Η επιδαψίλευση των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος στους ανθρώπους, κατά τον Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη και τον Κύριλλο Αλεξανδρείας
ΠΕΡΙΛΗΨΗ 
Συχνά μέσα στο έργο τους ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας αναφέρονται στην επιδαψίλευση των χαρισμάτων του Αγ. Πνεύματος στους ανθρώπους. Ο άγιος Ισίδωρος σημειώνει ότι τα χαρίσματα που επιδαψιλεύονται στους ανθρώπους από το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνα «προς προπαρασκευή της διανοίας των δεχομένων». Ο Κύριλλος σημειώνει ότι ως Θεός το Πνεύμα μοιράζει διάφορα πνευματικά χαρίσματα στους άξιους πιστούς, «προς το εκάστου μέτρον» «απαθώς» και χωρίς «μερισμόν υπομένει περί την ουσίαν. Οι άγ. Ισίδωρος και Κύριλλος αναφέρονται στη διάκριση των ανθρώπων σε ψυχικούς, σωματικούς και πνευματικούς με βάση το πόσο δεκτικοί είναι στα του Πνεύματος αποκαλυπτόμενα. Εδώ διακρίνεται η επίδραση της παύλειας θεολογίας, η οποία φαίνεται να έχει ασκήσει σημαντική επίδραση στους δύο αυτούς πατέρες του Ε  αἰώνα στην Αλεξάνδρεια και στην ευρύτερη περιοχή της. Άξια μνείας είναι και η επιρροή της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, στους δύο Πατέρες σχετικά με τον ίδιο διαχωρισμό. Η διαφορά τους είναι ότι αν και οι δύο μιλούν για την επιδαψίλευση των χαρισμάτων του Τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος στους ανθρώπους, ο Ισίδωρος βρίσκει την ευκαιρία να το χρησιμοποιήσει για την εν Χριστώ παιδαγωγία των αναγνωστών του, αντίθετα ο Κύριλλος να υπογραμμίσει τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος και το έργο του στον κόσμο. 
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Οι αγ. Ισίδωρος και Κύριλλος αναφέρονται συχνά στο έργο τους για την επιδαψίλευση των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος στους ανθρώπους. Σημειώνουν ότι ο κάθε άνθρωπος αξιοποιεί τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και γίνεται δεκτικός σε αυτά με βάση τον προσωπικό του αγώνα κατά Χριστόν. Οι άνθρωποι χωρίζονται, ανάλογα τον αγώνα τους αλλά και τα αποτελέσματα της προσπάθειάς τους, σε σαρκικούς, ψυχικούς και πνευματικούς. Οι Πατέρες ιχνηλατώντας στην Παύλεια διδασκαλία δέχονται αυτή τη διάκριση στους ανθρώπους. Ταυτόχρονα εμβαθύνουν περισσότερο στην ερμηνεία των χαρακτηρισμών αυτών, αναλύοντας το γιατί οι άνθρωποι είναι επιδεκτικοί στις δωρεές του Αγίου Πνεύματος ή με τη στάση τους αποδιώχνουν τη χάρη του Πνεύματος από κοντά τους.
Φυσικά, αν και οι Πατέρες κατατάσσουν τους ανθρώπους σε τρεις κατηγορίες, αυτό το κάνουν μόνο με κριτήριο τη στάση των τελευταίων απέναντι στα μυστήρια της Εκκλησίας και γενικότερα με γνώμονα την αποδοχή η όχι -και σε ποιο βαθμό-, αλλά και την εφαρμογή της εν Χριστώ διδασκαλίας στη ζωή τους. Πάντοτε, όμως, οι Πατέρες δε λησμονούν το δισυπόστατο του ανθρώπου, σώμα και ψυχή, και προτρέπουν όλους μας να προσπαθούμε να κρατάμε αλώβητα από την αμαρτία τόσο την ψυχή μας όσο και τη σάρκα μας. 
1. Ο αγ. Ισίδωρος Πηλουσιώτης και οι σαρκικοί, ψυχικοί και πνευματικοί άνθρωποι.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι το Πνεύμα το Άγιο, «ό παρά του Πατρός εκπορεύεται, κατέρχεται επί του ανθρώπου και έτσι εκείνος αναμορφώνει τη φύση και κατακτά το «καθ᾽ ομοίωσιν» .
Ο αγ. Ισίδωρος, αναφερόμενος στα χαρίσματα και τις ενέργειες που επιδαψιλεύονται από το Άγιο Πνεύμα στους ανθρώπους, γράφει ότι το Άγιο Πνεύμα χορηγεί στον καθένα το κατάλληλο χάρισμα, «προς την προπαρασκευήν της διανοίας των δεχομένων». Σημειώνει ότι τα χαρίσματα δεν είναι δυνατόν να καταστούν κτήμα των ψυχικών ανθρώπων. Η χρήση του όρου «ψυχικός» γίνεται, για να χαρακτηριστούν οι «πνεύμα μη έχοντες, τους τοις λογισμοίς και συλλογισμοίς και διαλογισμοίς μάλλον επερειδομένους, και το δίκαιον και το συμφέρον εκ τούτων νομίζοντας ευρίσκειν». Οι άνθρωποι αυτοί, ζώντας μακριά από την εν Χριστώ ζωή, δεν μπορούν να εντρυφήσουν σε έναν πνευματικό τρόπο ζωής και να διάγουν βίο σύμφωνο με τις εντολές του Θεού, για να στεφανωθούν με τη χάρη του Τριαδικού Θεού. Θεωρούν «μωρία τα θεία», αρνούνται την ύπαρξη της βασιλείας των ουρανών, με αποτέλεσμα «έρωτα αυτής τεχθήναι αδύνατον». Δεν μπορούν να κατανοήσουν όλα εκείνα που φανερώνονται από το Ύψιστο Ον, γι᾽ αυτό ή τα αγνοούν ή τα παραποιούν ή τα παραγκωνίζουν.
Αντίθετα, οι πνευματικοί άνθρωποι, όπως σημειώνει ο απόστολος των εθνών Παύλος, τιμώνται από το Άγιο Πνεύμα και γίνονται αποδέκτες των θείων ενεργειών. Το Πνεύμα καλύπτει την ψυχή τους με αποτέλεσμα να κυριαρχούνται από το αίσθημα της πληρότητας και της ταπεινώσεως και γίνονται μέτοχοι των θείων και αϊδίων χαρισμάτων. Ζουν σε πνευματική ατμόσφαιρα, καρπό της μετουσίας του Πνεύματος, στην οποία δεν εισέρχεται εύκολα ο ιός της αμαρτίας. Η ψυχή τους καθίσταται πηγή αείρροος της θείας χάρης. Χαλυβδώνουν την πίστη τους στο Θεό και προσπαθούν να εναρμονίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο το φρόνημα και τις πράξεις τους με το λόγο της αληθείας, με το θείο νόμο. Οι άνθρωποι τότε έχουν μακάρια ζωη, γιατί η ύπαρξή τους διέπεται από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, ειδάλλως είναι νεκροί, όπως συμβαίνει, όταν η ψυχή εγκαταλείπει το σώμα.
