Ανάλυση της προς Ρωμαίους επιστολής (11/50)





Ο αγιασμός εκπηγάζει απ” την «ζωή» του Χριστού, μέσω του έργου του Αγίου Πνεύματος, στον άνθρωπο που δικαιώθηκε.

Και συνεχίζει ο Παύλος:

Εδάφιο 11
«Ου μόνον δε, αλλά και καυχώμενοι εν τω Θεώ δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι” ου νυν την καταλλαγήν ελάβομεν».
«Όχι μόνον δε θα σωθούμε, αλλά και καυχώμεθα δια τον Θεόν δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δια του οποίου τώρα ελάβαμε την συμφιλίωσιν.»

Η προοδευτική μετάβαση απ” το εδάφιο 10 στο 11 είναι: «Η σωτηρία μας δεν έχει απλά μια αρνητική όψη: Απελευθέρωση απ” την οργή. Ελπίζομε και σε κάτι καλλίτερο: Συμμετοχή στην δόξα». Ήταν μ” αυτή την ιδέα της θριαμβευτικής εισόδου στην δόξα, που ο Απόστολος άρμοζε να στεφανώσει αυτή την όλη έκθεση της δικαίωσης. Διότι τότε είναι που τούτη θα γίνει πλήρης και τελική.
Το «καυχώμενοι» παρουσιάζει μια ερμηνευτική δυσκολία, γιατί κάποιο ρήμα φαίνεται να λείπει εδώ. Οι διάφοροι ερμηνευτές το εχουν αποδώσει με τους εξής τρόπους:
α) Την μετοχή την κάνουν ρήμα: «Καυχώμεθα»: «Και όχι μόνον θα σωθούμε, αλλά καυχώμεθα εν Θεώ, από τώρα, γι” αυτή την βεβαιωθείσα σωτηρία». Εδώ δεν πολυσυμφωνεί η σωτηρία που είναι μελλοντική, με τον ενεστώτα «καυχώμεθα».
β) «Θα σωθούμε, και αυτό όχι μόνον σαν συμφιλιωθέντες, αλλ” επίσης ως καυχώμενοι».
γ) «Πολύ πιο σίγουρα θα σωθούμε (εδ. 10), και αυτό όχι μόνον ως «σωσμένοι», αλλ” ως «καυχώμενοι εν Θεώ».
δ) Μπορούμε να το αποδώσωμε και ως εξής: «Και όταν αυτή η ώρα της σωτηρίας θα έλθη, δεν θα είναι σαν άνθρωποι μόλις και μετά βίας σωσμένοι, σαν εκείνους που σώζονται από ναυάγιο ή από βέβαιο θάνατο, που θα διασχίσωμε το κατώφλι της αιώνιας σωτηρίας. Θα είναι στην θριαμβευτική κατάσταση ανθρώπων, τους οποίους ο Υιός του Θεού έχει στεφανώσει με την δική Του αγιότητα, και τους έχει ανανεώσει στην δική Του ένδοξη εικόνα, και τους οποίους ο Πατέρας έχει ξεχωρίσει με την σφραγίδα της υιοθεσίας, (Η15,29).» Τούτη η τελευταία διατύπωση ίσως να είναι η πιο σωστή.
Το «καυχώμενοι εν τω Θεώ» ήταν προνόμιο των Ιουδαίων μέχρι τώρα (Β17). Ο Παύλος εδώ εφαρμόζει αυτή την έκφραση στον αγιασθέντα Χριστιανό, ο οποίος όχι μόνον δεν έχει τίποτα να φοβάται απ” τον Θεό, αλλά και σαν παιδί Του, είναι επίσης και κληρονόμος Του (Η17). Αλλά αμέσως φροντίζει να καταρρίψη κάθε τι που μπορεί να αντιτίθεται στην ταπεινότητα αυτής της ελπίδας για την μελλοντική δόξα, προσθέτοντας: «Δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Και όταν ακόμη βρίσκεται στην κατοχή της τέλειας αγιότητας, και στο κατώφλι ακόμη της δόξας, θα είναι αδύνατον για τον Χριστιανό να ξεχάσει ότι είναι στον Χριστό που οφείλει όλη την αιώνια δόξα του, καθώς επίσης και την συμφιλίωση του που προηγήθηκε, η οποία άλλωστε ήταν και η προϋπόθεση για την είσοδο σ” αυτή τη δόξα.
Οι τελευταίες λέξεις, «δι” ου νυν την καταλλαγήν ελάβομεν», («δια του οποίου ελάβαμε την συμφιλίωση»), ίσως να τίθενται εδώ για να θυμίσουν στον πιστό σε τι θλιβερή κατάσταση ήταν, και με τι οδυνηρά μέσα χρειάστηκε να διασωθεί απ” αυτή.
«Νυν» («τώρα»). Κλείνοντας, ο Παύλος, αντιπαραθέτει την παρούσα με την μελλοντική κατάσταση: «Μέσω του οποίου έχομε «τώρα ήδη» λάβει την συμφιλίωση, εκείνη την πρώτη εγγύηση της απελευθέρωσης που πρόκειται να έλθει. Αυτός που απέκτησε για μας την πρώτη απ” αυτές τις χάρες δια των παθημάτων Του, και η οποία είναι η προϋπόθεση για όλες τις άλλες, δεν θα αποτύχει να φέρει στην πληρότητα του τούτο το έργο, εάν μένωμε με συνεχή, με επίμονη πίστη, προσκολλημένοι σ” Αυτόν.»
Εδώ κλείνει ο κύκλος. Απ” αυτή την συνοπτική ανάπτυξη δείχθηκε ότι η δικαίωση δια πίστεως περιλαμβάνει τα μέσα τα αναγκαία να μας βεβαιώσουν για την τελική δικαίωση – εκείνη που αναφέρεται στο Β13 – και ακόμα για την τελική δόξα. Έτσι τελικά δείχθηκε ότι η χάρη της δικαίωσης είναι πλήρης.
