28 - 30 Ο πρακτικός και ο θεωρητικός - Point of view

Εν τάχει

28 - 30 Ο πρακτικός και ο θεωρητικός



28. Ο πρακτικός δεν μπορεί να μην ψάλλει, γιατί επιδιώκει για τον εαυτό του την πραότητα και την εγρήγορση που αρμόζει στους πρακτικούς. Να ψάλλει όμως ο θεωρητικός, δεν μπορεί ή δε θέλει. Δεν μπορεί, γιατί δέχεται την ενέργεια της θείας χάρης και γεμίζει τελείως με πνευματική τρυφή μέσα σε σιωπή, καθώς ευφραίνεται κυρίως μέσα σε ατάραχη και ήσυχη καρδιά.
Και δε θέλει, γιατί έχει στραμμένη την προσοχή του σε ένα πράγμα και κινεί το νοερό της ψυχής του να ενεργήσει με απλές και ειρηνικές νοήσεις μέσα σε μια βαθιά ηρεμία. Γι' αυτό είναι ανάγκη ο θεωρητικός να διέρχεται το έργο της θεοπτίας μέσα στη σιωπή.

Αν καμιά φορά φαίνεται να διαβάζει κάτι, αυτό δεν είναι περίεργο για όσους έχουν υπόψη τους ότι ο νους είναι μεταβλητός και ότι η ανθρώπινη φύση είναι σύνθετη και επιδέχεται αλλοίωση. Πρέπει όμως να γνωρίζομε ότι το διάλειμμα μετά τη θεωρία της χάρης, δηλαδή η ανάγνωση, είναι κατώτερη από το έργο της θεωρίας, είτε καθ' εαυτήν είτε για τη νοερή διαφυγή, γιατί ο νους σε καμία ανάγνωση δεν μπορεί να διατηρηθεί αδιαίρετος.

Στη νοερή όμως ελευθερία, η οποία πραγματοποιείται μυστικά μέσα σε σιωπή, τις πιο πολλές φορές ο νους βλέπει ενωμένα, πράγμα που διαφέρει πάρα πολύ από την κατάσταση της διαιρέσεως. Μήπως και στα αισθητά, το να δεις κάτι δεν είναι πολύ ανώτερο από το να το ακούσεις; Γιατί, όπως λέει η παροιμία και το ομολογούν όλοι, τα μάτια είναι πιο αξιόπιστα από τ' αυτιά. Όπως λοιπόν στα αισθητά, έτσι συμβαίνει και στα νοητά· το να δει κανείς με τη θεωρία κάτι νοητό, είναι πολύ ανώτερο από το ν' ακούσει γι' αυτό, πράγμα που συμβαίνει σ' εκείνους που διαβάζουν.

Έτσι και η Σαμαρείτισσα· αφού μίλησε με τον αληθινό Λόγο, κήρυττε στους συμπολίτες της τη θεότητά Του. Όταν όμως ο Λόγος, από πλούτο άκρας αγαθότητας, ήρθε στην πόλη τους και αξιώθηκαν να τον συναντήσουν, έλεγαν ότι δεν έχουν πια ανάγκη της μαρτυρίας της γυναίκας για να γνωρίσουν τη θεότητά Του(Ιω. 4, 42).

Το ίδιο γίνεται χωρίς αμφιβολία και όταν η διάνοια δίνει με το λόγο τη μαρτυρία της στην ψυχή και στις δυνάμεις της ψυχής για τα θεία που αντιλαμβάνεται· όταν δηλαδή η ψυχή και οι δυνάμεις της δεχθούν από τη χάρη την δράση των θείων που ως τότε άκουγαν, δεν χρειάζεται πλέον η ψυχή την εξωτερική μαρτυρία.

Γιατί ο καθένας που ακούει χρειάζεται και να βλέπει τα ακουόμενα. Εκείνος όμως που βλέπει κάτι, δεν έχει ανάγκη να τον διδάξει άλλος τί είναι εκείνο που βλέπει, όσο βέβαια έχει τα μάτια του και βλέπει. Αυτό μπορούμε να το δούμε και στο Θωμά που ενώ είχε ακούσει, δεν πίστευε, αλλά έλεγε: «Αν δε δω, δε θα πιστέψω»(Ιω. 20, 25).

Όταν βέβαια είδε τον Κύριο, αμέσως φώναξε δυνατά και ονόμασε Κύριο και Θεό του εκείνον για τον οποίο απιστούσε πριν τον δει, ομολογώντας από μόνος του την αλήθεια. Και ό,τι δεν είχε όταν λειτουργούσε η ακοή, δηλαδή την πίστη, το απέκτησε μόλις τον είδε. Ώστε και από αυτό πρέπει να διακρίνομε τόση διαφορά μεταξύ πράξεως και θεωρίας, όση είναι μεταξύ νού και αισθήσεως.