Οι πνευματικοί άνθρωποι καταφέρνουν να νικήσουν την ακολουθία των λογισμών, την οποία θεωρούν υποδεέστερη από τη θεία δύναμη και τις αποκαλύψεις της στο έλλογο ον. Πετυχαίνουν να κερδίσουν έτσι τη μέλλουσα σωτηρία και να βραβευτούν με το έπαθλο της θέωσης, η οποία άρχεται από την επίγεια ζωή δια του αρραβώνος της μεθέξεως του Πνεύματος. Το Τρίτο Πρόσωπο της Τριάδος κατοικεί σε εκείνους όχι καθ' υπόσταση αλλά δια των φυσικών Του ενεργειών, δηλαδή ως χάρισμα. Το Πνεύμα το Άγιο γίνεται ο οδηγητής και ο συνοδοιπόρος τους στη γέννηση μιας ισχυρής σχέσεως με τον Τριαδικό Θεό, στο να γίνουν δηλαδή θετοί υιοί Θεού. Δεν πετυχαίνουν μόνο, όμως, τη θέωση αλλά, αφού αποδέχονται τη θεία χάρη έχουν την ευκαιρία να γίνουν μέτοχοι «της και ιδιώτας σοφιζούσης».
Τέλος, ο άγ. Ισίδωρος γράφει ότι σαρκικοί καλούνται εκείνοι που η Αγία Γραφή χαρακτηρίζει ως «τους εις τα σαρκός κατολισθήσαντας». Αυτοί, εγκλωβισμένοι στα πάθη της σάρκας, δεν είναι προικισμένοι με θείο και πνευματικό χάρισμα και κατά συνέπεια δεν μπορούν να φωτισθούν από τα υπερφυσικά, όπως οι πνευματικοί.
Οι πιστοί που αγωνίζονται και καταφέρνουν να υποτάξουν το φρόνημά τους στους νόμους του Αγίου Πνεύματος αλλά και να χαλιναγωγήσουν τη σάρκα τους, στεφανώνονται με το στέφανο της βασιλείας των ουρανών. Μοιάζουν με βιαστές, δηλαδή με καταπιεστές του σώματός τους, με απώτερο σκοπό να καταστούν δοχεία της χάρης του Πνεύματος. Στον πνευματικό τους αυτό αγώνα χρειάζονται φωτισμένους, πνευματικούς ταγούς, ειδάλλως θα ερεθιστούν «εις χείρονα πλημμελήματα». Μόνο έτσι θα καταφέρουν να κυοφορήσουν την αιώνια αλήθεια που δόθηκε από το Δημιουργό στα έλλογα δημιουργήματά Του. Ο άγ. Ισίδωρος τονίζει ότι παλαιότερα «οι της Εκκλησίας παιδευταί και δι᾽ αρίστην πολιτείαν τω θείω ελαμπρύνοντο Πνεύματι» και μπορούσαν να διακρίνουν εκείνους που έπεφταν σε πταίσματα η σε σοβαρότερες αμαρτίες και σε εκείνους που πραγματικά μετανοούσαν και άλλαζαν τρόπο ζωής.
2. Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, δωρεά στους ανθρώπους
Οι διδάσκαλοι της θείας αλήθειας είναι έμπλεοι από τη Χάρη που τους επιδαψιλεύει ο Τριαδικός Θεός. Κηρύττουν για το Θεό και τον ενανθρωπήσαντα θείο Λόγο χωρίς να ψεύδονται, γιατί η φώτιση του Αγίου Πνεύματος από την οποία είναι έμπλεοι, αποτελεί αναμφισβήτητο μάρτυρα της διδασκαλίας τους, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Παύλος. Έχουν τη δυνατότητα να δουν με τα μάτια της ψυχής τους ποια ασθένεια πνευματική γίνεται τροχοπέδη για τη σωτηρία του κάθε ανθρώπου, ώστε να του συστήσουν την αρμόζουσα αγωγή για την πνευματική του ανακεφαλαίωση. Γιατί, όπως υπογραμμίζει ο ιερός Πατήρ, «τις μη τω θείω Πνεύματι την ψυχήν φωτισθείς, ειδέναι η επαρκέσαι δυνήσεται;». Με την παρουσία επομένως του Πνεύματος καθοδηγείται ο νους μας και μας καθιστά ικανούς να δεχθούμε πράγματα που αφορούν το Θεό, «ων ο ανθρώπινος νους ουκ αφικνείτο». Η ψυχή μας απαλλάσσεται από την επήρεια του μισόκαλου διαβόλου και οδηγείται με σταθερό βήμα στη σωτήρια αλήθεια του Θεού. Διδασκόμαστε τις θείες αλήθειες, δεχόμενοι το νόμο του Πνεύματος, και τις ομολογούμε την κατάλληλη στιγμή, όπως ο απόστολος Πέτρος. Εκείνος αποκάλυψε την αλήθεια για το ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του αληθινού Θεού, όταν ερωτήθηκε από το Χριστό, δείχνοντας «έμφυτον της αλήθειας την είδησιν».
Η διάκριση των ανθρώπων σε ψυχικούς, σωματικούς και πνευματικούς έχει μεγάλη σημασία για τον ιερό πατέρα. Οι δύο πρώτοι αρνούνται να κάνουν κτήμα τους τα του Πνεύματος αποκαλυπτόμενα, κάτι που τους καθιστά ανάξιους των χαρισμάτων του Πνεύματος. Έτσι το Άγιο Πνεύμα απομακρύνεται από κοντά τους και εκείνοι οδηγούνται στον πνευματικό θάνατο της ψυχής τους. Αντίθετα, οι πνευματικοί έχουν ανοιχτή την καρδιά τους και κατάλληλα προετοιμασμένο το χωράφι της διανοίας τους, για να φυτευτεί ο θείος σπόρος και να αποδώσει αγλαούς καρπούς. Κατά συνέπεια γίνεται φανερό ότι η θεία χάρη επιδαψιλεύεται σε κάθε άνθρωπο ανάλογα με την προαίρεσή του. Με βάση το κριτήριο της προαιρέσεως που διακρίνει κάθε άνθρωπο, το Άγιο Πνεύμα επιλέγει «τοις μεν επιφοιτά και παραμένει, των δε αποφοιτά, εις δε τους ουδέ την αρχήν καθίεται».