Μετά τώρα που ο Απόστολος έχει εκθέσει σ” ένα πρώτο τμήμα (Α18-Γ20), την παγκόσμια καταδίκη, σ” ένα δεύτερο (Γ21-Ε11), την παγκόσμια δικαίωση, δεν απομένει τίποτα άλλο να κάνει από το να συγκρίνει αυτά τα δύο, εξετάζοντας μαζί τα δύο σημεία αφετηρίας τους. Αυτό είναι το θέμα του τρίτου τμήματος, με το οποίο κλείνει αυτή η θεμελιώδης ανάπτυξη.
Η Παγκοσμιότητα της Σωτηρίας εν Χριστώ αποδεικνύεται από την Παγκοσμιότητα του Θανάτου εν Αδάμ. Εδάφια Ε12-21.
Η δικαίωση δια πίστεως έχει μόλις εκτεθεί. Το ιστορικό θεμέλιο πάνω στο οποίο βασίζεται, η συμφωνία της με την αποκάλυψη της Παλαιάς Διαθήκης, η βεβαιότητα ότι θ” αντέξει έως το τέλος – όλα αυτά τα σημεία έχουν διευκρινισθεί. Έτσι έχει αναπτυχθεί το μεγαλύτερο μέρος του θέματος που αναφέρεται στα εδάφια Γ21 και 22 («Δικαιοσύνη Θεού δια πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας»). Μένει τώρα μια τελευταία ιδέα ν” αναπτυχθεί, αυτή που αναφέρεται στις λέξεις, «Εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας», δηλαδή η παγκοσμιότητα της δικαίωσης δια πίστεως.
Τα δύο πρόσωπα που συγκρίνονται σε τούτο το κομμάτι, Αδάμ και Χριστός, δεν τίθενται μόνον σε αντιπαράθεση το ένα με το άλλο. Τίθενται και σε λογική σύνδεση, και είναι εδώ που περιέχεται η κεντρική ιδέα αυτού του κομματιού. Μέσα εδώ ο Παύλος ανακαλύπτει, στην έκταση και στην δύναμη της μυστηριώδους καταδίκης που ανηγγέλθη στον Αδάμ, το «Θείο μέτρο» της έκτασης και δύναμης της σωτηρίας που παρεχωρήθη εν Χριστώ. Έτσι αυτό το κομμάτι βρίσκεται να είναι ταυτόχρονα, το αντίστοιχο του πρώτου (του σχετικού με την καταδίκη), και η ολοκλήρωση του δευτέρου (του σχετικού με την δικαίωση).
Μπορούμε να το χωρίσωμε σε τέσσερες παραγράφους:
1. Εδάφια 12-14: Η παγκόσμια διάδοση του θανάτου από το έργο του ενός ανθρώπου.
2. Εδάφια 15-17: Η ανωτερότητα των συντελεστών που υπεισέρχονται στο έργο του Χριστού, εν σχέσει με τον αντίστοιχο συντελεστή που υπεισέρχεται στο έργο του Αδάμ.
3. Εδάφια 18-19: Η βεβαιότητα της ισότητας, αναφορικά με την έκταση και το αποτέλεσμα, μεταξύ του δευτέρου έργου και του πρώτου.
4. Εδάφια 20-21: Ο αληθής ρόλος του νόμου στην περίπτωση του θανάτου και της δικαίωσης.

Εδάφιο 12
«Δια τούτο ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ ω πάντες ήμαρτον.»
«Δια τούτο, όπως δι” ενός ανθρώπου εμπήκε η αμαρτία εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατος, έτσι διαδόθηκε ο θάνατος και εις όλους τους ανθρώπους, επειδή όλοι αμάρτησαν.»

Η λογική σύνδεση μεταξύ αυτού του κομματιού και του προηγουμένου εκφράζεται με το «δια τούτο»: «Μια και, καταδικασμένοι όπως είμασταν όλοι, βρήκαμε συμφιλίωση εν Χριστώ, γι” αυτό υπάρχει μεταξύ της σχέσης μας προς Αυτόν, και της σχέσης μας προς την κεφαλή της φυσικής ανθρωπότητας (τον Αδάμ) η ακόλουθη ομοιότητα («ώσπερ»)».
«Ώσπερ». Την βασική πρόταση θα την βρούμε στο εδάφιο 18. Είναι εκεί πράγματι που τελειώνει η σύγκριση που άρχισε στο εδάφιο 12, («Ως δι ένός παραπτώματος εις πάντας ανθρώπους εις κατάκριμμα, ούτω και δι” ενός δικαιώματος εις πάντας ανθρώπους εις δικαίωσιν ζωής». «Ώστε, καθώς το αποτέλεσμα της παρακοής του ενός ήτο η καταδίκη όλων των ανθρώπων, έτσι και το αποτέλεσμα μιας δικαίας πράξεως ήτο δικαίωσις και ζωή δι” όλους τους ανθρώπους»). Το εδάφιο 12 αφήνει τη σύγκριση ημιτελή («ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος», – και η σύγκριση μένει ημιτελής).
Τα εδάφια 13 και 14 είναι μια επεξήγηση που απαιτείται από τις τελευταίες λέξεις του εδαφίου 12. Το ίδιο, και τα εδάφια 15-17 έχουν παρεμβληθεί σαν σχόλιο στην φράση «Ος εστιν τύπος του μέλλοντος» (τέλος του εδαφίου 14). Δεν είναι λοιπόν παρά στο εδάφιο 18 που ο Απόστολος τελειώνει την σύγκριση που άρχισε.
Το εδάφιο 12 περιγράφει την είσοδο του θανάτου στον κόσμο. «Δια τούτο ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ ω πάντες ήμαρτον.»
«Δια τούτο, όπως δι” ενός ανθρώπου εμπήκε η αμαρτία εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατος, έτσι διαδόθηκε ο θάνατος και εις όλους τους ανθρώπους, επειδή όλοι αμάρτησαν.»
