Ὁ ἕτερος βίος – Τό πρόβλημα τοῦ « Ἑλληνοχριστιανισμοῦ » - Point of view

Εν τάχει

Ὁ ἕτερος βίος – Τό πρόβλημα τοῦ « Ἑλληνοχριστιανισμοῦ »





Π. Β. Πάσχου
Ἀγωνία καί κατάνυξη,
Γ΄ εκδ. Ἀποστολική Διακονία, Αθήνα 2008, σελ. 120-132

Θαρρώ, πως δεν είναι υποχρεωμένος κανείς, προκειμένου να πει την γνώμη του για τον « Ελληνοχριστιανισμό», να δεθεί πίσω απ’ το άρμα των οποιωνδήποτε φανατικών. Ούτε εκείνων που δεν δέχονται, ούτε εκείνων που δέχονται τη σύζευξη αυτή ως δυνατή και ωφέλιμη, όπως αφήνει να φανεί και το επίσημο άρθρο του Συντάγματος, με τα «Ελληνοχριστιανικά ιδεώδη» κ.λπ. Πολλοί Νεοέλληνες έχουν βαδίσει μια οδό φανατισμού πάνω στο θέμα, και δεν μπόρεσαν, παρά μονόπλευρα μονάχα να ιδούν το πρόβλημα των ελληνοχριστιανικών συνθέσεων. Η χρήση του όρου «πρόβλημα» δεν είναι τυχαία. Ο ελληνοχριστιανισμός (ή ελληνοχριστιανικός πολιτισμός ή Ελληνοχριστιανικά ιδεώδη κ. λπ.) είναι σήμερα ένα πρόβλημα. Αν θελήσει κανένας ν’ αρκεσθεί σε εύκολες καραμέλες, μπορεί να λέγει μεγάλα λόγια, παίρνοντας ως δεδομένη τη σύζευξη και ως εμπράγματη τη σύνθεση στο πρόσωπο και το έργο μεγάλων Πατέρων- ιδιαίτερα του λεγόμενου χρυσού αιώνος. Υπάρχουν, μάλιστα, και μερικά πατερικά αποσπάσματα, που όταν ξεμοναχιαστούν με τέχνη, θαρρεί κανείς πως δεν υπάρχει ιδανικώτερος υμέναιος απ’ αυτόν: του Ελληνισμού και της φιλοσοφίας του, με τον Χριστιανισμό και την κοσμοθεωρία του. Η εντιμότητα επιβάλλει μελέτη πολλή, πριν αποφασίσει κανείς, ανεύθυνα, να … κόβει κεφάλια των όσων φρονούν αντίθετα μ’ αυτόν. Και στο θέμα τούτο, ειδικά, θα χρειαστούν πολλές μελέτες ειδικών επιστημόνων, για να το φωτίσουν, όπως και όσο πρέπει, και για να το ιδούμε χωρίς παρεξηγήσεις και φανατισμούς. Ωστόσο, κάθε προσπάθεια και μελέτη γύρω από το ζωτικώτατο πρόβλημα του ελληνοχριστιανισμού δεν είναι ούτε άσκοπη ούτε ανώφελη, όταν γίνεται με καλοπροαίρετη διάθεση και αγνή πρόθεση.


Οι σκέψεις που ακολουθούν είναι μια μικρή σπουδή πάνω στη σύζευξη του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού, όπως παρουσιάζεται σε μερικούς απ’ τους Πατέρες της Εκκλησίας, με γενικές παρατηρήσεις- χωρίς συμπεράσματα. Το « ὅπερ ἔδει δεῖξαι» είναι πολύ μακριά- για το θέμα και για την ώρα. Δεν μπορεί να δείχνει ωριμότητα, αντικειμενικότητα.