Ο άγ. Ισίδωρος επικρίνει αυστηρά όποιον αρνείται τη θεία προέλευση και την αξιοπιστία των δογμάτων, φορέας των οποίων είναι ο Χριστός, γιατί Εκείνος τα αποκαλύπτει όλα μαζί με το Άγιο Πνεύμα. Με τον τρόπο αυτό φανερώνει την ομοουσιότητα του ενσαρκωμένου Λόγου με το Πνεύμα, «του συγγενούς Πνεύματος», όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει. Θεωρεί ότι όσα αποκαλύπτονται από το Πνεύμα είναι δύσκολο να καταστούν κτήμα του ανθρώπινου νου χωρίς τη φώτιση του Πνεύματος, γιατί είναι «υπέρ νουν ανθρώπινον».
Ο Πηλουσιώτης άγιος ερμηνεύει με αλληγορικό τρόπο το δυναμικό προπηλακισμό των εμπόρων του ναού του Σολομώντα από τον Ιησού. Οργίστηκε ο Κυριος μαζί τους, γιατί πωλούσαν τα περιστέρια, τα οποία συμβολίζουν το Άγιο Πνεύμα και τα χαρίσματά Του, «επειδή εν είδει περιστεράς το θείον επεφάνη Πνεύμα τους θεοκαπήλους προπηλακίζων». Σημειώνει με έμφαση ότι όλα τα θαύματα που πραγματοποίησε ο Χριστός τα έκανε με τη συνέργεια του Αγίου Πνεύματος: «των γαρ παθών εκκοπτομένων και των δαιμόνων ελαυνομένων εν τη δυνάμει της θεότητος». Έτσι αν κάποιοι τυφλωμένοι από την πλάνη αρνούνταν να παραδεχθούν «τας θεοσημείας» και τις απέδιδαν στο βροτοφάγο δαίμονα αντί στον Θεό. Κατά συνέπεια, διέπρατταν μεγάλη και ασυγχώρητη βλασφημία ως προς την τρισήλιο Θεότητα και κυρίως προς το Άγιο Πνεύμα, «ταύτην ουν την βλασφημίαν την κατά της θείας τρανώς ούσαν ουσίας, ασυγχώρητον». Ο Ισίδωρος ερμηνεύει το παραπάνω χωρίο του ευαγγελιστή Ματθαίου σύμφωνα με το γραμματοϊστορικό τύπο, ώστε να μπορέσουν να αντιληφθούν οι αναγνώστες των επιστολών του πώς γίνεται, αφού είναι μία η ουσία της Αγίας Τριάδος, η βλασφημία κατά του Χριστού να συγχωρείται, ενώ κατά του Αγίου Πνεύματος να μένει ασυγχώρητη εις τους αιώνας: «Ος αν είποι κατά του Υιού του ανθρώπου βλάσφημον λόγον, ου κρίνεται, είπεν ο Κύριος· επειδή τοις λημώσι τον της διανοίας οφθαλμόν, δυσκατάληπτος και δυσθεώρητος ο ηνωμένος αρρήτως Θεός τη ευτελεία της φαινομένης σαρκός, αγνοουμένης της κρυπτομένης θεότητος… Η δε κατά του Πνεύματος του αγίου βλασφημία, δια τούτο υπάρχει ασύγγνωστος, επειδή αυτά τα έργα φαινόμενα, αγνώμονας και αχαρίστους ελέγχει τους βλασφημούντας…».
Ποια πράξη όμως θεωρείται βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος; Στην πατερική γραμματεία η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, η οποία δεν θα συγχωρηθεί ποτέ, δεν είναι παρά μόνον η αμετανοησία, η έλλειψη διάθεσης για μετάνοια αλλά και η άρνηση του ανθρώπου να δεχθεί τους καρπούς του μυστηρίου της Μετανοίας. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η βλασφημία εναντίον του Πνεύματος δεν αναφέρεται σε μία απρόσωπη δύναμη, αλλά σε ένα Πρόσωπο, Παράκλητο, αφού Αυτός είναι Εκείνος που ελέγχει τους αχαρίστους. Η βλασφημία εναντίον του Πνεύματος αναφέρεται στην άρνηση της αποδοχής των διαφόρων ενεργειών του τρίτου προσώπου της Τριάδος, οι οποίες αποκαλύπτονται στους ανθρώπους κάθε εποχής.
Το Πνεύμα είναι εκείνο που αγιάζει τους λειτουργούς κατά τη χειροτονία τους, καθιστά τα μυστήρια ενεργά και μεταβάλλει τον οίνο και τον άρτο σε Αίμα και Σώμα Χριστού. Η δράση του Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία παραλληλίζεται ως «πυρ την ύλην δαπανών». Εξάλλου, όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας, με την επιδαψίλευση της χάριτος του Πνεύματος, αποτελούν επέκταση, ερμηνείες και εξηγήσεις της ενέργειας της ζωής του Χριστού. «Οι μετέχοντες στα μυστήρια δεν λαμβάνουν από αυτά τα «σημεία» ή τα «στοιχεία» , αλλά κυρίως τη χάρη και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα οικοδομεί την ενότητα και την κοινωνία των πιστών ως σώμα Χριστού». Έτσι η Πνευματολογία προσλαμβάνει χριστολογική και εκκλησιολογική διάσταση.
Το Πνεύμα του Θεού δεν εξαγοράζεται, ούτε χορηγεί τη χάρη Του σε ανάξιους, «τους χρήμασι κτάσθαι το του Θεού Πνεύμα νομίζοντας», όπως συνέβη με τον αιρετικό Σίμωνα το Μάγο, ο οποίος προσφέροντας χρήματα στον απόστολο Πετρο ήθελε να επιτελεί θαύματα, εξαγοράζοντας τη χάρη του Πνεύματος. Αν κάποιος δεχθεί τη δωρεά των χαρισμάτων του Πνεύματος και αποδειχθεί ανάξιος, εκείνη καθίσταται ανενεργός και στο τέλος το Άγιο Πνεύμα τον εγκαταλείπει. Αντίθετα οι μαθητές του Θεανθρώπου, οι οποίοι ήταν φορείς του Αγίου Πνεύματος, όχι μόνο οδηγούνταν από Αυτό εις πάσαν αλήθειαν, αλλά «την του Πνεύματος του Αγίου παρέσχοντο χάριν» στον κόσμο και συγκεκριμένα στους πιστούς. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το Άγιο Πνεύμα αντικαθιστά τη θέλησή τους και αμαυρώνει την προσωπικότητά τους και το εγώ τους.