Ο θάνατος ήλθε στον κόσμο «δι” ενός ανθρώπου». Ο Αδάμ εδώ χαρακτηρίζεται, όχι απλά σαν ο πρώτος των αμαρτωλών, αλλά σαν εκείνος που άνοιξε την πόρτα της ανθρώπινης ζωής στην δύναμη της αμαρτίας. Εάν ο Παύλος δεν μιλά για την Εύα, όπως κάνει στο Β” Κορ. ΙΑ3, είναι διότι η πτώση του γένους δεν ήταν αναγκαστικά συνδεδεμένη μ” εκείνη της γυναίκας. Ο Αδάμ μόνος ήτο ο αληθινός εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους, που κατ” εκείνον τον καιρό εμπεριεχόταν σ” αυτόν.
Ο όρος «αμαρτία» θα πρέπει να ληφθή στην μεγαλύτερη του γενικότητα. Ο Απόστολος δεν αναφέρεται εδώ στην «αμαρτία» σαν μια τάση, ή σαν μια πράξη, ατομική ή συλλογική. Εδώ θεωρεί την αμαρτία σαν την βασική αρχή της ανταρσίας, δια της οποίας η ανθρωπίνη θέληση υψώνεται ενάντια στην Θεία, σ” όλες τις διάφορες μορφές της και εκδηλώσεις της.
Σύμφωνα με την Βίβλο η αμαρτία βρίσκεται μόνο στην θέληση, και δεν είναι μια αντικειμενική δύναμη, έξω απ” την θέληση του δημιουργήματος, που ελέγχει την ύπαρξη του.
«Η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος». Η λέξη «εισήλθε» δείχνει την είσοδο μιας αρχής, μιας δύναμης, έως τότε εξωτερικής ως προς τον κόσμο.
Ο Παύλος δέχεται, πάντα σύμφωνα με την Γραφή, την προηγουμένη ύπαρξη του κακού σε μια σφαίρα πέραν απ” την ανθρώπινη. Εάν ερωτηθεί τώρα, πως ένα ον, δημιουργημένο καλό, θα μπορούσε να διαπράξει μια τέτοια πράξη, η απάντηση είναι ότι μια απόφαση σαν και αυτή, δεν υποθέτει αναγκαστικά την ύπαρξη κακού σ” αυτόν που την πήρε και την πραγματοποίησε. Υπάρχει στην ηθική ζωή όχι μόνον μια διαμάχη μεταξύ καλού και κακού, αλλ” επίσης μεταξύ καλού και καλού, κατωτέρου καλού και υψηλοτέρου καλού.
Η πράξη του φαγώματος του καρπού του δένδρου, πάνω στην οποίαν είχε τεθεί η απαγόρευση, δεν ήταν καθόλου παράνομη από μόνη της. Έγινε παράνομη μόνον μέσω της απαγόρευσης. Ο άνθρωπος λοιπόν βρήκε τον εαυτόν του τοποθετημένο – και τέτοια ήταν η αναγκαία προϋπόθεση της ηθικής ανάπτυξης μέσα απ” την οποία έπρεπε να περάσει – μεταξύ της επιθυμίας να φάγει, μιας επιθυμίας αθώας καθ” εαυτήν, αλλά που εκαλείτο να θυσιασθεί, και της Θείας εντολής, που ήταν ασφαλώς καλή. Με την υποκίνηση μιας δύναμης αποστασίας που ήδη υπήρχε, ο άνθρωπος έσυρε από τα βάθη της ελευθερίας του μια απόφαση, δια της οποίας προσεχώρησε στην επιθυμία μάλλον, παρά στο Θείο θέλημα, και έτσι εδημιούργησε σ” όλο του το γένος, που ήταν ακόμα ταυτισμένο με το πρόσωπο του, την μόνιμη ροπή να προτιμά την κλίση (τάση) απ” την υποχρέωση. Καθώς όλο το γένος θα είχε χαθεί μαζί μ” αυτόν, εάν αυτός είχε χαθεί τότε, ήταν εν αυτώ που όλοι κυριεύθηκαν με το στασιαστικό πνεύμα στο οποίον αυτή την ώρα αυτός είχε προσχωρήσει. (Δηλαδή, ναι μεν δεν χάθηκε όλο το γένος, γιατί δεν χάθηκε αυτός τότε, αλλά πρόλαβε και έφερε απογόνους, οι απόγονοι του όμως κληρονόμησαν το στασιαστικό του πνεύμα.).
Πουθενά δεν μας λέγεται όμως ότι οι απόγονοι του είναι ατομικά υπεύθυνοι γι” αυτή την άρρωστη τάση. Είναι αναλογικά καθώς το κάθε άτομο εθελοντικά παραχωρεί τον εαυτόν του σ” αυτή, που γίνεται προσωπικά υπεύθυνο γι” αυτή.
Αλλά συμβιβάζεται με την Θεία τελειότητα ν” αφήσει αυτή την διαδοχή των γενεών, κηλιδωμένη με κακία εξ αρχής, να έλθουν στον κόσμο; Ο Θεός θα μπορούσε σίγουρα να έχει εξολοθρεύσει το διεστραμμένο γένος ήδη απ” το κεφάλι του, απ” την αρχή του, και να το αντικαταστήσει μ” ένα νέο. Αυτό όμως θα ήταν να ομολογούσε τον εαυτόν Του κατανικημένον απ” τον αντίπαλο. Αντίθετα, θα μπορούσε να το αποδεχθεί τέτοιο όπως το είχε κάνει η αμαρτία, και να το αφήσει ν” αναπτυχθεί κατά τον φυσικό τρόπο, κρατόντας το μέσα στην δύναμη Του να το επανορθώσει – και αυτό θα ήταν το να κερδίσει την νίκη στο πεδίο της μάχης όπου φαινόταν ότι νικήθηκε. Η συνείδηση λέγει σε ποιά απ” αυτές τις δύο ενέργειες ο Θεός έπρεπε να δώσει την προτίμηση, και η Γραφή μας διδάσκει ποιά τελικά προτίμησε.
