- Ο Λεοπάρντι ρωτά τη φύση! - Point of view

Εν τάχει

- Ο Λεοπάρντι ρωτά τη φύση!



  Στον εκπληκτικό “Διάλογο της Φύσης και ενός Ισλανδού”, που δημοσιεύτηκε το 1824, ο Λεοπάρντι βάζει τη φύση να απαντά στο ερώτημα εάν έφτιαξε τον κόσμο “ ειδικά για να μας τυραννά”. Η φύση ρωτά τον Ισλανδό:

 
Πιστεύεις πραγματικά πως ο κόσμος φτιάχτηκε για χάρη σου; Πρέπει να καταλάβεις πως στα έργα μου, στα θεσπίσματά μου και στις λειτουργίες μου, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ανέκαθεν είχα και ακόμα έχω κατά νου κάτι εντελώς διαφορετικό από την ευτυχία ή τη δυστυχία των ανθρώπων. Όταν σε πληγώνω με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, με το ένα ή το άλλο μέσο, δεν το συνειδητοποιώ, παρά μόνο σπάνια· όπως, συνήθως, και όταν σε ικανοποιώ ή σε ευεργετώ, δεν το γνωρίζω· και, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεις, δεν έχω φτιάξει συγκεκριμένα πράγματα ούτε έχω προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για να σε ικανοποιήσω ή να σε βοηθήσω. Τέλος, ακόμα κι αν τύχει να εξαλείψω όλη τη φυλή σου, δεν θα το συνειδητοποιήσω.[...]

  Προφανώς δεν έχεις σκεφτεί καθόλου το γεγονός πως η ζωή αυτού του σύμπαντος είναι ένας διαρκής κύκλος παραγωγής και καταστροφής: αυτά τα δύο συνδέονται με τέτοιο τρόπο ώστε το καθένα υπηρετεί συνεχώς το άλλο με στόχο να εξασφαλιστεί η συντήρηση του κόσμου που, εάν το ένα ή το άλλο από αυτά εξαφανιζόταν. Θα οδηγούνταν κι αυτός στην αποσύνθεση. Θα ήταν λοιπόν επιζήμιο για τον ίδιο τον κόσμο εάν οτιδήποτε μέσα του ήταν απαλλαγμένο από την οδύνη.


Για τον Λεοπάρντι, το κακό ενυπάρχει στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο κόσμος· όταν όμως αναφέρεται στο κακό, δεν εννοεί κάποια μοχθηρή δύναμη. Το κακό είναι η οδύνη, που είναι ενσωματωμένη στην τάξη των πραγμάτων. “Τι ελπίδα υπάρχει όταν το κακό είναι κανονικό;” ρωτά. “Εννοώ, σε μια τάξη πραγμάτων όπου το κακό είναι αναγκαίο;”. Αυτά τα ρητορικά ερωτήματα δείχνουν γιατί ο Λεοπάρντι αδιαφορούσε για επαναστατικά και μεταρρυθμιστικά σχέδια. Καμία μορφή ανθρώπινης δράσης – πόσο μάλλον η πολιτική παντομίμα – δεν θα μπορούσε να αλλάξει θεμελιωδώς έναν κόσμο στον οποίο το κακό είναι κανονικό.


 Όχι ότι ο Λεοπάρντι δεν εμφορούνταν από ανθρώπινη συμπάθεια. Απεναντίας, επιβεβαίωνε την έλλειψη ευθύνης και την αθωότητα του ανθρώπινου είδους. Η κατανόηση της αναγκαιότητας του κακού, όπως πίστευε, οδηγεί στη συμπόνια: “Όχι μόνο η φιλοσοφία μου δεν οδηγεί στη μισανθρωπία, όπως μπορεί να νομίσει όποιος τη δει επιπόλαια, και όπως πολλοί με έχουν κατηγορήσει [...], αλλά η φιλοσοφία μου καθιστά τη φύση ένοχη για τα πάντα και, με το να αθωώνει εντελώς την ανθρωπότητα, ανακατευθύνει το μίσος ή, τουλάχιστον, το παράπονο προς μια ανώτερη αρχή, την αληθινή πηγή των δεινών των έμβιων όντων”.