29. Και το νήπιο και ο μεγάλος πίνουν το γάλα· το νήπιο όμως για να τραφεί, ενώ ο μεγάλος για ευχαρίστηση. Διαβάζει και ψάλλει ο πρακτικός, το ίδιο φαίνεται να κάνει και ο θεωρητικός. Αλλά ο πρακτικός για ενίσχυση και ασφάλεια της ψυχής του, ενώ ο θεωρητικός για ευχαρίστηση της ψυχής και μάλιστα για να διακόψει λίγο τη γεμάτη φωτιά και ανυψωτική προς το Θεό και δακρυρροούσα κίνηση της καρδιάς του.
Γιατί αν και τινάζεται προς τα επάνω το πνεύμα που είναι μέσα του και φαιδρύνεται καθώς ευφραίνεται από τις θείες λάμψεις και μεταμορφώνεται από δόξα σε δόξα(Β΄ Κορ. 3, 18) και αυξάνεται, αλλά η σάρκα που είναι σύνθετη και η καρδιά που είναι χωματένια ασθενούν. Κι έτσι ο πρακτικός για χάρη της γνώσεως και της από αυτήν διδασκαλίας και επιστήμης μελετά τους θείους λόγους. 


Εκείνα όμως των οποίων τη γνώση ο θεωρητικός δέχεται με σιωπή και τα διδάσκεται δίχως λόγους και τα βλέπει με τα πνευματικά μάτια, δεν μπορεί να τα πει λόγος. «Το αυτί της ησυχίας —λέει— θ' ακούσει εξαίσια»· είπε εξαίσια, αλλά τί είδους εξαίσια δεν μπόρεσε να πει, γι' αυτό παρέλειψε να εξηγήσει τα ανερμήνευτα και υπέρλογα. Γι' αυτό μου έρχεται να μακαρίζω εκείνους που μακάρισε ο θείος λόγος επειδή πίστεψαν πριν δουν(Ιω. 20, 29), εννοώ τους πρακτικούς· θεωρώ όμως υπερμακάριους τους θεωρητικούς. 



Γιατί αν ο πρακτικός, μολονότι δεν έχει δει, είναι μακάριος από μόνη την πίστη του, τί μπορεί κανείς να σκεφτεί για το θεωρητικό; Ο οποιος εκτός του ότι βαδίζει με την πίστη(Β΄ Κορ. 5, 7) που είναι πολύ ανώτερη από την πράξη, έχει δει ταυτόχρονα και τα μεγάλα και εξαίσια και ζει μέσα στην καρδιά του θείες αναβάσεις(Ψαλμ. 83, 6) και βλέπει μέρα τη μέρα περισσότερα, όπως είναι φυσικό.
30. Σε καθένα από τα δύο συστατικά του ανθρωπίνου κράματος ο Κοσμήτορας και Ποιητής του παντός έδωσε κατάλληλα την αντίστοιχη απόλαυση και, για να την ονομάσω έτσι, τη ζωή. Και για το ορατό σώμα του ανθρώπου παρήγαγε όλη την κτίση που φαίνεται, ενώ για το νοητό άνθρωπο, δηλαδή για την ψυχή, όσα νοούνται μέσα στην αισθητή κτίση. Γιατί όπως με το αισθητό μέρος του ανθρώπου έχει ενωθεί το νοητό, έτσι σε όλη την ορατή κτίση κάτω από κάθε πράγμα φαίνεται να υπάρχει η νοητή ομορφιά, και δε γίνεται κανένα από τα ορατά, ακόμα και το πιο ελάχιστο, να στερείται τη νοητή συνάφεια. Τούτο είναι φυσικό. Έπρεπε οπωσδήποτε, αφού τα πάντα έγιναν για τον άνθρωπο με το θείο Λόγο του Παντοκράτορα, να μη φαίνεται ότι έχει γίνει κανένα παράλογο, που θα γινόταν αν μαζί με το φαινόμενο δε συνυπήρχε και το νοούμενο.
Γιατί τότε θα απολάμβανε το σώμα με τη συνεργεία των ορατών, ενώ η χριστιανική ψυχή θα έμενε κενή, και θα ήταν το σώμα ανώτερο από την ψυχή, πράγμα άτοπο. Από πού αλλού θα εξασφαλίσει η ψυχή να ζει όπως της ταιριάζει; Από το Θεό; Αλλά αυτό θα είναι έξω από την τάξη που έβαλε Αυτός που έκτισε τα πάντα μέσω του Λόγου· γιατί τότε οι ασύνθετες ουσίες (οι Άγγελοι) θ' αποδειχθούν κατώτερες από τις σύνθετες (τους ανθρώπους), αν εμείς είχαμε κατά τρόπο άμεσο την ιδιότητά τους να κινούνται αφ' εαυτών προς το Θεό.