Αλλά το σημείο με το οποίο ο Παύλος θέλει ν” ασχοληθεί εδώ δεν είναι η προέλευση της αμαρτίας, αλλά εκείνη του θανάτου. Και γι” αυτό περνά αμέσως, υπονοόντας το ίδιο ρήμα όπως πριν, στο δεύτερο γεγονός: «Και ο θάνατος δια της αμαρτίας». Ο θάνατος είναι το μνημείο μιας Θείας καταδίκης που έχει πέσει πάνω στο ανθρώπινο γένος.
Ο όρος «θάνατος» χρησιμοποιείται απ” την Γραφή κατά τρείς έννοιες:
1. «Φυσικός» θάνατος, ή χωρισμός της ψυχής από το σώμα. Σαν συνέπεια αυτού του χωρισμού του σώματος απ” την ψυχή, την αρχή της ζωής του, το σώμα παραδίδεται σε αποσύνθεση.
2. «Πνευματικός» θάνατος, που είναι ο χωρισμός της ψυχής απ” τον Θεό. Σαν συνέπεια αυτού το χωρισμού απ” την αρχή, απ” την πηγή της ζωής της, η ψυχή «φθείρεται μέσα στις επιθυμίες της» (Εφ. Δ22).
3. «Αιώνιος» θάνατος, ή «δεύτερος» θάνατος. Με αυτόν συντελείται στην ανθρωπίνη ύπαρξη η ολοκλήρωση του χωρισμού της απ” τον Θεό, δια του χωρισμού της ψυχής από το πνεύμα, το όργανο που έχει δοθεί στην ψυχή για την σύνδεση της με το θείο. Η ψυχή και το σώμα τότε, στερημένα απ” αυτή την ανωτέρα αρχή, αυτό το έμφυτο στοιχείο της ψυχής, γίνονται βορά του «σκουληκιού που δεν πεθαίνει» (Μάρκος Θ 43-48).
Απ” αυτές τις τρείς έννοιες του θανάτου, η τελευταία δεν ταιριάζει με το χωρίο που μελετάμε, διότι ο δεύτερος θάνατος δεν έρχεται παρά μετά την τελική κρίση.
Η δεύτερη είναι και αυτή εξ ίσου μη εφαρμόσιμη εδώ, διότι η ιδέα του θανάτου θα συνέπιπτε με εκείνη της αμαρτίας, απ” την οποία διαχωρίζεται σ” αυτό ειδικά το χωρίο. Παραμένει λοιπόν μόνον η πρώτη έννοια. Για τούτο βεβαιωνόμαστε, επί πλέον, και απ” τον προφανή υπαινιγμό στην διήγηση της Γένεσης (Β17, Γ19), καθώς επίσης και απ” την εξήγηση που περιέχεται στ” ακόλουθα εδάφια (13 και 14), όπου η λέξη «θάνατος» προφανώς παίρνεται στην κοινά γνωστή της έννοια.
Θα πρέπει να προσθέσωμε όμως, ότι ο θάνατος, ακόμα και όταν παίρνεται απλά σαν φυσικός θάνατος, πάντα υπονοεί μια αφύσικη κατάσταση σε σχέση με τον Θεό.
Αλλά ποιά, σύμφωνα με την άποψη του Αποστόλου, είναι η σχέση μεταξύ αμαρτίας και θανάτου, που περιέχεται στην πρόθεση «δια», («Η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος»);
Μια και ο Θεός είναι η πηγή της ηθικής και φυσικής ζωής, μπορεί να λεχθεί ότι ο θάνατος είναι απλά η φυσική συνέπεια της αμαρτίας, διότι αυτή σπάει τον δεσμό του ανθρώπου με την πηγή της ζωής του. Αλλά στο εδάφιο 16 («Η απόφασις μετά το αμάρτημα του ενός ανθρώπου ήτο απόφασις καταδικαστική») ο Απόστολος κάνει τον θάνατο την συνέπεια της αμαρτίας μέσω μιας κατηγορηματικής καταδικαστικής απόφασης, πράγμα που αποδεικνύει ότι, αν έχωμε εδώ να κάνωμε με μια φυσική συνέπεια, πρόκειται για μια συνέπεια που έχει μέσα της κάτι που έχει επιβληθεί.
Εδώ μπορούν να υψωθούν δύο αντιρρήσεις σ” αυτή την γνώμη, που κάνει τον θάνατο μια συνέπεια μόνο της αμαρτίας. Η πρώτη είναι πως ο Παύλος ο ίδιος λέγει, Α” Κορ. ΙΕ42, ότι το γήινο μας σώμα σπείρεται εν φθορά, αδυναμία και ατιμία, και αυτό διότι είναι ψυχικό. Άρα δεν είναι η αμαρτία, είναι το «είδος της σποράς του» που το οδηγεί τελικά στον θάνατο, δηλαδή, το είδος του καθ” εαυτό είναι θνητό. Λίγο πιο κάτω, εδάφιο 47, υπαινισσόμενος το Γένεση Γ19, προσθέτει ότι ο πρώτος άνθρωπος είναι εκ της γης, γήινος, πράγμα που φαίνεται να κάνει την αποσύνθεση του σώματος του μια φυσική συνέπεια της φύσης του.
