Λόγος (01) Α΄: Περί αποταγής και μοναχικής πολιτείας - Point of view

Εν τάχει

Λόγος (01) Α΄: Περί αποταγής και μοναχικής πολιτείας



ΛΟΓΟΣ Α': ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ ΚΑΙ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ



Ο φόβος του Θεού αρχή εστί της αρετής. Λέγεται δε είναι γέννημα της πίστεως και σπείρεται εν τη καρδία, όταν αποχωρισθή η διάνοια από του περισπασμοΰ του κό­σμου, του συνάξαι τάς νοήσεις αυτής, τάς ρεμβομένας εκ του μετεωρισμού, εν τη αδολεσχία της μελλούσης αποκαταστάσε­ως. Το θείναι θεμέλιον της αρετής, ουδέν κρειττότερον του επισχείν τίνα εαυτόν εν τη απαλλαγή των του βίου πραγμάτων και διαμείναι εν τω νόμω του φωτός των τρίβων των ευθειών και αγίων, ων εν Πνεύματι ο ψαλμωδός εσήμανε και επωνόμασε. Μόλις ευρίσκεται άνθρωπος δυνάμενος φέρειν την τιμήν, τάχα δε ουδέ παντελώς ευρίσκεται (και τούτο εκ της ταχείας υποδο­χής της αλλοιώσεως, ως αν τις λέγη), ουδέ εάν τις ισάγγελος γένηται τοις τρόποις.
Η αρχή της οδού της ζωής, το αεί μελετήσαι τον νουν εν τοις λόγοις του Θεού και εν πτωχεία διατρίβειν. Το γαρ εκείθεν αρδεύεσθαι, συνεργεί είς την ταύτης τελείωσιν ήγουν το αρδεύεσθαι εκ της μελέτης των λόγων του Θεού, βοηθεί σοι εις την της πτώχειας κατόρθωσιν, η δε της ακτημοσύνης κατόρθωσις σχολήν παρέχει σοι του κατορθώσαι την μελέτην των λόγων του Θεού. Η δε βοήθεια των δύο τούτων συντόμως αναφέρει εις την ανάβασιν πάσης οικοδομής των αρετών. Ου­δείς δύναται πλησιάσαι τω Θεώ, εί μη ο αφιστών εαυτόν εκ του κόσμου. Απόστασιν δε λέγω, ου την εκδημίαν του σώμα­τος, άλλα των του κόσμου πραγμάτων.
Αύτη δε εστίν η αρετή, ίνα τις εν τη διανοία αυτού σχολάση από του κόσμου. Ου δύναται η καρδία γαληνιάσαι και αφάνταστος είναι, όσον αι αισθήσεις ενεργούσι τινά, ουδέ τα πάθη τα σωματικά καταργούνται, ουδέ οι πονηροί λογισμοί εκλείπουσιν άνευ της ερήμου. 'Εως αν κτήσηται η ψυχή μέθην εν τη πίστει του Θεού, εν τη υποδοχή της δυνάμεως της αισθήσεως αυτής, ούτε την ασθένειαν των αισθήσεων θεραπεύσει, ούτε δυνάμει δύναται πατήσαι την ύλην την ορατήν, ήτις εστί φραγμός των έσω, και ουκ αισθάνεται του αυτεξουσίου το λογικόν γέννημα. Και ο καρπός αμφοτέρων ο εκλινισμός. Άνευ της πρώτης, ουδέ η δευτέρα όπου δε η δευτέρα ουκ ορθοποδεί, εκεί η τρίτη ως εν χαλινώ δέδεται.
Όταν μεν η χάρις πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε εν τω πόθω της δικαιοσύνης ο φόβος του θανάτου ευκαταφρόνητος αυτώ γίνεται και αιτίας πολλάς ευρίσκει τις εν τη ψυχή αυτού, ότι δει υπέρ του φόβου του Θεού υποφέρειν την θλίψιν. Και όσα δοκούντα βλάπτειν το σώμα και αιφνιδίως επί την φύσιν επέρ­χονται και ακολούθως εις το παθείν ετέθησαν, ως ουδέν λογί­ζονται εν οφθαλμοίς αυτού εν συγκρίσει των ελπιζομένων από του νυν. Και ου δυνατόν χωρίς παραχωρήσεως των πειρασμών γνώναι ημάς την αλήθειαν. Πληροφορίαν δε περί τούτου εκ της διανοίας ακριβώς ευρίσκει και ότι πρόνοιαν πολλήν έχει ο Θεός έπι τον άνθρωπον και ουκ εστίν άνθρωπος, μη ων υπό την πρόνοιαν αυτού, και μάλιστα επί τους εξελθόντας ζητήσαι αυ­τόν και βαστάζοντας τα πάθη υπέρ αυτού, δακτυλοειδώς θεωρεί λαμπρώς.