Οι Μαθητές - Απόστολοι του Κυρίου εμφορούμενοι από το θείο Πνεύμα υπερβαίνουν τους ανθρώπινους νόμους, με αποτέλεσμα «συνέστιοι και ομοτράπεζοι του πάντων Δεσπότου γεγένηνται, ομιλίας κατηξιώθησαν θείας, παιδεύσεως υπερφυούς, υιοθεσίας και φιλίας εντός εγένοντο». Η υπέρβαση αυτή των γήινων ορίων και η εσωτερική τους μετάλλαξη με την εν Χριστώ ζωή τούς παρέχει τη δύναμη να πραγματοποιούν θαύματα: «νεκρούς ήγειρον, παραλυτικούς έσφιγγον, νοσούντας ιώντο, δαίμονας ήλαυνον, προυφήτευον τα μέλλοντα». Όλες αυτές οι ενέργειες φανερώνουν «την Πνεύματος αγίου παρουσίαν», η οποία είναι έκδηλη σε όσους ζουν εν Χριστώ.
Το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που απαλλάσσει τον άνθρωπο από τις αμαρτίες, «ελευθερούν των αμαρτιών», και τον οδηγεί στη σωτηρία. Εκείνο θωρακίζει το έλλογο ον, για να αντιμάχεται την αμαρτία και να εξέρχεται νικητής μέσα από την πάλη των ηδονών. Ο Ισίδωρος παρομοιάζει την προστασία που παρέχει το Τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος στον εν Χριστώ πιστό ως «πανοπλία». Ο κάθε άνθρωπος δεν χρειάζεται αιματηρές θυσίες ζώων, για να απαλλαχθεί από τα δεσμά του μισόκαλου δαίμονα, αλλά μόνο την ενέργεια της Πνεύματος της Θεότητας, η οποία συνεχίζει το έργο του σαρκωθέντος Λογου και χορηγείται κατά το βάπτισμα. Ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός σημειώνει ότι το βάπτισμα, κατά το οποίο ο βαπτιζόμενος αναγεννάται «εξ ύδατος και Πνεύματος», αποτελεί την αρχή του δρόμου που οδηγεί στη βασιλεία των ουρανών.
Κατά την ημέρα της Πεντηκοστής το Άγιο Πνεύμα φωτίζει και δαδουχεί τους μαθητές του Κυρίου, για να κατανοήσουν πλήρως όσα διδάχθηκαν από το Χριστό και να τα κηρύξουν σε ολόκληρη την Οικουμένη. Γίνονται με τον τρόπο αυτό τηλαυγείς φάροι, που με το φως του σωτήριου λόγου θα αποδιώξουν το έρεβος της πλάνης του διαβόλου, «… ιδιώται όντες και αγράμματοι, της θείας εμπεπλησμένοι σοφίας, και των διαλεκτικών και των ρητόρων εκράτησαν». Την ημέρα αυτή δίδεται καθ᾽ ολοκληρίαν η χάρη του Πνεύματος, η οποία έφερε τη βασιλεία του Θεού στις καρδιές των ανθρώπων όλων των εθνών. Το Άγιο Πνεύμα, υπογραμμίζει ο αλεξανδρινός πατήρ, «εν πυρί τοις αποστόλοις εδίδοτο».
Το Πνεύμα παρέχει τη δυνατότητα στον άνθρωπο μέςω τoύ βαπτίσματος να απεκδυθεί τον παλιό του εαυτό, το νεκρωμένο από την αμαρτία, και να ενδυθεί τον καινούργιο. Ο τελευταίος βρίσκεται πάντα σε εγρήγορση στον αγώνα κατά της αμαρτίας, «τω πτερώ του Πνεύματος διεγείρων». Ο συμβολισμός της ενέργειας του Πνεύματος με φτερό δηλώνει ότι η πνευματική αφύπνιση του ανθρώπου γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε ο τελευταίος να νιώθει ελεύθερος και λυτρωμένος από το δυσβάστακτο φορτίο του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι τα αγωνίσματα είναι απλά. Είναι δυσκολότερα, παρά το γεγονός της ελευθερίας των κινήσεων που έχουν οι αθλητές. Οι χριστιανοί αντιμάχονται όχι μόνο τις αμαρτωλές πράξεις αλλά και τις αμαρτωλές σκέψεις που δηλητηριάζουν τον ανθρώπινο νου. Ο αγώνας είναι επίπονος, αλλά το έπαθλο είναι μεγαλύτερο από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, «ουρανός απόκειται και τα εν αυτώ αγαθά».
Ο άγ. Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ομιλεί, λοιπόν, για τις ενέργειες του τρίτου Προσώπου του Τριαδικού Θεού με κύρια αναφορά στο ρόλο, τον οποίο διαδραμάτισε στη θεία Σύλληψη. Ο ιερός Πατήρ τονίζει ότι το Πνεύμα διαδραματίζει ενεργό ρόλο στα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας του Χριστού καθώς και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε την ημέρα της Πεντηκοστής. Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας, η οποία αποκαλύπτεται την ημέρα της Πεντηκοστής, είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος. Γνωρίζει ότι η δημιουργία του κόσμου πραγματοποιείται από τον Πατέρα, δια του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι. Έτσι και η ανακαίνισή του είναι έργο και των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Στη δημιουργία του κόσμου το Άγιο Πνεύμα αποτελεί την τελειωτική αιτία. Το ίδιο συμβαίνει και στην ανακαίνισή Του, η οποία μυσταγωγείται στην Εκκλησία με την αδιάκοπη παρουσία του Αγίου Πνεύματος.
Τέλος, σημειώνει ότι η «ενέργεια του Πνεύματος στους μαθητές, η οποία έχει τη μορφή μαρτυρίας, καθοδηγήσεως, υπομνήσεως, αποκαλύψεως, καθίσταται συγχρόνως και συνηγορία υπέρ του Ιησού και των μαθητών έναντι του κόσμου. Ο τελευταίος μερικές φορές είναι εχθρικά διακείμενος απέναντι στην αποκάλυψη της θείας αλήθειας και αρνείται να δεχθεί το θείο φως και κατά συνέπεια τη σωτηρία του εν Χριστώ». Αντίθετα οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής έγιναν δοχείο του Πνεύματος και έτσι φωτίστηκαν από τη χάρη Του και έγραψαν τα πνευματικά αυτά κείμενα. Επιπλέον όλοι όσοι ονομάζονται χριστιανοί έχουν λάβει κατά τη βάπτισή τους το Πνεύμα το Άγιο, το οποίο απωθούν με τις πονηρές πράξεις τους ή Το αφήνουν να βλαστήσει τους καρπούς Του εξαιτίας της ενάρετης ζωής τους.