Μια γενική προεισαγωγική παρατήρηση. Η φιλότιμη προσπάθεια, που από πολλούς καταβάλλεται σήμερα, για να γεφυρωθεί το χάσμα, που χαίνει αβυσσαλέο μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού, τις περισσότερες φορές παρασέρνεται από συναισθηματισμούς πατριωτικούς ή από παρεξηγημένες «υποχρεώσεις» της Εκκλησίας του Χριστού προς την Ελληνική φιλοσοφία και γλώσσα, που έδωκε φτερά στον χριστιανισμό, για να πετάξει και να διαδοθεί σ’ ολάκερο τον κόσμο. Πολύ φοβούμαι, πως όσοι υπερτονίζουν τις δυνατότητες συνθέσεως, προσφέρουν μια κακή υπηρεσία και καταστρέφουν τον ρόλο των επί μέρους, ή σκοτίζουν πιο πολύ το πρόβλημα. Ενώ, όσοι, δίπλα στις σχέσεις ή δυνατότητες συνθέσεως του ελληνικού και του χριστιανικού στοιχείου, βλέπουν και τονίζουν και τις ριζικές ανάγκες που υπάρχουν ανάμεσά τους, φωτίζουν με τον τρόπο αυτόν την αδυναμία, την ασθένεια προς σύνθεση, και μας δίνουν το πρόβλημα φωτισμένο απ’ όλες τις πλευρές και τις πτυχές του∙ χωρίς την άλογη άρνηση και χωρίς την υπέρμετρη χρήση εγκωμίων, που κρύβει τις αδυναμίες, κ’ επομένως και τις δυνατότητες για τη λύση του προβλήματος. Απαραίτητη η ειλικρίνεια.


Η συνοικείωση στοιχείων της ελληνικής παιδείας και στοιχείων του Χριστιανισμού, δίνει πολλά δικαιώματα στη χρήση του πολυσυζητημένου όρου. Η συχνή αναδρομή των Πατέρων της Εκκλησίας στα κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, έδωκε δικαίωμα στους πρώτους διδάξαντας να κυκλοφορήσουν το νέο νόμισμα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού ή ανθρωπισμού. Ειδικά στους Απολογητάς που ήταν πριν γίνουν χριστιανοί «εθνικοί» φιλόσοφοι, βρίσκουν την πλήρη συμφιλίωση της ελληνικής φιλοσοφίας με τον Χριστιανισμό. Έτσι, γι αυτούς, αν σήμερα υπάρχει κάποιος πολιτισμός (στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο όλο) αυτό συμβαίνει γιατί ο βίος μας αρδεύεται από τα ανόμοια ύδατα του ποταμού, που λέγεται ελληνοχριστιανικός πολιτισμός- όση ασάφεια κι αν επικρατεί στο περιεχόμενο του όρου. Ύστερα, στον δ΄ αιώνα, τον « χρυσούν» αιώνα της Πατερικής γραμματολογίας, οι πιο πολλοί είδαν ν’ ανασταίνεται στα πρόσωπα των Πατέρων η δόξα των ελληνικών γραμμάτων στους αρχαίους χρόνους, της μεγάλης ακμής τους, ή, τουλάχιστον, η επίδραση των θύραθεν πάνω στους χριστιανούς Συγγραφείς-Πατέρας της Εκκλησίας του Χριστού. Ενώ, το αντίθετο ακριβώς, ο δ΄ αιώνας αντέταξε μ’ όση δύναμη μπορούσε το μεγαλείο των χριστιανικών γραμμάτων, απέναντι στην ειδωλολατρική φιλοσοφία των εθνικών, με σύνεση και διάκριση. Κι αυτό είναι που έχει σημασία: η διάκριση των Πατέρων, μπρος στα έργα των θύραθεν συγγραφέων. Η έλλειψη αυτής τη διακρίσεως κάνει πολλούς, και σήμερα ακόμη, να βλέπουν φιλοσοφία και λογοτεχνία στο Ευαγγέλιο- από επίδραση ελληνική (ιδίως στο «πνευματικό» Ευαγγέλιο και στη διδασκαλία του Λόγου ειδικώτερα ) – κι όχι την σώζουσα αγγελία του Εσταυρωμένου, από αγάπη προς το ξεστρατισμένο πονεμένο πλάσμα του Θεού.