Μήπως πάλι θα έπρεπε ν' ανυψωνόμαστε από απλά (αμιγή) νοητά κι έτσι ν' αντλούμε την τρυφή της εποπτείας των θείων; Αλλά και αυτό θα μας έκανε ισάγγελους και θα ήταν αφύσικο, ν' ανυψώνονται δηλαδή προς το Αγαθό οι ένυλοι νόες εφάμιλλα με τους άυλους. Γιατί εκείνοι δεν παίρνουν τη ζωή και την ανύψωσή τους προς το πρώτο Αγαθό έξω από τον εαυτό τους, αλλά ξεκινώντας από τον εαυτό τους απολαμβάνουν τις ενοειδείς θείες λάμψεις.

Ενώ εμείς που είμαστε εκ φύσεως κατώτεροι και δεύτεροι μετά τους Αγγέλους, συναγόμαστε σταδιακά προς το Θεό και το κάλλος Του με τρόπο υποδεέστερο και, για να πω έτσι, κατώτερο του αγγελικού, χωρίς να κάνομε αρχή γι' αυτό τις ασύνθετες ουσίες ή τα αμιγή νοητά. Κάτι τέτοιο είναι των Αγγέλων, το να ξεκινούν δηλαδή από τον εαυτό τους για να ανυψωθούν στο Θεό.

Εμείς ξεκινούμε από τα σύνθετα σύμφωνα με τη λογική και, καταλήγοντας στα απλά κτιστά, περνούμε πέρα, στα άκτιστα, όπως είναι ορθό σύμφωνα με τη φύση μας, καθώς είπα. Kι έτσι συναγόμαστε, ενοειδείς, προς τον εαυτό μας και το Θεό. Για τούτο, για να έχομε τη δυνατότητα που μας ταιριάζει να απολαμβάνομε και να ζούμε νοερά και να ανυψωνόμαστε στο Θεό, σε όλα τα αισθητά είναι διάσπαρτα και συνυπάρχουν νοητά, τα οποία αντιλαμβάνεται η θεωρία.

Αυτά ο πρακτικός δεν μπορεί ή δε θέλει να τα βλέπει. Δεν μπορεί, όταν δεν έχει άνθρωπο ή Γραφή να του τα δείχνει καθαρά. Δε θέλει, όταν ενώ έχει και άνθρωπο και Γραφή, από οίηση και πονηρία δυσπιστεί στον πλησίον και πιστεύει στον εαυτό του, κι έτσι μένει άγευστος της σχετικής με αυτά διδασκαλίας, θεωρώντας το γράμμα της Γραφής ως οδηγία που του αρκεί και χρησιμοποιώντας την κτίση με στενή έννοια, μόνο για την υπηρεσία του σώματος· νομίζει ότι αυτό είναι ευσέβεια και αρκείται σ' αυτά και δε ζητεί τίποτε περισσότερο.

Ο δε θεωρητικός, επιλέγοντας από την ορατή κτίση τα αόρατα και βρίσκοντάς τα σύμφωνα με το πνεύμα της Γραφής, προχωρεί με αγαλλίαση προς τις ασύνθετες ουσίες· και αφού δει καλά την ωραιότητα και τη λαμπρότητά τους, τις προσπερνάει χαρούμενος με τη βοήθεια της χάρης και μεταβαίνει στα άκτιστα νοητά του Θεού.

Και αφού εντρυφήσει στην απειρία και τη θεωρία τους, όσο είναι δυνατό, πλησιάζει άρρητα προς την ακτίνα του θείου κάλλους με τρόπο ενοειδή και υπερφυσικό. Και όταν έκπληκτος απολαύσει όπως πρέπει την ανέκφραστη υπερκόσμια ωραιότητα και την ολόφωτη εκείνη λαμπρότητα μέσα σε μία ενοειδή και μονοειδή κατάσταση, δεν μπορεί να φανταστεί σε τί θα μεταβληθεί μέσα σ' αυτή τη χαρά και το θαυμασμό. Έτσι λοιπόν δέχεται ατελείωτο το ρεύμα της θείας ευφροσύνης, και δείχνει χωρίς φθόνο και στον πρακτικό το δρόμο που οδηγεί στην αλήθεια, με λόγια και με γραπτά.

--------------------------------------------------------------
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 149-154). 

Pages