 
3. Τα χαρίσματα -ενέργειες του Αγίου Πνεύματος κατά τον Κύριλλο Αλεξανδρείας
Παράλληλα με τον άγιο Ισίδωρο, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας αναφέρεται και σε μία άλλη ενέργεια του Πνεύματος, όπως είναι η συγχώρεση των αμαρτιών. Η συγχώρεση των ανομημάτων των ανθρώπων πετυχαίνεται μέσα από τα μυστήρια της βαπτίσεως, της μετάνοιας - εξομολογήσεως. Έτσι με τη χάρη του Πνεύματος κατακτά τη δικαίωση, γιατί «δικαιοί το Πνεύμα, αγίους αποδεικνύον τους εν οις αν γένοιτο, Θεός άρα το την θείαν ενέργειαν έχων εν εαυτώ φυσικώς».
Φυσικά ο πνευματικός ταγός του πατριαρχικού θρόνου της Αλεξανδρείας κατά τον Ε΄  αιώνα σπεύδει να διευκρινίσει ότι, αν και το Άγιο Πνεύμα χορηγεί διάφορα χαρίσματα στους πιστούς εν Χριστώ ή στους θεοφόρους άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης, εν τούτοις δεν υφίσταται μερισμός της Ουσίας Του. Παραμένει ένα και το αυτό, ενεργώντας κατά διάφορους τρόπους «και απαθώς εν πάσιν ενεργούν». Για τον άγ. Κύριλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου, στο πρόσωπο του οποίου ενήργησε επανειλημμένα η χάρη και η ενέργεια του Πνεύματος, αποτελεί ο απόστολος των εθνών, Παύλος. Σημειώνει, λοιπόν, ότι ο Παύλος νομοθετεί ορθά, γατί μέσα του έχει Πνεύμα Θεού, δηλαδή την ενέργεια του Πνεύματος. Εκείνο ως Θεός τον καθοδηγεί να πράττει τα ορθά. Το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος χορηγεί τη χάρη Του στον Παύλο, με αποτέλεσμα να φωτίζεται η συνείδησή του και να ενεργεί το κήρυγμά του και το ιεραποστολικό του έργο καθοδηγούμενος από Εκείνο. Ο απόστολος των εθνών γνωρίζει ότι «εκάστω δίδοται η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον», για το λόγο αυτό χορηγήθηκαν και σε εκείνον τα χαρίσματα αυτά από το Πνεύμα προς ωφέλεια δική του και εκείνων που θα γνωρίσουν μέσω αυτού τον ενσαρκωμένο Λόγο του Θεού, τον Ιησού Χριστό.
Ο αγ. Κύριλλος, αναφερόμενος στα χαρίσματα του Πνεύματος κάνει λόγο για ψυχικούς, πνευματικούς και σωματικούς ανθρώπους, με βάση τα κριτήρια που τίθενται στην Αγία Γραφή: «Ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού· μωρία γαρ αυτώ εστι͵ και ου δύναται γνώναι͵ ότι πνευματικώς ανακρίνεται. Ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν τα πάντα͵ αυτός δε υπ᾽ ουδενός ανακρίνεται». Ψυχικός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από τον αγ. Κύριλλο ο Νικόδημος, ο οποίος αρνούνταν να δεχθεί εκείνα που φανέρωνε το Πνεύμα, όπως συμβαίνει με τους ψυχικούς γενικότερα. Σύμφωνα με τον άγ. Κύριλλο ο ψυχικός άνθρωπος δεν αφήνει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος να φωτίσει το νου του, αλλά ζει «κατά σάρκα» και έχοντας μόνο την ανθρώπινη σύνεση, σε αντίθεση με το πνευματικό έλλογο ον. Γίνεται κατανοητό ότι και στον Κύριλλο ο σωματικός άνθρωπος ταυτίζεται με τον ψυχικό, οι οποίοι έχουν γεώδες φρόνημα και όχι πνευματικό, «οι γαρ ψυχικόν τε και γεώδες έχοντες φρόνημα». Οι πνευματικοί άνθρωποι είναι ευπρόσδεκτοι στη δόξα του Θεού Πατρός, γιατί καρποφορούν αγαθά έργα εν Χριστώ και προσφέρουν δώρα πνευματικά στον Τριαδικό Θεό.
Ο άγ. Κύριλλος ομιλεί για τις ενέργειες του Πνεύματος κάνοντας αναφορά αρχικά στην Παλαιά Διαθήκη. Μέσα από την Παλαιά Διαθήκη μπορεί κανείς να διακρίνει τις ενέργειες του Πνεύματος σχετικά με το φωτισμό των πατριαρχών, του Μωυσέως και γενικότερα των πνευματικών ανθρώπων, ώστε να αποκαλυφθεί το θέλημα του Θεού σχετικά με το παρόν, το μέλλον του ισραηλιτικού λαού και τον ερχομό του Μεσσία. Μέσω του Πνεύματος ενώνεται ο Θεός με τους θεοφόρους άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης και τους οδηγεί στη δικαίωση.
Στην Καινή Διαθήκη, σημειώνει ο Κύριλλος, το Πνεύμα το Άγιο διαδραματίζει ενεργό ρόλο τόσο στη σύλληψη και τη γέννηση του Ιωάννου του Βαπτιστή, όσο και του Ίδιου του θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Εκείνο μετατρέπει τους πιστούς εν Χριστώ σε κατοικητήριο του θείου Λόγου και τους δωρίζει την πνευματική αναγέννησή τους. Τη γενέθλιο ημέρα της Εκκλησίας, την Πεντηκοστή, το Πνεύμα επιδαψιλεύει πλούσια τα χαρίσματά Του στους αποστόλους και στο σύνολο όσων πίστεψαν και βαπτίστηκαν στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Από τότε δρα στην Εκκλησία και αγιάζει τα ιερά Μυστήριά της μέσω των οποίων οι πιστοί ενώνονται με τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Αποτελούν έτσι ένα σώμα με κεφαλή τον νέο Αδάμ τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Το Πνεύμα έχει σκοπό να συνεχίσει το έργο του Χριστού και να οδηγήσει τους πιστούς εις «πάσαν την αλήθειαν»: «ου γαρ κατέληξεν αποκαλύπτων ημίν ο Μονογενής του καθ᾽ εαυτόν μυστηρίου την δύναμιν αποκαλύψας τοις πρώτοις εν αρχαίς· ενεργεί δε τούτο δια παντός, εν σπείρων εκάστω τον δια του Πνεύματος φωτισμόν, και χειραγωγών εις επίγνωσιν των υπέρ νουν και λόγον τους αγαπώντας αυτόν».