Η δεύτερη αντίρρηση είναι η εξής: Πολύ πριν την δημιουργία του ανθρώπου αποδεικνύεται η ύπαρξη του θανάτου στην περιοχή του ζωικού βασιλείου (εάν δεχθούμε, βέβαια, σαν αληθινές τις υποθέσεις της Παλαιοντολογίας, ότι το ζωικό βασίλειο υπήρξε για αιώνες πριν τον άνθρωπο – κάτι που δεν έρχεται σε διαφωνία με την Γραφή. Να δεχθούμε, βέβαια, και την χρονολόγηση που δίνουν στα ευρήματα των σκελετών των ζώων, όπου φαίνεται ότι τούτα πέθαναν πολύ πριν εμφανισθεί ο άνθρωπος, δηλαδή, το 4.000 περίπου π.Χ.). Δεδομένου τώρα ότι το σώμα του ανθρώπου ανήκει στο μεγάλο υποσύνολο των ζωικών οργανισμών, όπου αυτός είναι η κορωνίδα, ο νόμος του θανάτου θα πρέπει να επεκταθεί και στον άνθρωπο, ανεξάρτητα απ” την αμαρτία. Τα λόγια του Παύλου στην επιστολή προς Κορινθίους, καθώς επίσης εκείνα της Γένεσης, (που αναφέραμε πιο πάνω), την έννοια των οποίων χρησιμοποιεί, αποδεικνύουν πέραν από κάθε αμφιβολλία, την φυσική δυνατότητα του θανάτου, όχι και την αναγκαιότητα του όμως. Εάν ο άνθρωπος είχε παραμείνει ενωμένος με τον Θεό, το σώμα του, έστω και αν υπέκειτο φυσιολογικά σε αποσύνθεση, θα μπορούσε να έχει μεταμορφωθεί ένδοξα, χωρίς να περάση μέσ” απ” τον θάνατο και την αποσύνθεση. Η ιδέα του δένδρου της ζωής, καθώς συνήθως εξηγείται, (ότι η ζωή είναι κάτι έξω απ” τον άνθρωπο, που του προσφέρεται), δεν πρέπει να σημαίνει τίποτα άλλο.
Αυτό το προνόμιο της αμέσου μεταμόρφωσης ανήκει τώρα στους πιστούς που θα είναι ζωντανοί στην επιστροφή του Κυρίου μας (Α” Κορ. ΙΕ51,52). Και πιθανόν να ήταν αυτό το είδος της μεταμόρφωσης, που ξεκίνησε να λαμβάνη χώρα στο πρόσωπο του Κυρίου μας, κατά την ώρα της μεταμόρφωσης Του εκεί στο όρος. Αυτό το προνόμιο, προορισμένο για αγίους ανθρώπους, απεσύρθη απ” τους ενόχους ανθρώπους. Τέτοια ήταν η απόφαση που τον παρέδωσε στην αποσύνθεση: «Είσαι χώμα, και στο χώμα θα επιστρέψεις».
Η βασιλεία του θανάτου πάνω στα ζώα αποδεικνύει, όπως είπαμε, ότι ήταν στην φυσική κατάσταση του ανθρώπου να τελειώση σε αποσύνθεση. Παραμένοντας στο επίπεδο του ζώου, λόγω της προτίμησης που δόθηκε απ” αυτόν στην κλίση (τάση), έναντι της ηθικής υποχρέωσης, ο άνθρωπος συνέχισε να υπόκειται σ” αυτόν τον νόμο. Εάν όμως είχε υψωθεί με μια πράξη ηθικής ελευθερίας πάνω από το ζώο, δεν θα είχε να μοιρασθή την τύχη του (ιδέ επίσης πάνω στο Η19-22).
Από την προέλευση της αμαρτίας, και του θανάτου δια της αμαρτίας, ο Απόστολος περνά τώρα σε μια τρίτη ιδέα, την εξάπλωση του θανάτου. Άπαξ και εισήλθε στο ανθρώπινο γένος, ο θάνατος διήλθε, πέρασε σ” όλα τα όντα που το συνθέτουν: «Δια τούτο ώσπερ δι” ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ ω πάντες ήμαρτον.»
«Δια τούτο, όπως δι” ενός ανθρώπου εμπήκε η αμαρτία εις τον κόσμον και δια της αμαρτίας ο θάνατος, έτσι διαδόθηκε ο θάνατος και εις όλους τους ανθρώπους, επειδή όλοι αμάρτησαν.»
Οι δύο προθέσεις «εις» και «δια» στα δύο ρήματα «εισήλθεν» και «διήλθεν», δείχνουν ακριβώς αυτή την σύνδεση μεταξύ εισόδου και εξάπλωσης. Καθώς το δηλητήριο, άπαξ και καταποθή, διεισδύει σ” όλα τα μέρη του σώματος, έτσι συνέβη και με τον Αδάμ, μέσα στον οποίον περιεχόταν ουσιαστικά όλο το γένος. Δι” αυτού, η ροπή προς αποσύνθεση επέβαλε νικηφόρα τον εαυτόν της πάνω σ” όλα τ” άτομα που επρόκειτο να έλθουν στην ύπαρξη, έτσι που το καθένα απ” αυτά γεννιέται πεθαίνοντας.
Το «ούτως» («και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν»), το αποδίδουν κατά τρείς τρόπους:
α) «Ο θάνατος, έχοντας εισέλθει δι” ενός, απλώθηκε κατά τον ίδιο τρόπο (ούτως)…»
β) «Και έτσι (ούτως), λόγω αυτής της σύνδεσης μεταξύ αμαρτίας και θανάτου, ο θάνατος πέρασε σε όλους.»
γ) «Και άπαξ και εισήλθε (ούτως), κέρδισε ακριβώς με την είσοδο του την δύναμη να περάσει σε όλους». Άπαξ και διάβηκε το κατώφλι, ο εχθρός θα μπορούσε να προσβάλλει άμεσα όλους τους ενοίκους του σπιτιού.
Αλλά γιατί ο Παύλος να προσθέτει τις τελευταίες λέξεις, «εφ ω πάντες ήμαρτον»; Αυτές φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με την ιδέα που εκφράζεται στο πρώτο μέρος του εδαφίου. Με αυτές τις λέξεις μοιάζει ν” αποδίδει τον θάνατο του κάθε ανθρώπου, όχι στην αμαρτία του Αδάμ, αλλά στην δική του.
Οι ερμηνείες που έχουν δοθεί εδώ μπορούν να συνοψισθούν σε τρείς κατηγορίες:
1. Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου προέρχεται αποκλειστικά απ” τις δικές του αμαρτίες.
2. Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου προέρχεται εν μέρει απ” την αμαρτία του Αδάμ, και εν μέρει απ” τις δικές του αμαρτίες.
3. Ο θάνατος του κάθε ανθρώπου προέρχεται αποκλειστικά μόνον απ” την αμαρτία του Αδάμ.
