Εαυτο-κτονία ή Λύτρωση ; - Point of view

Εν τάχει

Εαυτο-κτονία ή Λύτρωση ;










Την παρακάτω εικόνα παρουσίαζα όταν πρωτοσυνειδητοποίησα τη μαυρίλα μου, το άγχος μου, τα υπαρξιακά και μεταφυσικά προβλήματά μου. Ήμουν βυθισμένη σε πυκνή μαυρίλα, τυφλότητα και σύγκρουση, μη μπορώντας να δω πουθενά φως και πιστεύοντας ότι δεν υπήρχε ούτε Θεός, ούτε πνευματική ζωή, ούτε μεταθανάτια ζωή. Με λίγα λόγια ήμουν πέρα για πέρα υλίστρια, ωστόσο υπέφερα επειδή δεν μπορούσα να ζήσω υλιστικά, δεν έβρισκα νόημα σε μια υλοκρατούμενη ζωή. Κάτι στο πιο μύχιο βάθος μου, φαίνεται πως δεν έβρισκε νόημα στην ύλη και επαναστάτησε, αναγκάζοντάς με να αποδυθώ στην έρευνα για την αλήθεια.








Όργανο της έρευνας ήταν το μυαλό μου. Άλλο όργανο δεν διέθετα. Αλλά το μυαλό μου ήταν γήινο, υλιστικό, στραμμένο στις επιστημονικές αποδείξεις, αμφισβητούσε κάθε πτήση της διαίσθησης και της φαντασίας. Το πρώτο φως μέσα στο σκοτάδι μου ήταν ένα βιβλίο του Γιούγκ που με βεβαίωσε ότι η εσωτερική αναζήτηση μπορεί να γίνει αντικείμενο επιστημονικής έρευνας και τα ευρήματα να αποδειχτούν εμπειρικά. Με αυτή τη βεβαιότητα, άρχισα να παρακολουθώ –με επιστημονική αντικειμενικότητα- τις κινήσεις του εσωτερικού μου και να τις καταγράφω. Παρ’ όλα αυτά βρισκόμουν σε πυκνό σκοτάδι, μόνο που σε λίγο αυτό έχασε κάτι από την πυκνή σκοτεινιά του, ενώ το μικροσκοπικό φωτάκι στο κέντρο έδειξε κάποια δειλά σημεία αύξησης. Τον παχύ δακτύλιο από σκότος που περιέβαλε το μικροσκοπικό φως στο κέντρο τον ονόμασα «σώμα και σκιά θανάτου» ή «σαπίλα». Αυτός ο σκοτεινός δακτύλιος με χώριζε από τις άλλες μονάδες της ζωής και της φύσης, με απομόνωνε μέχρι ασφυξίας. Με την πάροδο του χρόνου, όσο συνειδητοποιούσα καλύτερα τον θανάσιμο κλοιό του, τόσο πιο έντονη γινόταν η απέχθειά μου γι’ αυτόν. Η απέχθεια αυτή πολλές φορές μου προκαλούσε ακόμα και σωματική ναυτία.



Ο μαύρος δακτύλιος έλεγε «εγώ», αλλά δεν ήταν ο εαυτός μου. Απλώς προσποιούταν ότι ήταν. Όλες του οι έλξεις, οι απώσεις, οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι επιδιώξεις ήταν ζωώδεις, κάτω από το ανθρώπινο, δεν λογάριαζαν τις άλλες μονάδες, δεν μπορούσαν να συσχετισθούν με κανένα τρόπο και με τίποτα. Με άλλα λόγια ο δακτύλιος ήταν το άλφα και το ωμέγα του εγωκεντρισμού, ενώ το Εγώ, ο πραγματικός εαυτός, ασφυκτιούσε στο βάθος και κινδύνευε να συνθλιβεί κάτω από τους πυκνούς και σκοτεινούς όγκους του εγωκεντρισμού.