Ο άγ. Κύριλλος, κάνοντας λόγο για τις ενέργειες του Πνεύματος, δεν παραλείπει να τονίζει συνεχώς τη θεότητά Του και έμμεσα η άμεσα να αναφέρεται στο ομοούσιο του Πνεύματος με τον Πατέρα και τον Υιό. Η ομοουσιότητα Του προς τα άλλα δύο Πρόσωπα της Τριάδος του παρέχει τη δυνατότητα να πληροί τα πάντα και να παρέχει ζωή στην κτίση. Επαληθεύεται έτσι το λεχθέν στη Σοφία Σολομώντος: «Πνεύμα Κυρίου πεπλήρωκε την οικουμένην». Τονίζει ότι το Πνεύμα χορηγεί τα διάφορα χαρίσματα στους πιστούς, χωρίς όμως να υπάρχει μερισμός της ουσίας Του. Τέλος αναφέρει τον απόστολο Παύλο ως το χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου, στον οποίο επιδαψιλεύτηκαν πολλά από τα χαρίσματα του Πνεύματος. Πράγμα που και ο ίδιος, έχοντας γνώση, αναφέρει συχνά στις επιστολές του.
Ως Θεός το Πνεύμα μοιράζει διάφορα πνευματικά χαρίσματα στους άξιους πιστούς, «προς το εκάστου μέτρον» «απαθώς» και χωρίς «μερισμόν υπομένει περί την ουσίαν»Του, προικίζοντας άλλον με «λόγον σοφίας», άλλον με «χαρίσματα ιαμάτων», άλλον με «ενεργήματα δυνάμεων», άλλον με «προφητείαν», άλλον με «διακρίσεις πνευμάτων», άλλον με «γένη γλωσσών» και άλλον με «ερμηνεία γλωσσών». Αυτό φυσικά αποδεικνύει περίτρανα ότι το Πνεύμα είναι φύσει Θεός και όποιος τυχόν αμφισβητεί τη θεότητά Του διαπράττει μεγάλο αμάρτημα. Στο σημείο αυτό ο ιερός Κύριλλος επικαλείται ως αδιάψευστους μάρτυρες τους αποστόλους Παύλο, Πέτρο και Ιάκωβο, οι οποίοι με τα γραφόμενά τους ως άλλη Λυδία λίθος αποδεικνύουν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, τονίζοντας ότι η ουσία του Πνεύματος «ουκ αλλότριον της θείας φύσεως».
Στο έργο του αγ. Κυρίλλου Εις Ιωάννην, ο ιερός Πατήρ εξάγει το συμπέρασμα ότι πουθενά στον Θεόπνευστο αυτό κείμενο δεν έχουμε εκδήλωση εκστατικών φαινομένων, όπως η γλωσσολαλιά κ.α. από το Άγιο Πνεύμα. Έχουμε ενέργειες που συμβάλλουν στην πνευματική ανόρθωση και αναγέννηση του ανθρωπίνου φυράματος και στη μελλοντική θεμελίωση της Εκκλησίας του Χριστού. Συγκεκριμένα σημειώνει: «... κατά γε το εικός ο και τα εφεξής ισχύοντα, και τη δια του Πνεύματος αποκαλύψει τε και φωταγωγία τη κατά καιρόν εσομένη τον δέοντα, το λείπον αυτοίς εις γνώσιν τετήρηκε. Τάχα δε και ατονούντας έτι περί την του μυστηρίου κατάληψιν θεωρήσας, δια το μήπως πεφωτίσθαι δια του Πνεύματος... τα τοιαύτά φησιν, εκείνο δη πάντως εθελήσας υποδηλούν, ως έτι μεν έχοι και σφόδρα βαθέα και νουν υπερβαίνοντα τον ανθρώπινον αποκαλύπτειν μυστήρια, παραιτοίτο δε νυνί, και μάλα εικότως, ούπω προς τούτο λίαν επιτηδείως έχοντας ορών».
Ο άγ. Κύριλλος υποστηρίζει, βασιζόμενος στα γραφόμενα του ευαγγελιστή Ιωάννου, ότι ο Χριστός μέσω του Πνεύματος κατοικεί στους ανθρώπους, οι οποίοι πιστεύουν σε Εκείνον. Οι πιστοί με τον τρόπο αυτό καθίστανται δεκτικοί του Αγίου Πνεύματος και ζωοποιούνται από το αποκαλούμενο «Ύδωρ ζων». Τονίζει μάλιστα ότι μόνο «δια της του Αγίου Πνεύματος κοινωνίας και μετουσίας» μπορούμε να γίνουμε κοινωνοί και μέτοχοι της θείας του Λόγου φύσεως. Μόνο με το φωτισμό του Πνεύματος μπορεί η σφραγίδα της υποστάσεως του Θεού Πατρός, ο Υιός, να αναμορφώσει και να αγιάσει το ανθρώπινο γένος.
Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας τέλος αναφέρεται και εκείνος στη βλασφημία κατά του Πνεύματος, η οποία δεν θα συγχωρηθεί ποτέ, ερμηνεύοντας όμως αλλιώς τη συγκεκριμένη φράση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού: «Ος γαρ αν είπη λόγον κατά του Υιού του ανθρώπου, αφεθήσεται αυτώ· ος δ' αν είπη κατά του Πνεύματος του αγίου, ουκ αφεθήσεται αυτώ, ούτε εν τω νυν αιώνι, ούτε εν τω μέλλοντι». Εξηγεί τα λόγια του Χριστού λέγοντας ότι με τη λέξη Πνεύμα δεν εννοείται η Τρίτη Υπόσταση του Θεού, αλλά ολόκληρη η ασώματη φύση της Τριάδος, κατά συνέπεια και τα τρία πρόσωπα του Θεού. Βλασφημία, λοιπόν, εννοεί την αθυροστομία κάποιων απερίσκεπτων έναντι του Θεού που τολμούν να μη χαλιναγωγούν τη γλώσσα τους και να την αφήνουν να μιλάει ανεξέλεγκτα εναντίον του Δημιουργού Τους. Παρατηρούμε ότι στο σημείο αυτό ο ιερός Πατήρ παίρνει διαφορετική θέση σε σχέση με την επικρατούσα ερμηνεία της επίμαχης φράσης, συγκριτικά με την ερμηνεία άλλων Πατέρων, προγενέστερων και μεταγενέστερων από αυτόν, οι οποίοι συνάδουν με την άποψη του αγ. Ισιδώρου και όχι του αγ.  Κυρίλλου.