Η πρώτη εμηνεία είναι αδύνατη για τους εξής λόγους:
α) Το «ούτως» προφανώς δηλώνει ότι το κάθε άτομο πεθαίνει σαν συνέπεια της εισόδου της αμαρτίας, και ως εκ τούτου του θανάτου, μέσα στον κόσμο «δι” ενός ανθρώπου».
β) Αυτή η ιδέα θα ερχόταν σε αντίθεση με τον στόχο ακριβώς του όλου χωρίου, ο οποίος είναι να κάνει τον θάνατο όλων να οφείλεται στον Αδάμ, ακριβώς όπως η δικαίωση όλων βασίζεται στον Χριστό.
γ) Ο θάνατος των νηπίων θα ήταν ανεξήγητος μ” αυτή την ερμηνεία, διότι αυτά δεν μπορεί να έχουν φέρει τον θάνατο επάνω τους με την δική τους ατομική αμαρτία.
Η δεύτερη κατηγορία ερμηνευτών, τροποποιόντας κάπως τούτη την εξήγηση, λέγουν ότι η εξάπλωση του θανάτου στον κόσμο, σαν συνέπεια της αμαρτίας του Αδάμ, έλαβε χώρα μόνον κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, και λόγω μιας δευτερευούσης αιτίας, που είναι οι ειδικές αμαρτίες που διεπράχθησαν από τον κάθε άνθρωπο. Κατ” αυτή την άποψη υπάρχει μια προσωπική πράξη οικειοποίησης στο ζήτημα του θανάτου, η προσωπική αμαρτία, όπως υπάρχει μια αντίστοιχη, η πίστη, στο ζήτημα της σωτηρίας. (Δηλαδή, κατ” αυτή την άποψη, όπως δια πίστεως κάνεις δική σου την σωτηρία, έτσι, δια της προσωπικής σου αμαρτίας κάνεις δικό σου τον θάνατο, που ήλθε στο γένος μας μέσω του Αδάμ). Αλλά δεν μπορεί να δοθεί μια τέτοια ερμηνεία στο «εφ ω». Τούτη η ερμηνεία θ” απαιτούσε το «εφ όσον», ή κάποια άλλη παρόμοια φράση. Μετά, αυτή η έννοια αντιτίθεται στο εδάφιο 16, το οποίον αντιπαραθέτει κατ” ευθείαν την καταδίκη, σαν ένα πράγμα που έχει έλθει «δι ενός», με το δώρο της χάρης, σαν εφαρμοζόμενο στις αμαρτίες των πολλών.
Η τρίτη κατηγορία ερμηνειών μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ομάδες:
1. Εκείνες που παίρνουν το «εφ ω» σαν αναφορική αντωνυμία.
Έτσι π.χ. έχομε τις ερμηνείες:
«Κατά την διάρκεια της ύπαρξης (ή στην παρουσία του οποίου (θανάτου)) όλοι έχουν αμαρτήσει – δηλαδή, όταν ο κάθε άνθρωπος αμάρτανε, η βασιλεία του θανάτου ήταν ήδη εδώ κάτω», πράγμα που αποδεικνύει ότι ο θάνατος δεν ήλθε σαν συνέπεια των επί μέρους αμαρτιών του κάθε ατόμου, αλλά σαν συνέπεια της αμαρτίας του Αδάμ. Ο θάνατος εμφανίζεται εδώ σαν η ορατή απόδειξη της αόρατης κρίσης που επικρέμμεται επάνω στο ανθρώπινο γένος.
2. Ο δεύτερος τρόπος ερμηνείας σ” αυτή την τρίτη κατηγορία παίρνει το «εφ ω» σαν μια συνδετική φράση, «δια το ότι», και την συνδέει με την ιδέα που ακολουθεί: «Δια το ότι όλοι έχουν αμαρτήσει. Πως αμάρτησαν; Μέσω αυτού του ενός ανθρώπου που εισήγαγε την αμαρτία». Εδώ λείπει το «εν Αδάμ», «εφ ω πάντες ήμαρτον εν Αδάμ». Τούτη η ερμηνεία φαίνεται να είναι η πλέον σωστή, και ταιριάζει με το «εφ ω» όπως τούτο χρησιμοποιείται σε άλλα μέρη της Καινής Διαθήκης. (Σύγκρινε και Α” Κορ. ΙΕ22, «ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν»).
Κάποιος θα μπορούσε εδώ να ερωτήσει: Είναι δυνατόν να εξαρτάται η αιώνια τύχη ενός ελευθέρου και νοήμονος ατόμου από μια πράξη στην οποία δεν έχει λάβει κανένα μέρος με την θέληση και την συνείδηση του; Ασφαλώς όχι. Αλλά εδώ η ερώτηση δεν είναι για την αιώνια τύχη των ατόμων. Ο Παύλος εδώ μιλά πάνω απ” όλα για τον φυσικό θάνατο. Τίποτα απ” όλα εκείνα, που ανήκουν στην περιοχή όπου έχομε τον Αδάμ για πατέρα μας, δεν μπορεί να είναι αποφασιστικό για την αιώνια τύχη μας. Η ενότητα των ατόμων με την κεφαλή της πρώτης ανθρωπότητας δεν επεκτείνεται πέραν της περιοχής της φυσικής ζωής. Ό, τι ανήκει στη υψηλότερη ζωή του ανθρώπου, στην πνευματική δηλαδή, και στην αιώνια του ύπαρξη, δεν είναι πλέον ζήτημα του είδους (γένους), αλλά του ατόμου.