Όταν δε η στέρησις της χάριτος πληθυνθή εν ανθρώπω, τότε πάντα τα ρηθέντα εναντία ευρίσκονται πλησίον και η γνώσις μείζων της πίστεως δια την εξέτασιν και η πεποίθησις του Θεού ουκ εν παντί πράγματι επιτυγχάνει και ούτως ουδέ η πρόνοια του Θεού περί τον άνθρωπον νομίζεται, αλλά υπό των ενεδρευόντων του εν σκοτομήνη κατατοξεύσαι αυτών τα βέλη ενδελεχώς ενεδρεύεται εν τούτοις ο τοιούτος.
Αρχή της αληθινής ζωής του ανθρώπου, ο φόβος του Θεού, και ούτος συν τω μετεωρισμώ τίνων εν τη ψυχή διαμείναι ου πείθεται. Διασκεδάζεται γαρ η καρδία εκ της ηδο­νής του Θεού εν τη διακονία των αισθήσεων. Δέδενται γαρ, φησίν, αι έσω έννοιαι εν τη αισθήσει αυτών εν τοις αισθητηρίοις τοις διακονούσιν αυταίς. Δισταγμός καρδίας επεισάγει τη ψυχή δειλίαν, η δε πίστις και εν τη εκκοπή των μελών δύναται κρατύναι την προαίρεσιν. Εν όσω ο πόθος της σαρκός υπερισχύει εν σοι, εύθραστος και απτόητος ου δυνήση γενέσθαι εκ των πολλών εναντιωμάτων των διαμενόντων πλησίον του ποθούμενου.
Ο εφιέμενος της τιμής, ου δύναται στερηθήναι των αιτιών της λύπης. Ουδείς εστίν άνθρωπος εν τη αλλοιώσει των πραγμάτων, όστις ου κτάται εν τη διανοία αυτού αλλοίωσιν προς το προκείμενον πράγμα. Εάν η επιθυμία, φησί, γέννημα των αισθήσεων υπάρχη, σιωπησάτωσαν λοιπόν οι μετά περισπασμού την ειρήνην της διανοίας φυλάττειν ομολογούντες.
Σώφρων εστίν, όστις ουκ εν τω κόπω και τω καιρώ της πάλης και του αγώνος λέγει, ότι παύονται εξ αυτού οι αι­σχροί λογισμοί, αλλ' ός τη αληθεία της καρδίας αυτού σωφρο­νίζει την θεωρίαν της διανοίας αυτού, του μη ατενίσαι αναιδώς τοις ακολάστοις λογισμοίς. Και ότε η σεμνότης της συνειδήσε­ως αυτού μαρτυρεί εκ της θέας των οφθαλμών αυτού το πιστόν, η αιδώς ώσπερ καταπέτασμα εστί κρεμάμενη εν τω κρυπτώ χώρω των λογισμών. Και ο σώφρων παρθένος γίνε­ται, και η αγνεία αυτού τηρούμενη εν πίστει τω Χριστώ.
Ουκ εστί τι ούτως ικανόν προς αποτροπήν των προλήψεων της ακολασίας εκ της ψυχής και αποδιώκειν τάς κινουμένας μνήμας τάς επανισταμένας εν τη σαρκί και ποιούσας ταραχώδη φλόγα, ως το βαπτισθήναι εν τω ποθώ της μαθήσεως και καταδιώκειν οπίσω του βάθους των νοημάτων της θείας Γραφής. Ότε οι λογισμοί καταβαπτισθώσι τη ηδονή της καταδιώξεως οπίσω της σοφίας της τεθησαυρισμένης εν τοις λόγοις, εν τη δυνάμει εν η απομάσσεται εξ αυτών την φανέρωσιν, καταλιμπάνει οπίσω του νώτου αυτού ο άνθρωπος τον κόσμον και πάντα τα εν αύτω λανθάνει και πάσας τάς μνήμας, τάς ενεργούσας εικόνας της σωματώσεως του κόσμου, εξαλεί­φει εκ της ψυχής και πολλάκις και εκ της χρείας των εξ έθους λογισμών, των επισκεπτόντων την φύσιν. Και αύτη η ψυχή εν εκστάσει διαμένει εν ταίς καιναίς απαντήσεσι, ταις εκ της θαλάσσης των μυστηρίων των Γραφών.
Και πάλιν εάν ο νους νήχηται επί την επιβολήν των υδάτων, ήτοι της θαλάσσης των θείων Γραφών, και μη δυνηθή εις όλον το βάθος βυθίσαι τα νοήματα αυτού, του κατανοήσαι όλους τους θησαυρούς τους εν τω βυθώ αυτής, αρκετόν αυτώ αύτη η μελέτη εν τω πόθω αυτής, του εμποδίσαι αυτούς μη δραμείν προς την φύσιν του σώματος, καθώς τις των θεοφόρων έφησε. Διότι η αρδία χαύνη εστί και ου δύναται υποφέρειν τάς κακίας τάς απαντώσας από των έξω και των έσω πο­λέμων. Και οίδατε, ότι ο κακός λογισμός βαρύς εστί, και εάν η καρδία μη ασχοληθή εν τη γνώσει, ου δύναται υπομείναι την ταραχήν της ορμής του σώματος.
Και καθάπερ το βάρος του σταθμού τη οξύτητι της ροπής του ζυγού προς την ταραχήν των ανέμων, ούτως η αιδώς και ο φόβος τη ροπή της διανοίας. Και κατά την αναλογίαν της λείψεως του φόβου και της αιδούς αιτία γίνεται τω νοί ρέμβεσθαι αεί και ενταύθα ώσπερ το αυτεξούσιον κατά την αναλογίαν της αποστάσεως τον φόβον εκ της ψυχής, ταράσσεται ο ζυγός της διανοίας ώδε κακείσε. Λοιπόν, ώσπερ αι πλάστιγγες του ζυγού, υπό του βαρυτάτου σταθμίου βαρυνθείσαι, ουκ ευχε­ρώς υπό της του πνεύματος πνεύσεως ο ζυγός σαλεύεται, ούτω και η διάνοια, βαρυνθείσα υπό του φόβου του Θεού και της αιδούς, ου ραδίως τρέπεται υπό των σαλευόντων αυτήν. Και καθ' όσον η λείψις του φόβου εν τη διανοία γένηται, κατά τοσούτον κυριεύεται υπό της τροπής και της αλλοιώσεως. Σοφίσθητι του είναι θεμέλιον εν τη οδοιπορία σου τον φόβον του Θεού, και εν ολίγαις ημέραις αποκαθίστασαι εν τη πύλη της βασιλείας χωρίς κυκλεύσεως οδού.
Εν πάσι τοις συναντώσι σοι εν ταίς Γραφαίς ανάκρινον τον σκοπόν του λόγου, του βαθύναι σευατόν και κατανοήσαι εν μεγάλη διαγνώσει το βάθος των νοημάτων των άγιων. Οι εκ της θείας χάριτος εν τη πολιτεία αυτών οδηγούμενοι του φωτισθήναι, άει αισθάνονται ως ακτίνος τίνος νοητής διαπορευομένης εν μέσω των στίχων των γεγραμμένων και διακρινούσης έπροσθεν της διανοίας των ψιλών λόγων εκ των πραγμάτων των λεγομένων εν μεγάλη διανοία τη ψυχική συνέσει.
Άνθρωπος αναγινώσκων εν μεγάλοις στίχοις ψιλώς, ψιλούται και η καρδία αυτού και σβέννυται εκ της αγίας δυ­νάμεως της παρεχούσης τη καρδία γλυκυτάτην γεύσιν εν κατα­νοήσει ψυχής θαυμαστή.