Ο άγ. Κύριλλος τονίζει ότι, επειδή το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και όχι κτίσμα, πετυχαίνει την ένωση και συγχρόνως τη θέωση των πιστών με τον Χριστό: «Θείας γαρ φύσεως κοινωνοί, σχέσει τη προς Υιόν δια του Πνεύματος, ουκ εν ψιλή δοκήσει μάλλον, αλλ᾽ εν αληθεία πάντες εσμέν οι πεπιστευκότες». Έτσι οι πιστοί ενώνονται με το Θεάνθρωπο. Καθίστανται κοινωνοί της θείας φύσεως μέσω της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος και γίνονται «αναστοιχειούμενοι προς το υπέρ κτίσιν κάλλος». Η ένωση των ανθρώπων με το Θεάνθρωπο εν Αγίω Πνεύματι τους καθιστά ομοίους με τον Υιό, την τέλεια εικόνα του Πατρός, και Υιούς κατά μέθεξη. Το Άγιο Πνεύμα γίνεται για την ψυχή πηγή ζωής και αρχή της γνώσεως του Θεού, η οποία τους κάνει να συνειδητοποιήσουν τη νέα ζωή της χάριτος: «Αν, ο μη γένοιτο, συνέβαινε να καταντήσωμεν εστερημένοι Πνεύματος Αγίου, ουδέ καν θα υποψιαζόμεθα ότι ο Θεός υπήρξεν εντός ημών». Το έλλογο ον πετυχαίνει την προοδευτική θεώσή του με τη συνεχή μυστηριακή ζωή, η οποία συνοδεύεται με την ολοένα και τελειότερη γνώση του Θεού, «τελείαν δε γνώσιν είναι, φαμέν, την ορθήν τε και αδιάστροφον... ορθώς δε δοξάζουσαν περί της αγίας τε και ομοουσίου Τριάδος». Το ανθρώπινο φύραμα παιδαγωγείται στη θεολογία από το Πνεύμα, δια του οποίου ελευθερώθηκε από την πλάνη και γνώρισε την αλήθεια για τον Θεό.
Η μυστηριακή ζωή αρχίζει με το βάπτισμα, με την πνευματική λαμπροφορία των πιστών από το Πνεύμα το Άγιο, και τελειοποιείται στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, μέσα από το οποίο επιτυγχάνεται η ένωση του Χριστού με το σώμα του κάθε πιστού: «και ου μόνον δίδωσιν ενεργείν τω λόγω την των νεκρών αναβίωσιν, αλλ᾽ ίνα δείξη ζωοποιόν το ίδιον σώμα, καθάπερ ουν ήδη προείπομεν, των τεθνεώτων άπτεται, και δι᾽ αυτού την ζωήν εντιθείς τοις ήδη κατεφθαρμένοις. Και ει δια μόνης αφής της αγίας σαρκός ζωοποιείται το διεφθαρμένον, ... μεταποιήσει γαρ πάντως εις το ίδιον αγαθόν, τουτέστι την αθανασίαν, τους μετεσχηκότας αυτής». Επιτυγχάνεται, λοιπόν, η αναγέννηση ολόκληρης της ψυχοσωματικής οντότητας του ανθρώπου. Αυτή είναι ανώτερη από τη γέννηση του πρωτόπλαστου Αδάμ. Γίνεται από το δεύτερο Αδάμ, τον ενσαρκωμένο θείο Λόγο, ο οποίος μεταστοιχειώνει την ανθρώπινη φύση από την πτωτική κατάστασή της στη νέα εν Αγίω Πνεύματι ζωή. Κατά το βάπτισμα το έλλογο ον σφραγίζεται από το Άγιο Πνεύμα. Παύει να είναι μιαρό από την αμαρτία, γιατί το Πνεύμα καθαρίζει «τους της εν ημίν φαυλότητος δαπανώντι ρύπους, και τον εκ της αμαρτίας εκτήκοντι μολυσμόν». Το σφράγισμα αυτό του παρέχει τη δυνατότητα να μπορέσει να πετύχει τη θέωση με τον Θεό και για το λόγο αυτό «εστίν αρραβών της κληρονομίας ημών».
Ο άγ. Κύριλλος, σχολιάζοντας το γεγονός της σφραγίσεως του ανθρώπου από το Πνεύμα, υποστηρίζει ότι αυτό μπορεί να το κάνει το Πνεύμα, γιατί είναι και το ίδιο Θεός. Έτσι μπορεί να επαναφέρει τον πεπτωκότα άνθρωπο στην αρχέγονη κατάσταση, κατά την οποία γευόταν την αθανασία και τη δυνατότητα να συνομιλεί καθημερινά με τον Θεό: «ώσπερ εν τινι κηρώ ταις των δεχομένων αυτό καρδίαις αοράτως δίκην σφραγίδος ενθλίβεται, δια της προς εαυτό κοινωνίας τε και ομοιώσεως, εις το αρχέτυπον κάλλος την φύσιν αναζωγραφούν, και κατ᾽ εικόνα Θεού δεικνύον αύθις τον άνθρωπον».
Σε άλλο σημείο στο έργο του, Εις Ιωάννην, ο Αλεξανδρινός πατριάρχης υπογραμμίζει ότι με την αποδοχή του Πνεύματος ως Θεού το λογικό ον μετέχει στις ενέργειες της θείας φύσεως και μέσω του Πνεύματος πλησιάζει τον Υιό και μέσω του Υιού τον Πατέρα. Έτσι αποκτά άριστη γνώση για τον Θεό. Η τέλεια γνώση του Θεού, που θα γίνει κτήμα του κατά το μέλλοντα αιώνα, δεν είναι ο τελικός σκοπός του, αλλά μία μόνο πλευρά της τελικής θεώσεως, απλώς «τρυφής τρόπος πνευματικός», όπως σημειώνει ο άγιος Κύριλλος. Το Άγιο Πνεύμα ως ζωοποιόν δεν μας ζωοποιεί μόνο πνευματικά, ζωοποιεί ολάκερη την κτίση και γενικότερα βοηθά στη θεμελίωση του κοσμοσωτήριου έργου της Εκκλησίας του Χριστού.
Γενικά, ο άγ. Κύριλλος αναφέρεται στην επιδαψίλευση των διαφόρων χαρισμάτων στους ανθρώπους από το Άγιο Πνεύμα. Χωρίζει τους ανθρώπους σε σαρκικούς, ψυχικούς και σωματικούς και δείχνει τη σχέση του καθενός με το Άγιο Πνεύμα. Παρουσιάζει τον απόστολο Παύλο ως βασικό παράδειγμα ανθρώπου που δέχεται τη Χάρη του Πνεύματος και την αξιοποιεί. Κάνει αναφορά στις ενέργειες του Πνεύματος, που αποκαλύπτονται μέσα στην Καινή Διαθήκη Εκείνο είναι που διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στη σύλληψη του προφήτη Ιωάννου και φυσικά του Ιησού Χριστού.