Το πλέον αδιαπέραστο μυστήριο στην ζωή της φύσης, (στην φυσική ζωή), είναι η σχέση μεταξύ του ατόμου και του είδους. Και είναι σ” αυτή την περιοχή που ανήκει αυτό που αποκαλύπτεται απ” τις λέξεις: «εφ ω (σ” αυτόν τον έναν άνθρωπο) πάντες ήμαρτον». Ο Αδάμ έλαβε την μοναδική αποστολή ν” αντιπροσωπεύσει το όλο είδος, που έτσι είναι συγκεντρωμένο σ” ένα μεμονωμένο άτομο. Ένα τέτοιο φαινόμενο δεν μπορεί να επαναληφθεί, τουλάχιστον στην περιοχή της φύσης. Η σχέση του καθενός από μας μ” εκείνον τον πρώτο άνθρωπο, που ήταν η ενσάρκωση του ιδίου του γένους μας, έχει κάτι επί πλέον από την σχέση που έχομε με κάθε άλλον συνάνθρωπό μας. Στην αποκάλυψη του έργου σωτηρίας που δόθηκε στον Απόστολο, αυτή η μυστηριώδης σχέση θεωρήθηκε δεδομένη, αλλά δεν εξηγήθηκε, γιατί ανήκει σε μια σφαίρα πάνω στην οποία δεν πέφτει η ακτίνα των αποκαλύψεων. Και είναι στα επόμενα δύο εδάφια, τώρα, που ο Απόστολος κρίνει αναγκαίο να καταδείξει την πραγματικότητα του γεγονότος που μόλις έχει αναγγείλει: Τον θάνατο όλων λόγω της αμαρτίας του ενός.

Εδάφια 13,14
«Άχρι γαρ νόμου αμαρτία ην εν τω κόσμω, αμαρτία δε ουκ ελλογείται μη όντος νόμου. Αλλ” εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωυσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος εστί τύπος του μέλλοντος.»
«Μέχρι της εποχής του νόμου υπήρχε η αμαρτία εις τον κόσμον, αλλά δεν καταλογίζεται αμαρτία εφ” όσον δεν υπάρχει νόμος. Και όμως εβασίλευσε ο θάνατος από του Αδάμ μέχρι του Μωυσέως και εις εκείνους, που δεν αμάρτησαν κατά τρόπον όμοιον με την παράβασιν του Αδάμ, ο οποίος είναι τύπος του μέλλοντος να έλθη.»

Τούτα τα εδάφια κατά κανέναν τρόπο δεν συνηγορούν ότι ο θάνατος του κάθε ατόμου οφείλεται, ολοκληρωτικά ή εν μέρει, στις προσωπικές του αμαρτίες ( οι δύο πρώτες κατηγορίες ερμηνείας του «εφ ω πάντες ήμαρτον»). Εκείνο που θέλει να δείξει εδώ ο Παύλος είναι ο παραλληλισμός: Δικαίωση όλων μέσω του ενός, καταδίκη όλων λόγω του ενός.
Ο θάνατος, όπως μας είπε πιο πάνω, πέρασε επάνω σε όλους, δια το ότι («εφ ω») όλοι αμάρτησαν (εν Αδάμ). Με αυτό κατά νουν, εύκολα αντιλαμβανόμαστε την πορεία της ακόλουθης επιχειρηματολογίας: «Η αμαρτία ήταν σίγουρα στον κόσμο κατ” εκείνον τον καιρό. Εδώ θα μπορούσε κάποιος να μου πει, «ε, τότε, αυτός ήταν ο λόγος που οι άνθρωποι πέθαιναν». Αλλά απαντώ: Η προσωπική αμαρτία δεν λογαριάζεται εάν δεν υπάρχει νόμος, άρα δεν θα μπορούσε να ήταν αυτή η αιτία του θανάτου που γευόταν ο κάθε άνθρωπος. Και όμως, ο θάνατος εβασίλευσε ακόμη και επάνω σε κείνους που δεν είχαν, σαν τον Αδάμ, παραβιάσει έναν συγκεκριμένο νόμο.» Το συμπέρασμα τώρα είναι προφανές: «Όλα αυτά τα άτομα πέθαναν, όχι για δική τους αμαρτία, αλλά λόγω της αμαρτίας του Αδάμ».
Στις μέρες μας σήμερα, θα πρέπει να επιχειρηματολογούμε κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, για να εξηγήσωμε τον θάνατο των μη Χριστιανών και των νηπίων. Αυτοί πεθαίνουν, όχι γιατί έχουν αμαρτήσει προσωπικά, μια και είναι χωρίς νόμο, αλλά διότι όλοι αμάρτησαν εν Αδάμ.
Τούτη η σκέψη είναι σε πλήρη αρμονία με το αντικείμενο αυτού του χωρίου: Όλοι έχοντας καταδικασθεί εν Αδάμ ( καθώς αποδεικνύεται από τον θάνατο όλων), όλοι μπορούν παρόμοια να δικαιωθούν εν Χριστώ.
Έχοντας τώρα εξηγήσει την επιχειρηματολογία σαν σύνολο, ας επιστρέψωμε στις λεπτομέρειες του κειμένου.
«Άχρι γαρ νόμου αμαρτία ην εν τω κόσμω, αμαρτία δε ουκ ελλογείται μη όντος νόμου. Αλλ” εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωυσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος εστί τύπος του μέλλοντος.»
«Μέχρι της εποχής του νόμου υπήρχε η αμαρτία εις τον κόσμον, αλλά δεν καταλογίζεται αμαρτία εφ” όσον δεν υπάρχει νόμος. Και όμως εβασίλευσε ο θάνατος από του Αδάμ μέχρι του Μωυσέως και εις εκείνους, που δεν αμάρτησαν κατά τρόπον όμοιον με την παράβασιν του Αδάμ, ο οποίος είναι τύπος του μέλλοντος να έλθη.»
Το «άχρι νόμου» αναφέρεται στην περίοδο από τον Αδάμ έως τον Μωυσή. Σαν «νόμο» εννοεί έναν νόμο του ιδίου είδους με την εντολή που παρέβηκε ο Αδάμ. Προφανώς ένας τέτοιος είναι ο Μωσαϊκός νόμος.
Το «ελλογείν» είναι από το εν+λογίζειν, που δηλώνει την εγγραφή στο βιβλίο των λογαριασμών. Είναι τελείως αυθαίρετο να εφαρμόσωμε αυτή την λέξη στον προσωπικό καταλογισμό της συνείδησης.
