δὲν μποροῦμε ἐδῶ νὰ ἀφήσουμε ἀσχολίαστο τὸ γεγονὸς ὅτι ἔμμεσα ὁ Νὸκ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του προφήτη! Ἀλλὰ ποιανοῦ Θεοῦ; Τοῦ ἑαυτοῦ του; Τῆς ἱστορικῆς παράδοσης; Τῆς ἐπιστήμης; Τῆς φύσης; Δὲν ἀμφιβάλλω γιὰ τὸ ὅτι συνειδητὰ δὲν θέλει νὰ εἶναι λαϊκιστής. Πιστεύω στὴν ἀληθινὴ ἀγωνία του γιὰ τὴν φθορὰ τῶν ἀξιῶν. Παρὰ ταῦτα δὲν ξεπερνάει τὸ κοσμικὸ ἐπίπεδο καὶ μιλάει ὡς ἕνας καλός, εἰλικρινής, καλλιεργημένος, καὶ εὐφυὴς ἄνθρωπος. Σύμφωνα ὅμως μὲ αὐτὰ ποὺ εἶπα παραπάνω, ἂν καὶ δὲν εἶναι καὶ δὲν θέλει νὰ εἶναι λαϊκιστής, ἀνήκει στὴ μεγάλη ἁλυσίδα τῆς διανόησης, ἡ ὁποία τελικὰ ἐκ τῶν πραγμάτων καταλήγει στὸν λαϊκισμό.
Ἀκόμα χειρότερα, ὅταν ὁ συγγραφέας ἀποδίδει στὸν προφήτη ἐφευρετικότητα, περιέργεια, δικές του σκέψεις, τυχαιότητα, πράγματα δηλαδὴ ποὺ ἰσχύουν γιὰ τὸν κάθε σκεπτόμενο ἄνθρωπο, ὑποβιβάζει τὸν Ἡσαΐα σὲ κοσμικὸ διανοούμενο μὲ μεγάλη ὀξυδέρκεια καὶ εὐγενεῖς προθέσεις.
Ἐν κατακλείδι, τὸ θετικὸ ποὺ νομίζω ὅτι μποροῦμε νὰ ἀποκομίσουμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἄρθρο ἀφορᾶ τὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου τῶν γραμμάτων ἀπέναντι στὰ διάφορα προϊόντα της ἐργασίας του. Τὸ θετικὸ μήνυμα εἶναι νὰ μὴν ἀνησυχεῖ καθόλου γιὰ τὴν ἀπήχηση τοῦ ἔργου του στὸν κόσμο. Τὸ νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ πῶς θὰ τὸ προωθήσει, καὶ θὰ τὸ διαφημίσει, μαζὶ μὲ τὸν ἑαυτό του. Ἂς καταθέσει λοιπὸν ὁ κάθε ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων κάπου τὸ ἔργο του, καὶ ἂν τοῦ τὸ ζητήσουν καὶ ἀλλοῦ, ἂς τὸ καταθέσει καὶ ἐκεῖ ξανά. Γιατί ἂν πράγματι ὑπάρχει κάτι καλό, τότε αὐτοὶ ποὺ θὰ ὠφεληθοῦν πραγματικὰ θὰ καθοδηγηθοῦν γιὰ νὰ τὸ εὕρουν.
Τέλος, θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν Νὸκ ὅτι καὶ οἱ μὴ Χριστιανικὲς κοινωνίες διατηροῦνται ἀπὸ ἕνα «Ὑπόλειμμα» ἀγαθὰ σκεπτομένων καὶ τὰ ὀρθὰ πραττόντων ἀνθρώπων, κατὰ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Φυσικοῦ Δικαίου. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἐδῶ, αὐτὴ ἡ λειτουργία γίνεται σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο. Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἄρα, ἡ ὁποιασδήποτε μορφῆς φωτεινὴ μαρτυρία αὐτῆς τῆς εἰκόνας ἀποτελεῖ συνεκτικὴ δύναμη ποὺ κρατᾶ σὲ ἑνότητα μιὰ κοινωνία. Δὲν μπορεῖ ὅμως ὁ Χριστιανὸς νὰ ἐγκαταλείψει τὸν χριστιανισμὸ γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸ φυσικὸ δίκαιο καὶ νὰ περιμένει ὅτι κάτι καλὸ θὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτό. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔγινε στὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση καὶ μετά.
Μετάφραση, Κριτικὸς σχολιασμός: Εὐάγγελος Γερονικόλας
[1] Albert Jay Nock (1870-1945). Συγγραφέας πολλῶν ἄρθρων καὶ βιβλίων σὲ θέματα πολιτικῆς φιλοσοφίας μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ στὶς σχέσεις μεταξὺ κυβέρνησης καὶ ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου.
[2] FEE: Foundation for Economic Education (Ἵδρυμα Οἰκονομικῆς Ἐκπαίδευσης). Τὸ ἄρθρο διενεμήθη ἀπὸ τὸ FEE τὸν Ἰούλιο τοῦ 1962. Ἡμερομηνία ἀνάρτησης αὐτοῦ του ἄρθρου στὸ διαδίκτυο ἀπὸ τὴν AAPS: Ἰούνιος 1995. Εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ 13 κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τοῦ συγγραφέα μὲ τίτλο Free Speech and Plain Language (Ἐλευθερία Λόγου καὶ Καθαρὰ Λόγια). Προδημοσιεύτηκε τὸ 1937.
[3] Ἡ λέξη nut, καρύδι, στὴν καθομιλουμένη χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ νὰ ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς θὰ λέγαμε «κάλος» (π.χ., he is a nut). Ἄρα, τὸ κείμενο ὑποδηλώνει ὅτι μαζὶ μὲ τὴ λογικὴ στερεότητα τῆς θεωρίας ὑπῆρχε καὶ ἡ αἴσθηση μιᾶς παράλογης ἀκαμψίας. Τὸ νόημα θὰ ἀπεδίδετο στὰ Ἑλληνικὰ ἀκριβέστερα ἂν μεταφράζαμε: «θεωρία ποὺ φαινότανε στέρεα σὰν κούφιο καρύδι».
[4] Τὸ λεῖμμα στὴ γλώσσα τῶν Ἑβδομήκοντα. Χρησιμοποιεῖται ἐπίσης καὶ ἡ λέξη σπέρμα, ὅπως στὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ Ἡσαΐα: Καὶ εἰ μὴ Κύριος Σαβαὼθ ἐγκατέλιπεν ἡμῖν σπέρμα, ὡς Σόδομα ἂν ἐγενήθημεν καὶ ὡς Γόμορρα ἂν ὠμοιώθημεν. (Καὶ ἂν ὁ Κύριος Σαβαὼθ δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ἀφήσουμε σπέρμα, θά ῾χαμε γίνει σὰν τὰ Σόδομα, καὶ μὲ τὰ Γόμορρα θά ῾χαμε μοιάσει).
[5] Ἐξ οὐ καὶ ἡ κατανόηση τῆς λειτουργία αὐτοῦ του Ὑπολείμματος ὡς δράση σπέρματος.
[6] Βέβαια, ἂς παρατηρήσουμε ἀμέσως, ὅτι καὶ ἡ σύγχρονη βιομηχανία πλύσης ἐγκεφάλου στηρίζεται στὸ νὰ νομίζουν αὐτοὶ στοὺς ὁποίους ἔβαλλαν τὶς ὅποιες ἰδέες ὅτι οἱ ἰδέες αὐτὲς εἶναι δικές τους.


via

Pages