Υπάρχουν, βέβαια, κι οι άλλοι. Ο Κλήμης δεν δυσκολεύεται να πει στους « Στρωματείς» του, πως οι αρχαίοι Έλληνες ό,τι ωραίο είπαν ή έγραψαν, απ’ την Αγία Γραφή το πήραν: « Ἕλληνες κλέπται πάσης Γραφῆς». Ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, που κι όταν ακόμη έγινε χριστιανός διατήρησε τον τρίβωνα του φιλοσόφου, δεν περιόριζε την κλοπή στους «Έλληνας» μονάχα: « Ὅσα …παρά πᾶσι καλῶς εἴρηται ἡμῶν τῶν χριστιανῶν ἐστι». Κ’ η αγάπη του προς τον Πλάτωνα ήταν τόση, που τον εμπόδιζε να ιδεί τις διαφορές μεταξύ Χριστού και Πλάτωνος: « οὐκ ἀλλότρια τά Πλάτωνος διδάγματα τοῦ Χριστοῦ». Αυτό, βέβαια, είναι μια προχωρημένη θέση, απ’ την γνωστή διδασκαλία για τον σπερματικό λόγο του Αγ. Ιουστίνου. Ωστόσο, ένας αντικειμενικός μελετητής, και σ’ αυτήν ακόμη την θέση του Ιουστίνου, θα ιδεί την αδυναμία του φιλοσόφου απέναντι και στον πιο μικρό και άσημο χριστιανό. Γιατί, ενώ ο φιλόσοφος πορεύεται « ἀπό μέρους τοῦ σπερματικοῦ θείου Λόγου τό συγγενές ὁρῶν», ο πιστός χριστιανός πορεύεται και διαπερνά την ομίχλη των πραγμάτων του κόσμου και, με την καθαρή ματιά της πίστεως, βλέπει σύνολη την αλήθεια. Το «κατά δύναμιν», βέβαια, για να μη λησμονούμε, στην έπαρσή μας, και τον φοβερό εκείνο λόγο του Αποστόλου Παύλου: «δι’ ἐσόπτρου καί ἐν αἰνίγματι» βλέπουμε μόνο σήμερα.

Για να δεχτούμε πως δεν υπάρχει καμμία σχέση ανάμεσα στο ελληνικό και στο χριστιανικό πνεύμα, χρειάζεται μεγάλη δόση αμάθειας ή εμπάθειας, που είναι σχεδόν το ίδιο αν όχι και χειρότερο. Αλλ’ απ’ αυτό το σημείο, ως το σημείο να παραδεχτεί κανείς, πως είναι δυνατή η σύζευξη, και μάλιστα κατά ιδανικόν τρόπο, υπάρχει αρκετός χώρος για ν’ αποθέσουμε τις αντιρρήσεις, ή τουλάχιστον τις επιφυλάξεις μας. Κι αυτό κάνουμε στις γραμμές που ακολουθούνε.

Και πρώτα-πρώτα, η σύζευξη ή η σύνθεση προϋποθέτει κάποιαν ομοιότητα, που πρέπει να μην έχει κανείς καθόλου μάτια για να μπορέσει να μην ιδεί πως εδώ δεν υπάρχει. Είναι γνωστές οι αιρέσεις, που φύτρωσαν στους κόλπους του Χριστιανισμού από εγωϊστικά φιλοσοφικά πνεύματα, ερωτοτροπούντα με την ελληνική φιλοσοφία. Αυτό, όμως, δείχνει στιγμές αδυναμίας θεολογικής, κι όχι ακμής φιλοσοφικο -θεολογικής, όπως διατείνονται μερικοί. Μπορεί κανείς να καταλάβει την αδυναμία αυτή, όταν σκεφθεί τον σεβασμό που τρέφουν οι άνθρωποι προς την μάταιη γνώση, την οποία τους προσπορίζει με τα λιγοστά στοιχεία της η φιλοσοφία. Ακόμη, αν θέλει κανείς να ιδεί τους αδελφούς αυτούς μ’ αγάπη και επιείκεια, μπορεί να δικαιολογήσει τοις φιλοσοφικές-θεολογικές ενασχολήσεις τους-όταν γίνονται με πνευματική προσοχή- βλέποντας πως αυτοί βρίσκονται πιο κοντά μας μερικές φορές, παρά οι μεγάλοι θεολόγοι συγγραφείς. Θέλω να πω μ’ αυτό, πως την ολιγοπιστία ή την απιστία μας ή τον ορθολογισμό μας είναι πιο εύκολο να τα κινήσει και να τα ξυπνήσει κανείς με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, που βρίσκονται πνευματικά πιο κοντά μας, δηλ. πιο χαμηλά, παρά με τον Απ. Παύλο και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Όσο κι αν φαίνεται παρακινδυνευμένη αυτή η σκέψη, αληθεύει πολύ συχνά, ώσπου ο πνευματικός άνθρωπος να φτάσει στα μεθόρια του λόγου και να γνωρίσει την γλύκα της πίστεως. Ύστερα, σαν ιδεί τον ήλιο μπροστά του, θα καταλάβει με τι πυγολαμπίδες έπαιζε νωρίτερα και τις έπαιρνε για φώτα εκθαμβωτικά, καμαρώνοντας κιόλας για υψηλή εύνοια!