Η μυστηριακή ζωή στη βάση της αρχίζει με το μυστήριο του βαπτίσματος, το ύδωρ της αναγεννήσεως. Το Πνεύμα αποκαλύπτει με έμφαση την ομοουσιότητα του Πνεύματος με τον Πατέρα και τον Υιό. Τέλος ο Κύριλλος κάνει λόγο για το φωτισμό των μαθητών κατά την Πεντηκοστή. Ενώ απερίφραστα τονίζει ότι μέσα από την πίστη λειαίνεται η ψυχή της ανθρώπινης φύσεως και έτσι μπορεί να γίνει γνώστης της θείας Αποκαλύψεως.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τόσο ο άγ. Ισίδωρος όσο και ο άγ. Κύριλλος μιλάνε για την ενεργό συμμετοχή του Πνεύματος στη σύλληψη του προαιώνιου θείου Λόγου. Και οι δύο Πατέρες αναφέρονται στην ενεργό συμμετοχή του Πνεύματος στα Μυστήρια της Εκκλησίας, η οποία συμβάλλει στη δημιουργία μιας ζωήρρυτης ατμόσφαιρας. «Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτή οι τύποι των μυστηρίων υποσκελίζονται –χωρίς όμως να αχρηστεύονται- από την ενεργό παρουσία του Πνεύματος, του χορηγούντος τα χαρίσματα και μεταβάλλοντος τους πιστούς σε αληθινούς προσκυνητές». Χάρη στις ενέργειές Του, τα ιερά Μυστήρια παρέχουν τη δυνατότητα στους συμμετέχοντες σε αυτά να φτάσουν στη θέωση. Και οι δύο διδάσκουν ότι η αληθινή γνώση του Θεού μπορεί να επιτευχθεί μόνο με το φωτισμό του ανθρώπινου νου, ώστε να μπορέσει να «δει το πρόσωπο του Θεού» και να κατανοήσει την αλήθεια σχετικά με το υπέρτατο Ον. Ο Ισίδωρος στο σημείο αυτό διευκρινίζει ότι η χάρη του Πνεύματος δεν μπορεί να γίνει κτήμα ανθρώπων αναξίων να συμμετάσχουν στα ιερά Μυστήρια και ούτε μπορεί να εξαγοραστεί από κανέναν, φέρνοντας ως παράδειγμα το επεισόδιο του Σίμωνος Μάγου με τον απόστολο Πέτρο. Αντίθετα γίνεται κτήμα εκείνων, οι οποίοι είναι βαπτισμένοι στα ζωοποιά ιορδάνεια ρείθρα και έχουν ζυμωθεί με τον αγιοπνευματικό πλάστη του Χριστιανισμού.
Οι δύο άγιοι αναφέρονται στη διάκριση των ανθρώπων σε ψυχικούς, σωματικούς και πνευματικούς με βάση το πόσο δεκτικοί είναι στα του Πνεύματος αποκαλυπτόμενα. Εδώ διακρίνεται η επίδραση της παύλειας θεολογίας, η οποία φαίνεται να έχει ασκήσει σημαντική επίδραση στους δύο αυτούς πατέρες του Ε΄ αἰώνα στην Αλεξάνδρεια και στην ευρύτερη περιοχή της. Άξια μνείας είναι και η επιρροή της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, στους δύο Πατέρες σχετικά με το διαχωρισμό των ανθρώπων σε ψυχικούς, σωματικούς και πνευματικούς. Η γνώση του κόσμου τούτου είναι προϊόν της σωματικής – ψυχικής λειτουργίας του ανθρώπου, είναι όμως διαμετρικά αντίθετη προς τη γνώση του Θεού και των αποκαλυπτόμενων υπ᾽ Αυτού αληθειών, οι οποίες είναι προϊόν του Αγίου Πνεύματος.
Ο άγ. Ισίδωρος, όπως προαναφέρθηκε, μιλώντας για το Άγιο Πνεύμα, αναφέρεται στους ψυχικούς, σαρκικούς και πνευματικούς ανθρώπους και στο ρόλο που αυτοί διαδραματίζουν μέσα στην Εκκλησία και γενικότερα στην πορεία τους προς τη βασιλεία των ουρανών. Ο άγ. Κύριλλος δεν αναφέρεται αναλυτικά στις τρεις αυτές κατηγορίες των ανθρώπων, αλλά μόνο σε εκείνους που ως μέλη της Εκκλησίας προσπαθούν να φανούν αντάξιοι η μη των χαρισμάτων του Πνεύματος. Και οι δύο, όμως, γνωρίζουν και αφήνουν να φανεί μέσα από το έργο τους είτε μέσα από αυστηρά δογματικά πλαίσια, όπως του ιερού Κυρίλλου, είτε μέσα από παιδαγωγικά, όπως του αγ. Ισιδώρου, ότι το Άγιο Πνεύμα αποτελεί την ευλογία του κόσμου. Είναι το φως που καλύπτει την ανθρώπινη ψυχή και επιδαψιλεύει πλούσια τη θεία Χάρη. Παρέχει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να γνωρίσει τον Θεό και να δοξολογήσει το όνομα της Αγίας Τριάδος. Μόνο το Πνεύμα, επειδή είναι Θεός, φωτίζει την ανθρώπινη διάνοια και της αφαιρεί το παραπέτασμα της άγνοιας, για να κατανοήσει τη διδασκαλία περί του Τριαδικού Θεού και το μυστήριο της θείας ενσαρκώσεως της δεύτερης Υποστάσεως της Αγίας Τριάδος. Η χάρη του Πνεύματος μεταλλάσσει τους πιστούς εν Χριστώ από χωράφι άγονο για σωτηρία σε περιβόλι γεμάτο άνθη αμάραντα και δέντρα ευσκιόφυλλα, πεφυτευμένα παρά τις διεξόδους των υδάτων του Αγίου Πνεύματος.
Τέλος, κάνουν λόγο για την ασυγχώρητη βλασφημία εναντίον του Πνεύματος, δίνοντας διαφορετική ερμηνεία ο καθένας τους. Ο μεν άγ. Ισίδωρος θεωρεί ότι ο Χριστός αναφέρεται στο τρίτο Πρόσωπο του Τριαδικού Θεού, ενώ ο Κύριλλος υποστηρίζει ότι η αναφορά γίνεται και στα τρία Πρόσωπα του Θεού. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι ο μεν πρώτος εναρμονίζεται με την επικρατούσα άποψη της Εκκλησίας, ενώ ο δεύτερος προβάλλει μία διαφορετική άποψη, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί απορριπτέα.
via
Share To:

Post A Comment: