Ακούμε πραγματικά; - Point of view

Εν τάχει

Ακούμε πραγματικά;



«Είστε καλά ή να βάλω τις φωνές;» 
Ο Γιαννάκης άκουγε αυτά τα λόγια μικρός στο χωριό και ήξερε ότι η μητέρα του ετοιμαζόταν να φωνάξει γιατρό ή βοήθεια αν τα παιδιά δεν ήταν καλά. Η Ελενίτσα άκουγε αυτά τα λόγια όταν γυρνούσε ο πατέρας στο σπίτι και ήξερε ότι μια αρνητική απάντηση θα προκαλούσε το θυμό του. Ο Γιώργος σήμερα, πατέρας δύο αγοριών, «προειδοποιεί» ότι ετοιμάζεται να ξεσηκώσει το σπίτι με τραγούδι, χορό, παιχνίδι για να ανεβάσει τη διάθεση των παιδιών του. Ξεκινά μια τρελή, διασκεδαστική πορεία η οποία παρασύρει τα πάντα και τους πάντες στο σπίτι, σε αυτήν. Έχουν μάθει πλέον τα παιδιά να εκμεταλλεύονται αυτή την «απειλή» για να μοιράζονται με τον πατέρα τους ξέγνοιαστες, απολαυστικές στιγμές χαράς και ευτυχίας. 
Και όμως, όλα τα παιδιά άκουγαν τις ίδιες λέξεις, στην ίδια γλώσσα. Η ακοή (hearing) αν δεν υπάρχει κάποιο οργανικό πρόβλημα, απλά συμβαίνει. Το πώς ακούμε όμως, τι ακούμε και τι κατανοούμε εξαρτάται από άλλες διαδικασίες που σπάνια αντιλαμβανόμαστε ή ασχολούμαστε με αυτές. Η ακοή με προσοχή (listening) έχει να κάνει με την συνειδητή εστίαση της προσοχής με διαφορετικό τρόπο και την παρατήρηση. Παρατηρείς όταν τολμάς να βγαίνεις έξω από την ασφάλεια των κεκτημένων σου. Ας το εξετάσουμε όμως βιωματικά. Η δημιουργική σκέψη είναι βιωματική γιατί η ζωή μας είναι μόνο γεγονότα. 


Πόσο εύκολο είναι να σου λέει κάποιος τον πόνο ή τα προβλήματα του και εσύ «απλά» να ακούς χωρίς να έχεις την ανάγκη να συμβουλέψεις, να πεις την άποψη σου, να κατευθύνεις το συναίσθημα του, να τον βγάλεις από τη θέση που βρίσκεται; Πόσο εφικτό είναι να μην συνεισφέρεις την άποψη σου αν δεν τη ζητήσει ο άλλος με λόγια, «εσύ τι νομίζεις;» 
Η αλήθεια είναι ότι σχεδόν ποτέ δεν ακούμε αντικειμενικά και με πλήρη προσοχή. Ακούμε αυτά που θέλουμε και κατανοούμε αυτά που πιστεύουμε ήδη. Αυτό συμβαίνει γιατί ακούμε με το νου αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε. Ο νους (το Εγώ, το αριστερό ημισφαίριο για όσους παρακολουθούν τα άρθρα της στήλης) φιλτράρει τις πληροφορίες μέσα από τις ανάγκες, τις απόψεις, τις πεποιθήσεις, τις επιθυμίες, τους φόβους του. 
Έτσι, όταν ο άλλος μιλάει, εσύ σκέφτεσαι πώς αυτό που λέει ταιριάζει με όσα ήδη ξέρεις, πώς σε επηρεάζει ή άποψη του, το καθαριστήριο που πρέπει να πας το απόγευμα, ένα σημαντικό τηλεφώνημα που ξέχασες να πάρεις το πρωί, πώς είναι έτσι τα μαλλιά του, τα ρούχα του, ότι βαριέσαι και θέλεις να φύγεις, έχεις και ένα σημαντικό ραντεβού να προλάβεις, διερωτάσαι γιατί τα λέει όλα αυτά και τι να θέλει από σένα κ.λ.π. 
Είμαστε τόσο απασχολημένοι με αυτόν τον εσωτερικό διάλογο, που τις περισσότερες φορές δεν αντιλαμβανόμαστε καν, ώστε είναι αδύνατον να εστιάσουμε απόλυτα την προσοχή μας στον άλλον και να ακούσουμε πραγματικά. Καμιά προσπάθεια και καμιά επιβολή δεν πρόκειται να σταματήσει τον εσωτερικό θόρυβο και να μας επιτρέψει να αφιερώσουμε πλήρως την προσοχή μας στον άλλον. Ο εαυτός μας θέλει να ελέγχει, να προλαβαίνει, να αμυνθεί, να βρίσκεται σε ετοιμότητα για τυχόν επίθεση. Είτε αντιλαμβανόμαστε είτε όχι τον εσωτερικό διάλογο, συμβαίνει διαρκώς και βρίσκεται έξω από τον έλεγχο μας μέχρι να αποφασίσουμε συνειδητά να του δώσουμε την προσοχή μας. Ακριβώς ότι θέλουν και οι άλλοι από μας αλλά αδυνατούμε να το πετύχουμε εξωτερικά αν δεν το κάνουμε πρώτα εσωτερικά. 
Σίγουρα δεν είναι κάτι που έχουμε καλλιεργήσει ούτε έχουμε εκπαιδευτεί να κάνουμε. Είναι μια διαδικασία που μας βγάζει από τη ζώνη άνεσης και απειλεί συθέμελα τα κεκτημένα του Εγώ. Μάλιστα έχουμε πλέον διάφορους τρόπους να αποφεύγουμε να ακούμε με προσοχή τον εαυτό μας, αφού μας τρομάζει τι μπορεί να ανακαλύψουμε: 
• Έχουμε μόνιμα αναμμένη την τηλεόραση ως «χαλί» στη γυμνή ζωή μας και ως παρέα στην εσωτερική μας μοναξιά. 
• Διασκεδάζουμε, περπατάμε, τρέχουμε, ταξιδεύουμε με δυνατή μουσική στ’ αυτιά μας - κάτι που ενθαρρύνει και βοηθάει η τεχνολογία και τα σύγχρονα gadget. 
• Ζούμε μόνιμα στο παρελθόν και στο μέλλον αναπαράγοντας στη φαντασία μας παλιά γεγονότα φτιάχνοντας σενάρια βάση αυτών (των παρελθοντικών γεγονότων) για το μέλλον. Έτσι πιστεύουμε ότι οχυρωνόμαστε στο αναπάντεχο που δεν έχουμε μάθει να δεχόμαστε και δεν εμπιστευόμαστε. 
• Μιλάμε ακατάπαυστα στο τηλέφωνο, σε παρέες, γραπτώς με μηνύματα, διαδικτυακά πιστεύοντας ότι έτσι επιτυγχάνουμε την επικοινωνία και την επαφή που έχουμε ανάγκη, ουσιαστικά αποφεύγοντας να μείνουμε μόνοι με τον εαυτό μας. 
• Ερμηνεύουμε τη μοναχικότητα ως μοναξιά και θεωρούμε βαρετή και αρνητική την παρέα του εαυτού μας. Δημιουργούμε σχέσεις περιστασιακές, επιφανειακές, ευκαιριακές για να καλύπτουμε το εσωτερικό κενό για να μη μένουμε μόνοι. 
Πάντα η κατανόηση αφορά προσωπική, αντικειμενική παρατήρηση της ίδιας της ζωής μας: 
• Ο Γιαννάκης ρωτάει τη δασκάλα να του εξηγήσει, γιατί δεν κατάλαβε αυτό που μόλις είπε. Η δασκάλα επαναλαμβάνει τα ίδια ακριβώς λόγια λίγο πιο αργά ή λίγο πιο δυνατά, λες και ο Γιαννάκης είναι κουφός. 
• Ο γονιός υποθέτει και συμπεραίνει για το παιδί του χωρίς να ρωτήσει (με την πρόθεση να παραμείνει ανοιχτός χωρίς απόψεις, χωρίς να προαποφασίζει) γιατί πιστεύει ότι γνωρίζει το «δικό του» παιδί… το ίδιο συμβαίνει συχνά και ανάμεσα στους συντρόφους που θεωρούν ο ένας τον άλλον δεδομένο. 
• Στο φούρνο η υπάλληλος είναι χαμένη στις σκέψεις της και δεν σε κοιτάει στα μάτια ούτε ασχολείται πραγματικά μαζί σου, παρά εκτελεί μηχανικά τις πράξεις στην ταμειακή. Αλλά ούτε και εσύ της δίνεις περισσότερη σημασία αφού θεωρείς έλλειψη σεβασμού εκ μέρους της την «αδιαφορία» της στο πρόσωπο σου. 
Μιλάμε αλλά δεν ακούμε. Ακούμε αλλά όχι με προσοχή – όχι με εστιασμένη την προσοχή μας. Η ακοή με προσοχή αφορά πάντα το παρόν. Είναι η αντικειμενική παρατήρηση που γίνεται με όλες τις αισθήσεις, με όλη την ενέργεια σου, με τη συνειδητή και εστιασμένη θέληση σου. Αφορά να βρίσκεσαι εδώ, τώρα. Δεν μπορείς να βρίσκεσαι ταυτόχρονα στο παρελθόν ή στο μέλλον και την ίδια στιγμή να βρίσκεσαι στο παρόν. Ο τεμαχισμός του χρόνου σε γραμμική πραγματικότητα είναι ιδιότητα του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Η ακοή με προσοχή στο παρόν είναι λειτουργία του δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου. 
Τότε ακούμε πολύ περισσότερα από τις λέξεις που προφέρονται: κοιτάμε τον άλλον στα μάτια, παρατηρούμε τη γλώσσα του σώματος του, την έκφραση του προσώπου του. Ακούμε τον τόνο της φωνής, το ύφος της έκφρασης, παρατηρούμε την επιλογή των λέξεων, τη διαδικασία της σκέψης του μέσα από τις εικόνες που μας δίνει. Ακούμε τις παύσεις χωρίς να νοιώθουμε την ανάγκη να τις γεμίζουμε με δικές μας λέξεις, δικές μας απόψεις. Είναι σημαντικές οι παύσεις, όσο σημαντικές είναι στη μουσική, για να είναι μελωδία και όχι θόρυβος. 
Τότε συμμετέχουμε ενεργητικά σε αυτά που ακούμε. Τότε σεβόμαστε αυτόν που μιλά (και τον εαυτό μας γιατί νοιώθουμε ασφάλεια) και είμαστε πρόθυμοι να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε τη δική του πραγματικότητα. Ακούμε βιωματικά. Διακόπτουμε μόνο με ερωτήσεις που μας δίνουν τις απαραίτητες διευκρινήσεις που χρειαζόμαστε για να συμπληρώσουμε την εικόνα που ο άλλος μας δίνει και όχι αυτήν που θέλουμε να δημιουργούμε μόνοι μας υποθέτοντας, κρίνοντας και συμπεραίνοντας. 
Γιατί ο καθένας έχει μια εντελώς υποκειμενική, προσωπική πραγματικότητα. Ακούω ουσιαστικά σημαίνει ότι είμαι πρόθυμος να «μπω» στη δική του πραγματικότητα, χωρίς να φοβάμαι να «εγκαταλείπω» τη δική μου. (Δεν εγκαταλείπουμε τίποτα στην πραγματικότητα). Δεν είναι «σωστή» ή «λάθος» οποιαδήποτε πραγματικότητα. Είναι απλά αυτό που είναι. 
«Αν θέλεις να κατακτήσεις την ευτυχία, πρέπει να προχωρήσεις πέρα από το Εγώ σου και τον εσωτερικό διάλογο. Πρέπει να πάρεις την απόφαση να παραιτηθείς από την ανάγκη ελέγχου, την ανάγκη να σε αποδέχονται και την ανάγκη της κριτικής. Αυτά είναι τα τρία πράγματα που το Εγώ κάνει όλη την ώρα. Είναι σημαντικό να τα εντοπίζεις, κάθε φορά που εμφανίζονται» (Deepak Chopra). Όταν ακούς με αυτόν τον τρόπο, τότε μπορείς να αντικρίζεις με εμπιστοσύνη τη ζωή, να είσαι αυθεντικός, να βασίζεσαι στη διαίσθηση σου (όχι το ένστικτο), να είσαι αυθόρμητος (όχι παρορμητικός). Η ακοή με προσοχή είναι η πρώτη πράξη αγάπης, συμπόνιας, κατανόησης.
via

Pages