Η επιφανειακή, ωστόσο, γνώση του Χριστιανισμού αφήνει πολλούς με την εντύπωση μιας φιλοσοφικής θρησκείας, με πολλές ομοιότητες προ την ελληνική φιλοσοφία. Ήδη ο Κέλσος στον « Ἀληθῆ λόγο» του- που αποσπασματικά μας διέσωσε στην απάντησή του ο χαλκέντερος Ωριγένης-κατηγορεί τον Χριστιανισμό, πως πήρε τα πάντα απ’ την ελληνική φιλοσοφία και πως το μόνο νέο στοιχείο του είναι οι δεισιδαιμονίες του. Και τα ονόματα του Μάρκου Αυρήλιου και του Πλωτίνου επιβαρύνουν την κατηγορία πιο πολύ.

Εκείνο, που πρέπει να λεχθεί κατηγορηματικά είναι, πως η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο ελληνικό και χριστιανικό στοιχείο, είναι ίδια μ’ εκείνη που υπάρχει ανάμεσα στο ένδυμα και στο σώμα του ανθρώπου. Όσο μπορεί να αφομοιωθεί το σώμα με το ένδυμα κατά «ιδανικό» τρόπο, άλλο τόσο κι ο Χριστιανισμός με τον Ελληνισμό. Εκείνο, που άνετα μπορεί να δεχτεί ο πνευματικός άνθρωπος, είναι η εξωτερική, η προσφορά του ενδύματος της ελληνικής φιλοσοφίας και παιδείας στον Χριστιανισμό. Κι αυτό, για όποιον παραδέχεται το θαύμα, δεν ήταν απαραίτητο καθόλου, για να διαδοθεί η θρησκεία του Ναζωραίου στα πέρατα του κόσμου. Αλλά, αφού έτσι «οικονόμησε» ο Θεός τα πράγματα, ο καθένας μας τα ερμηνεύουμε με τον δικό μας τρόπο, ελεύθερα.


Κανείς δεν απορρίπτει την προσφορά την «ελληνική» των θύραθεν προς τον Χριστιανισμό, όσον αφορά στα μορφικά στοιχεία, τα εξωτερικά ( διαλεκτική, ρητορική κ. λπ.), ή και σ’ ένα «σύστημα» ακόμη. Τα βαρβαρίζοντα ιουδαϊκά στοιχεία « νοῦν μέν ἀληθῆ λέξιν δε ἀμαθῆ ἔχοντα», έπρεπε να ενδυθούν το ωραίον ένδυμα της « ἑλληνίδος φωνῆς». Η αλήθεια, όμως, στο βάθος δεν ενώνεται με κάτι άλλο, για να πάθει την παραμικρή έστω αλλοίωση. «Καρπός ἡ Ἀλήθεια», λέγει ο Μέγας Βασίλειος « οὐκ ἄχαρί γε μήν οὐδέ τήν θύραθεν σοφίαν περιβεβλῆσθαι». Η ελληνική φιλοσοφία και η επιστήμη μπορούν, κατά τον Ωριγένη, και πρέπει να διακονήσουν την Αποκάλυψη, με τον παραπάνω τρόπο. Εσωτερική, οντολογική σχέση, ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους, δεν μπορεί να ιδεί κανείς, που να επιτρέπει τη σύνθεση σ’ ένα ελληνο -χριστιανικό σύνολο. Η ελληνική φιλοσοφία μπορεί να καυχηθεί για το πάθος προς την ομορφιά και την αλήθεια. Όμως, και την ομορφιά και την αλήθεια και την όλη αρετή και τελειότητα του ανθρώπου, την μετρούμε με ανθρώπινα μέτρα. Ο Χριστιανισμός, πέρα απ’ την αγάπη, που άλλαξε την μορφή του ανθρώπου και του κόσμου, με την καλή αλλοίωση και την μέθεξη του Θεού, τη θέωση μας κάνει « κοινωνούς θείας φύσεως», μας κάνει, όταν θέλουμε χάριτι θεούς.