 Οι ανθρώπινες φαυλότητες – απληστία, σκληρότητα, εξαπάτηση – είναι φυσικές. Η φύση δεν είναι ούτε μοχθηρή ούτε καλοκάγαθη, είναι απλώς ουδέτερη.






 Οι άνθρωποι είναι μηχανές, που μέσα από μια διαδοχή τυχαίων γεγονότων έχουν αποκτήσει αυτεπίγνωση.


 Η εσωτερική ελευθερία – το μόνο εφικτό είδος ελευθερίας, όπως και πίστευε – επιτυγχάνεται με την αποδοχή αυτής της κατάστασης.


Ο Λεοπάρντι την αποδέχτηκε. Δεν θα τον εξέπληττε το γεγονός πως μεγάλο μέρος του έργου του ήταν άγνωστο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Συνειδητοποιώντας πως ο ανθρώπινος νους ενδέχεται να παρακμάζει όσο αυξάνεται η ανθρώπινη γνώση, δεν προσδοκούσε πως οι άνθρωποι θα εκτιμούσαν ή θα κατανοούσαν τον τρόπο σκέψης του. Ούτε προσπάθησε να γλιτώσει από το τέλος που επέρχεται σε καθετί έμβιο.

 Η αθανασία, όπως έγραψε σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματά του (“Η δύση της σελήνης”),



 θα ήταν το “χειρότερο απ’ όλα τα δεινά μας”. Υπαγορεύοντας με ηρεμία τους καταπληκτικούς στίχους του ποιήματος

Il tramonto della luna

Quale in notte solinga,
Sovra campagne inargentate ed acque,
Là ‘ve zefiro aleggia,
E mille vaghi aspetti
E ingannevoli obbietti
Fingon l’ombre lontane
Infra l’onde tranquille
E rami e siepi e collinette e ville;
Giunta al confin del cielo,
Dietro Apennino od Alpe, o del Tirreno
Nell’infinito seno
Scende la luna; e si scolora il mondo;
Spariscon l’ombre, ed una
Oscurità la valle e il monte imbruna;
Orba la notte resta,
E cantando, con mesta melodia,
L’estremo albor della fuggente luce,
Che dianzi gli fu duce,
Saluta il carrettier dalla sua via;

Tal si dilegua, e tale
Lascia l’età mortale
La giovinezza. In fuga
Van l’ombre e le sembianze
Dei dilettosi inganni; e vengon meno
Le lontane speranze,
Ove s’appoggia la mortal natura.
Abbandonata, oscura
Resta la vita. In lei porgendo il guardo,
Cerca il confuso viatore invano
Del cammin lungo che avanzar si sente
Meta o ragione; e vede
Che a se l’umana sede,
Esso a lei veramente è fatto estrano.

Troppo felice e lieta
Nostra misera sorte
Parve lassù, se il giovanile stato,
Dove ogni ben di mille pene è frutto,
Durasse tutto della vita il corso.
Troppo mite decreto
Quel che sentenzia ogni animale a morte,
S’anco mezza la via
Lor non si desse in pria
Della terribil morte assai più dura.
D’intelletti immortali
Degno trovato, estremo
Di tutti i mali, ritrovàr gli eterni
La vecchiezza, ove fosse
Incolume il desio, la speme estinta,
Secche le fonti del piacer, le pene
Maggiori sempre, e non più dato il bene.

Voi, collinette e piagge,
Caduto lo splendor che all’occidente
Inargentava della notte il velo,
Orfane ancor gran tempo
Non resterete; che dall’altra parte
Tosto vedrete il cielo
Imbiancar novamente, e sorger l’alba:
Alla qual poscia seguitando il sole,
E folgorando intorno
Con sue fiamme possenti,
Di lucidi torrenti
Inonderà con voi gli eterei campi.
Ma la vita mortal, poi che la bella
Giovinezza sparì, non si colora
D’altra luce giammai, nè d’altra aurora.
Vedova è insino al fine; ed alla notte
Che l’altre etadi oscura,
Segno poser gli Dei la sepoltura.



 καθώς ψυχορραγούσε στη Νάπολη, φαίνεται να είδε τον σύντομο βίο του ως καθαυτό πλήρη.

 Η ψυχή της μαριονέτας - Gray John
via [full_width]

Pages