Εκαστόν τι προς το συγγενές αυτού τρέχειν είωθε. Και ψυχή, έχουσα μέρος Πνεύματος, όταν άκούση ρήματος του έχοντος έγεκρυμμένην εν έαυτω δύναμιν πνευματικήν, δια­πύρως έλκει την ύπόθεσιν αυτού. Ου πάντα άνθρωπον εξυπνίζει εις το θαυμάζειν πράγμα πνευματικώς λεγόμενον και έχον εν εαυτώ εγκεκρυμμένην δύναμιν μεγάλην. Ο λόγος ο περί αρε­τής χρήζει καρδίας σχολαζούσης από της γης και της ομιλίας αυτής. Ανθρώπου δε, ούτινος η διάνοια μοχθεί εν τη φροντίδι των παρερχομένων, τα της αρετής πράγματα ουκ εξυπνίζουσι τον λογισμόν αυτού προς πόθον και ζήτησιν της κτήσεως αυ­τών. Η λύσις η εκ της ύλης προτερεύει τη γενέσει αυτής του προς Θεόν δεσμού, ει και πολλάκις εν τη οικονομία της χάριτος ευρίσκεται προλαμβάνων ούτος εκείνης εν τισιν, ως πόθος κα­λύπτει πόθον. Η τάξις του έθους της οικονομίας άλλη εστί παρά την τάξιν την κοινότητος των ανθρώπων. Σύ δε την κοινήν τάξιν φύλαξον. Εάν δε προλάβη εν σοι η χάρις, αυτής εστί τούτο' ει δε μη, εν τη οδώ των πάντων ανθρώπων, εν η ώδευσαν κατά την αναλογίαν της διαδοχής, ανάβηθι εις την ανάβα­σιν του πνευματικού πύργου.
Έκαστον τι ενεργούμενον εν τη θεωρία και πληρούμενον δι' εντολής της υπέρ αυτού, αθεώρητόν εστίν όλον τοις του σώματος οφθαλμοίς. Και έκαστον τι εν τη πράξει ενεργού­μενον, σύνθετον εστίν, ότι η εντολή η μία μόνη, ήγουν η πράξις, των αμφοτέρων δείται, της θεωρίας και της πράξεως, ένεκα των σωματικών και των ασωμάτων. Η σύνθεσις γαρ των εκατέρων μία εστί. Τα έργα τα φροντίζοντα της καθαρότητος ουκ αναχαιτίζουσι την αίσθησιν της μνήμης των παρελθόντων εγκλημάτων, αλλά την λύπην της μνήμης εκ της διανοίας λαμβάνουσι, και γίνεται από του νυν η της μνήμης διάβασις εν τη διανοία επωφελώς. Πλεονεκτεί η πλεονεξία της ψυχής εν τη κτήσει της αρετής το μέρος της ορατής επιθυμίας του ομοζύγου σώματος. Πάν πράγμα το μέτρον κοσμεί. Χωρίς γαρ μέτρου, και τα νομιζόμενα καλά είναι, εις βλάβην μεθίστανται.
Θέλεις κοινωνήσαι τω Θεώ εν τω νοί σου εν τη λήψει της αισθήσεως εκείνης της ηδονής, της μη καταδεδουλωμένης ταίς αισθήσεσιν; Ακολούθησον τη ελεημοσύνη, ήτις, όταν ευρέθη ένδον σου, εικονίζεται εν σοι εκείνο το κάλλος το άγιον, εν ω ωμοιώθης. Το καθολικόν του πράγματος της ελεημοσύ­νης, εν ου καιρώ τινι μεσιτευομένω προς την ενότητα της δόξης της λαμπρότητος, της θεότητος κοινωνίαν εμποιεί τή ψυχή.
Η ένωσις η πνευματική εστί μνήμη ασφράγιστος, ήτις εν διαπύρω πόθω αδιαστάτως εν τη καρδία πυρσεύεται, εκ της διαμονής της προς τάς εντολάς δύναμιν λαμβάνουσα προς τον δεσμόν, ου καταχρηστικώς, ουδέ φυσικώς. Εκεί γαρ ευρίσκει ύλην τη ψυχική θεωρία επιστηριχθήναι υπ' αυτήν υποστατικώς. Δια τούτο έρχεται εις έκπληξιν η καρδία του καμμύσαι τάς δίπλας αισθήσεις αυτής, τάς σαρκικάς και τάς ψυχικάς. Ουκ εστίν άλλη τρίβος προς την πνευματικήν αγάπην, ήτις ει­κονίζει την αόρατον εικόνα, εάν μη πρώτον άρξηται τις του οικτειρήσαι, καθώς είρηκεν ο Κύριος ημών, προς την τελειότητα του Πατρός. Και γαρ ούτως ενετείλατο τοις υπακούουσιν αυτώ, του θείναι τούτο θεμέλιον.