Οι φιλοσοφίες των θύραθεν αναλίσκονται στην προσπάθειά τους την αγωνιώδη, να συλλάβουν και να ερμηνεύσουν το νόημα της ζωής. Ο Χριστιανισμός μας δείχνει την « Ὁδό τήν Ἀλήθεια καί τή Ζωή» και μας δίνει την δυνατότητα της ενώσεως της μυστικής, εν τη Εκκλησία και δια των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Οι φιλόσοφοι των «Ελλήνων» γεράζουν – αυτοί κ’ οι μαθητές τους- ζητώντας ψηλαφητά την Αλήθεια. « Ἕτερον ὅμως στοχασμός ἀληθείας καί ἕτερον ἀλήθεια». Οι φιλόσοφοι είναι οι «κατά σάρκα σοφοί». Και, για να χρησιμοποιήσουμε τη γνωστή φράση του ιερού Χρυσοστόμου, « ὁ κατά σάρκα σοφός πολλῆς γέμει τῆς ἀνοίας». Η φιλοσοφία, όμως, που αναγνωρίζει την αδυναμία της μπροστά στην Καινή Διαθήκη, δείχνει τον Χριστιανισμό και λέει με ταπείνωση: « Αὐτό δεῖ αὐξάνειν ἐμέ δε ἐλαττοῦσθαι». Γιατί, « ὅπου σοφία Θεοῦ οὐκέτι χρεία ἀνθρωπίνη». Κι αυτό είναι που δίνει ζηλευτή αυτάρκεια στον Χριστιανισμό, ώστε να μην χρειάζεται ουσιαστική βοήθεια από πουθενά- ούτε από τον ελληνομαθημένο φιλόσοφο. Ας θυμηθούμε την επιγραμματικήν έκφραση του Τερτυλλιανού: τίποτε το κοινό δεν υπάρχει ανάμεσα στον φιλόσοφο και τον χριστιανό, τον μαθητή της Ελλάδος και του Ουρανού, της Αρχαίας Ακαδημίας και της χριστιανικής Εκκλησίας!

Επειδή, όμως, οι Πατέρες της Εκκλησίας «χαρίζονται καί ἐπιεικῶς φέρονται πρός τινά τῆς θύραθεν σοφίας», πολλοί σύγχρονοι ξεσπάθωσαν υπέρ των ελληνοχριστιανικών συνθέσεων, που τόσον έμπρακτα, όπως λέγουν, ασπάζονται και οι Πατέρες. Δεν είναι δυνατόν εδώ να αναφέρει κανείς όλες τις σχετικές γνώμες των Πατέρων, για να φανεί του λόγου το αληθές. Μονάχα μερικές, από εκείνους, κυρίως, που θέλουν για στηρίγματά τους οι υποστηρικταί των συνθέσεων, θα ιδούμε.