Αργότερα, ύστερα από σκληρή δουλειά και απανωτές κρίσεις, σωματικές και μη, το εσωτερικό μου πήρε την παρακάτω μορφή:











Το σκοτάδι είχε αποκτήσει κάποια διαφάνεια και ο κεντρικός πυρήνας από φως είχε αυξηθεί σημαντικά. Σε κάποια μεταγενέστερη  φάση, τα πράγματα παρουσίασαν την παρακάτω εικόνα:







Από τα ανοίγματα του διχτυωτού μπορούσε τώρα πια ο πραγματικός εαυτός να επικοινωνεί με τους άλλους. Με την αύξηση του κεντρικού φωτός, η έλξη προς τον φωτεινό πυρήνα όσων διέθεταν έναν, αύξαινε ενώ, αντίστοιχα, δυνάμωνε η απέχθεια προς τη σαπίλα του σκοτεινού περιβλήματος. Επίσης διαπίστωσα έμπρακτα ότι οι περισσότεροι από αυτούς που διαθέτουν, ανεπίγνωστά τους, ένα φωτεινό βάθος, πολεμούν με μανία κάθε ιδέα περί φωτός, συνασπιζόμενοι με το σκοτεινό περίβλημά τους. Πολύ συχνά, ένας έντονα φωτεινός πυρήνας περιβάλλεται από μια πολύ σκληρή και σκοτεινή κρούστα που είναι στραμμένη στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ ότι το φως. Και το συνηθέστερο είναι η επικράτηση του σκοτεινού δακτυλίου, ο οποίος περισφίγγει το φως  μέχρι του τελικού αφανισμού του. Με άλλα λόγια, αυτό ονομάζεται «ψυχικός θάνατος». Και όσοι συνασπίζονται με το σκότος ενάντια στο εσωτερικό φως,ε.α.υ.τ.ο.κ.τ.ο.ν.ο.ύ.ν.














Διαπιστώνουμε από την παραπάνω περιγραφή της Σοφίας πόσο δύσκολη είναι η μάχη του εσωτερικού πυρήνα φωτός κατά του σκότους του εγωκεντρισμού. Οι περισσότεροι άνθρωποι βρισκόμαστε σε μεγάλη πλάνη αφού θυσιάζουμε τον πραγματικό αλλά καταποντισμένο εαυτό μας, για να ζήσουμε κάτι ψεύτικο. Για να ευχαριστήσουμε το τομάρι μας, για να ικανοποιήσουμε τα πάθη μας, για να κερδίσουμε σε βάρος των άλλων, για να πετύχουμε την αναγνώριση. Κι αυτό ακριβώς το τομάρι που πιστεύουμε για εαυτό μας, είναι που σκεπάζει μια εστία από φως που ποθεί να επιστρέψει σε κάποιον χαμένο παράδεισο, γεμίζοντάς μας με νοσταλγία και με μια αίσθηση ματαιότητας γύρω από όλες τις δραστηριότητές μας και όλες τις σχέσεις μας. Για όσο λοιπόν καιρό θα εστιάζουμε στο «τομάρι», στο πεπερασμένο, στο θνητό και όχι στον πυρήνα του φωτός αποκλείουμε την αληθινή ευδαιμονία και γαλήνη από τη ζωή μας. Ίσως αυτό να εννοεί ο Χριστός όταν μας παροτρύνει να αναζητούμε πρώτα τη Βασιλεία των Ουρανών. Αν επιτύχουμε πρώτα την ένωση με το Άπειρο ίσως αργότερα να κερδίσουμε και το πεπερασμένο το οποίο εντάσσεται μέσα στο Άπειρο. Αντίθετα η εστίαση στο πεπερασμένο, αποκλείει την πρόσβαση στο Άπειρο, καταδικάζοντας έτσι το πεπερασμένο στη στενότητα των ορίων του που γρήγορα εξαντλούνται. Γι’ αυτό οι ερωτευμένοι, που περιμένουν από τον έρωτα να τους δώσει το Άπειρο, γρήγορα απογοητεύονται. Δεν τους περνά καθόλου από το νου ότι αντί να κυνηγούν τον έρωτα, θα έπρεπε να κυνηγούν το Άπειρο. 




 Συνοδοιπόροι είμαστε με τον ίδιο προορισμό...







Pages