Άλλος εστίν ο λόγος της πράξεως, και άλλος ο καλός λόγος. Και χωρίς πείρας των πραγμάτων, οίδεν η σοφία κοσμήσαι τους λόγους αυτής και του λαλήσαι αλήθειαν μη γινώσκουσα αυτήν και του φανερώσαι περί της αρετής, και αυτός μηδέποτε λαβών πείραν του έργου αυτής. Ο λόγος ο εκ της πράξεως, ταμείον της ελπίδος, και η άπρακτος σοφία, παραθήκη αισχύνης.
Ώσπερ τεχνίτης εστί ζωγραφών το ύδωρ εν τοις τοίχοις και ου δύναται το ύδωρ εκείνο την δίψαν αυτού αναψύξαι, και ώσπερ άνθρωπος θεωρών ενύπνια καλά, ούτω και ο άπρακτος λόγος. Ο εκ της πείρας του έργου αυτού λάλων περί αρετής, μεταδίδωσι τω ακούοντι αυτού, ώσπερ τις μεταδίδωσιν εκ του χρήματος της πραγματείας αυτού, και ώσπερ εκ των κτημάτων αυτού σπείρει την διδασκαλίαν εις τα ώτα των ενωτιζόντων αυτόν και ανοίγει το στόμα αυτού εν παρρησία μετά των πνευματικών αυτού τέκνων, καθώς ο γηραιός Ιακώβ τω σώφρονι Ιωσήφ έφη «ιδού, δέδωκά σοι εν μέρος περισσότερον των αδελφών σου, όπερ έλαβον εκ των Αμορραίων τω ξίφει μου και τω τόξω μου».
Εκάστω ανθρώπω, έχοντι πολιτείαν μεμολυσμένην, η πρόσκαιρος ζωή ποθεινή αύτω εστί και τω τούτου δευτέρω, τω εστερημένω γνώσεως. Καλώς είρηκέ τις, ότι ο φόβος του θανάτου λυπεί άνδρα καταγινωσκόμενον υπό της συνειδήσεως αυτού, ο δε έχων μαρτυρίαν αγαθήν εν εαυτώ, ούτος εφίεται του θανάτου ώσπερ ζωής. Μη ψήφισης τινά σοφόν αληθινόν, τον υπέρ ταύτης της ζωής τη δειλία και τω φόβω καταδουλούντα αυτού την διάνοιαν. Όλα τα αγαθά και τα κακά, τα συμβαίνοντα τη σαρκί, ενύπνια λογίζου είναι ου εν τω θανάτω γαρ μόνω έχεις λυθήναι εξ αυτών, αλλά πολλάκις προ του θανάτου καταλιμπάνουσι σε και απέρχονται. Εάν δε τίνα εξ αυτών εχωσί τίνα κοινωνίαν εν τη ψυχή σου, αυτά νόμιζε έχειν κτήματα σου εις τον αιώνα τούτον και εις τον μέλλοντα μετά σου υπάγουσι. Και εάν ώσι καλά, ευφραίνου και ευχαρίστησον τω Θεώ εν τη διανοία σου, εάν δε ώσι κακά, έσο περίλυπος και στέναξον και ζήτησον την απαλλαγήν εξ αυτών, εν όσω εί εν τω σώματι. Έκαστον αγαθόν ενεργούμενον εν σοι νοητώς και εν τω κρύπτω, έχε αυτό ακριβώς. Ότι το βάπτισμα και η πίστις γεγόνασι σοι μεσίται προς αυτό, εν οίς εκλήθης υπό του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου εις τα αγαθά έργα αυτού,συν τω Πατρί και τω αγίω Πνεύματι. Ω η δόξα και τιμή και ευχαριστία και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Pages