Παρουσιάζουν συχνά τις σπουδές του Χρυσοστόμου, του Μεγ. Βασιλείου και του Γρηγορίου του Θεολόγου, για να δείξουν τον θαυμασμό τους ύστερα προς το ελληνικό πνεύμα και την ελληνική φιλοσοφία. Ιδού μερικά παραδείγματα, που δείχνουν την πραγματική σχέση των Πατέρων με την ελληνική παιδεία και την φιλοσοφία της.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, συγκρίνοντας τους χριστιανούς με τους φιλοσόφους των Ελλήνων, λέγει: « Τοσοῦτον γάρ ἡμεῖς ἐκείνων σοφώτεροι ὅσον τό μέσον Πλάτωνος τε καί Πνεύματος Ἁγίου. Οἱ μέν γάρ τούς ἔξωθεν ρήτορας ἔχουσι διδασκάλους, « Ἡμεῖς δε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον … Οὕτως πνευματικός πνευματικά συγκρίνω καί οὐδαμοῦ χρείαν ἔχω τῆς ἔξωθεν σοφίας, οὐδέ λογισμῶν οὐδέ παρασκευῶν». Σε άλλη ευκαιρία, ο ίδιος Πατήρ, κρίνοντας τις επιδράσεις που δέχονταν οι χριστιανοί απ’ τους εθνικούς, θα σημειώσει: « Τά ἀπό τοῦ στόματος τῶν Ἑλλήνων ἀπορρέοντα ρήματα, μάταια καί ἀκάθαρτα». Φυσικά όσον αφορά την ουσία τους.

Ο ’γιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει, πως απ’ την εθνική παιδεία, εμείς οι χριστιανοί, «κρατήσαμε ό,τι είναι έρευνα και θεωρία του αληθούς. Ό,τι όμως οδηγεί στους δαίμονες, στην πλάνη και στην άβυσσο της καταστροφής το απομακρύναμε». Απορρίπτει φυσικά τις θρησκευτικές τελετές και τα μυστήρια των «Ελλήνων», που τα θεωρεί «δαιμόνων εὕρημα σκοτεινόν καί διανοίας ἀνάπλασμα κακοδαίμονος». Περιαδράχνει δε και ξετινάζει με τρόπο εξαίρετο τους χριστιανούς κείνους, που στέκουν με θαυμασμό μπροστά στον Πλάτων και τον Αριστοτέλη, « οἱ κακῶς εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἡμῶν εἰσέφρησαν ὥσπερ αἰγυπτιακαί τινες μάστιγες»!

Βέβαια, για τους υποστηρικτάς της συνθέσεως, το μεγάλο οπλοστάσιο των επιχειρημάτων τους είναι ο « Ἐπιτάφιος εἰς Μέγαν Βασίλειον» του Αγίου Γρηγορίου και η επιστολομιαία πραγματεία του Μεγάλου Βασιλείου « Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφέλοιντο λόγων». Στον « Ἐπιτάφιο» τονίζουν πιο πολύ δύο σημεία: α) την « ἔξωθεν παιδεία» και β) « τάς χρυσᾶς Ἀθήνας», για τα οποία ομιλεί θερμά ο ’γιος Γρηγόριος. Λίγη προσοχή, όμως, στη συνέχεια του κειμένου, δείχνει το νόημα του συγγραφέα, που εκβιάζεται από κάθε καλοθελητή. Γιατί, όταν δέχεται δίπλα στην « ἡμετέραν παίδευσιν» και την « ἔξωθεν», αμέσως μετά σημειώνει: « ἀλλ ‘ ὅσον χρήσιμον αὐτῶν καρπουμένοι πρός τε ζωήν καί ἀπόλαυσιν ὅσον ἐπικίνδυνον διαφεύγομεν». Ας το θυμόμαστε.

Το δεύτερο σημείο είναι «πονηρότερο». Οι πιο πολλοί σταματούν εκεί που εκθειάζει τας « χρυσᾶς Ἀθήνας», και βγάζουν αυθαίρετα συμπεράσματα. Ιδού το αποτέλεσμα: « Ἀθήνας τάς χρυσᾶς ὄντως ἐμοί καί τῶν καλῶν προξένους, εἴπερ τινί. Ἐκεῖναι γάρ μοι τον ἄνδραν τοῦτον (τον Μ. Βασίλειο, δηλ.) ἐγνώρισαν τελεώτερον … καί λόγους ἐπιζητῶν εὐδαιμονίαν ἐκομισάμην. Καί τρόπον ἕτερον ταὐτό πέπονθα τῷ Σαούλ, ὅς τάς ὄνους τοῦ Πατρός ἐπιζητῶν βασιλείαν εὕρατο μεῖζον τοῦ ἔργου τό πάρεργον ἐμπορευσάμενος». Είναι φανερός ο λόγος για τον οποίο ευγνωμονεί την Αθήνα ο άγιος Γρηγόριος. Και περιττεύει, θαρρώ, ιδιαίτερη ερμηνεία του τόσο ταλαιπωρημένου και παρεξηγημένου χωρίου.

Τελευταία, αξίζει να διαβάσει κανείς ολόκληρη την πραγματεία του Μεγ. Βασιλείου « πρός τούς νέους κ. λπ.», για να ιδεί πόση προσοχή τους συνιστά, όταν διαβάζουν τους θύραθεν συγγραφείς των « ἑλληνικῶν λόγων». ’λλωστε κι ο τίτλο της πραγματείας, θυμίζει τις οδηγίες προς τους γιατρούς, που γράφουν πάνω στα μπουκαλάκι με δηλητήριο οι φαρμακοποιοί: «Προσοχή! Δηλητήριο τάδε…»! Δεν τους αποκλείει βέβαια, για πολλούς ειδικούς λόγους, που δεν είναι της ώρας, να μελετήσουν τους Έλληνας συγγραφείς, αλλά να προσέχουν πολύ και να μιμούνται τις μέλισσες: « Καθάπερ τῆς ροδωνιᾶς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι τάς ἀκάνθας ἐκκλίνομεν οὕτω καί ἐπί τῶν τοιούτων, ὅσον χρήσιμον καρπωσάμενοι τό βλαβερόν φυλαξώμεθα». Ούτ’ εδώ, λοιπόν, ο ανεπιφύλακτος θαυμασμός, που θ’ άφηνε περιθώρια για συζήτηση των πολυθρύλητων συνθέσεων, για τις οποίες γίνεται λόγος.

Και, για να κλείσουμε, ας πούμε με δυο λόγια την δική μας άποψη: δίχως να ελαττώνεται ο σεβασμός μας προς την κληρονομιά των αρχαίων προγόνων μας, δεν βρίσκουμε ότι υπάρχει πλούσιο έδαφος για ουσιαστικές ενώσεις, συνθέσεις και συζεύξεις, για κοινή προσφορά και συνδημιουργία πολιτισμών. Η δημιουργία είναι του Χριστιανισμού, με εξωτερικά ίσως δάνεια-μορφικά και ενδυματολογικά μονάχα- απ’ τον Ελληνισμό. Αν πρέπει να νοήσουμε οπωσδήποτε σύνθεση των δύο μερών, αυτή θα’ ρθει μόνο από την αποσύνθεση τους ενός εκ των δύο, οπότε θα’ ναι άκαρπη και πέρα για πέρα άχρηστη.

Η φιλοδοξία της ελληνικής φιλοσοφίας και παιδείας δεν ξεπερνάει την γη ετούτη και την πόλη μας. Ο Χριστιανισμός, όμως, μας ωθεί και μας ετοιμάζει για την Νέα Πόλη-« καινήν γῆν καί καινούς οὐρανούς προσδοκῶμεν». Συνέπεια πνευματική, προς την μεταφυσική πίστη, επιβάλλει να ιδούμε καθαρά, πως σήμερα, πουθενά δεν βιούται ούτε υπάρχει, ούτε διδάσκεται καθαρά και δικαιολογημένα ως σύνθεση αρμονική ο Ελληνοχριστιανισμός. Αφήνοντας, λοιπόν, τις κάπως επιπόλαιες και, με πολιτική, ή οποιαδήποτε άλλην αφορμή, αποτυχημένες προσπάθειες για πρόχειρη προβολή ιδανικών από ετερόκλητα στοιχεία παρμένα, σκύβουμε πάλι με αγάπη στο πρόβλημα και ψυθιρίζουμε σαν χριστιανοί, τον καθαρά χριστιανικό «ως ιδανικό» λόγο του Μεγάλου Βασιλείου: « Ἐπί μακρότερον πρόϊμεν ταῖς ἐλπίσι καί πρός ἑτέρου βίου παρασκευήν ἅπαντα πράττομεν». Ο νοών νοείτω – και μη παρανοείτω.
via

Pages