Αλλά μήπως ο Απόστολος τότε διδάσκει το ανεύθυνο των αμαρτωλών, οι οποίοι, οι Εθνικοί, για παράδειγμα, δεν έχουν γραπτό νόμο; Όχι, διότι όλο το βιβλίο της Γένεσης, που περιγράφει την περίοδο μεταξύ Αδάμ και Μωυσή, θα διαμαρτυρόταν ενάντια σε κάτι τέτιο. Το υπό ερώτηση θέμα εδώ είναι ο άμεσος και προσωπικός καταλογισμός, που βασίζεται σε μια προειδοποίηση σαν αυτή: «Κατά την ημέρα που θα φας απ” αυτό θα πεθάνεις.» Η επιβολή της ποινής του θανάτου, σύμφωνα μ” αυτά τα Θεία λόγια, υποθέτουν αναγκαστικά έναν συγκεκριμένον νόμο που παραβιάστηκε, υποθέτουν, αν πάμε πιο βαθειά, μια θεοκρατική διακυβέρνηση που θεσπίσθηκε απ” τον Θεό. Μόνο σε τέτοιες περιστάσεις μπορεί ο παραβάτης του νόμου να φερθεί σε λογοδοσία, να κριθεί άμεσα, και να υποβληθεί, είτε σε θανατική καταδίκη, ή στην υποχρέωση του να κάνη μια εξιλεωτική πράξη, τέτοια όπως μια θυσία (που παίρνει την θέση της ποινής του θανάτου).
Έξω από μια τέτοια διακυβέρνηση, εκεί μπορεί να υπάρξουν άλλες μεγάλες απονομές κρίσης, συλλογικού και πειθαρχικού χαρακτήρα, τέτοιες όπως ο κατακλυσμός, η καταστροφή των Σοδόμων και Γομόρων, η εγκατάλειψη των Εθνών στην διαφθορά τους (κεφ. Α). Αυτές οι απονομές κρίσης είναι πλατειά παιδαγωγικά μέτρα, που ελήφθηκαν αναφορικά με όλο το ανθρώπινο γένος. Δεν έχουν τον χαρακτήρα ατομικών καταδικαστικών αποφάσεων, σαν εκείνες που βασίζονται σε κάποιο άρθρο ενός νόμου που παραβιάσθηκε, από ένα άτομο με πλήρη γνώση τούτου του νόμου. Σύγκρινε εδώ την διαφορά μεταξύ του «απολλούνται» και του «κριθήσονται», Β12.

Εδάφιο 14
«Αλλ” εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωυσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας επί τω ομοιώματι της παραβάσεως Αδάμ, ος εστί τύπος του μέλλοντος.»

«Αλλά»: «Αλλά παρ” όλα αυτά».
Η λέξη «βασίλευσε» δηλώνει μια δύναμη που εγκαταστάθηκε σταθερά πάνω στο γένος μας, και βασίζεται στο αμετακίνητο θεμέλιο της Θείας απόφασης που ανηγγέλθη πάνω σ” όλο το γένος.
Σαν «θάνατος» εδώ θεωρείται ο φυσικός θάνατος.
Οι άνθρωποι μεταξύ του Αδάμ και του Μωυσή πέθαιναν, παρ” όλο που δεν υπήρχε νόμος. Αυτός ο καταλογισμός της αμαρτίας του Αδάμ σαν την αιτία του θανάτου σε κάθε άτομο, θα ήταν τελείως ακατανόητος και ασυμβίβαστος με την δικαιοσύνη του Θεού, εάν επερνούσε πέραν της περιοχής της φυσικής ζωής, που είναι σημαδεμένη απ” την μυστηριώδη σχέση μεταξύ του ατόμου και του είδους του. Η συνέχεια θα δείξει ότι ευθύς ως υψωνόμαστε στην περιοχή της πνευματικής ζωής, το άτομο δεν εξαρτάται πλέον απ” αυτή την ενότητα του είδους, αλλά ότι εδώ αυτό κρατά τον αιώνιο προορισμό του στα δικά του χέρια.
«Και επί τους μη αμαρτήσαντας…»: Περικλείει όλο το ανθρώπινο γένος από τον Αδάμ έως τον Μωυσή, χωρίς διάκριση.
«Επί τω ομοιώματι της παραβάσεως του Αδάμ», δηλαδή, παραβιάζοντας, σαν αυτόν, μια συγκεκριμένη απαγόρευση.
Απ” όλη αυτή την συζήτηση φαίνεται καθαρά ότι ο Αδάμ ήταν ο μόνος αίτιος της βασιλείας του θανάτου, και σε τούτο ακριβώς είναι ο αντίποδας Αυτού που επρόκειτο να έλθει, και να είναι η μόνη αρχή ζωής εδώ κάτω. Έτσι είναι εύκολο ν” αντιληφθούμε γιατί ο Απόστολος, μετά που εξηγεί την προέλευση του θανάτου, κλείνει με τις λέξεις «ος εστί τύπος του μέλλοντος», που δηλώνουν το άλλο μέλος του παραλληλισμού. Γι” αυτό και ο Μεσσίας εκαλείτο «ο ερχόμενος».
Η λέξη «τύπος» στην Βιβλική ορολογία δηλώνει (Α» Κορ. Ι 11) ένα γεγονός ή ένα πρόσωπο, που πραγματοποιεί ή ενσαρκώνει έναν νόμο (μια αρχή) της Βασιλείας του Θεού, ο οποίος θα πραγματοποιηθεί κάποτε στον χρόνο, με μια περισσότερο πλήρη και εμφανή μορφή, σ” ένα αντίστοιχο μελλοντικό γεγονός ή πρόσωπο. Ο Αδάμ είναι ο «τύπος» του Μεσσία, τόσο, όσο ο κάθε ένας απ” αυτούς σύρει κατόπιν του όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι, απ” το τι ό ένας υπήρξε για την ανθρωπότητα, μπορούμε να συμπεράνωμε το τι θα είναι γι” αυτήν ο άλλος που θα έλθει.
Εδάφια 15-17
Μελετόντας τούτα τα τρία εδάφια, βλέπομε ν” αποδίδεται κάποια ανωτερότητα ενέργειας,( αποτελεσματικότητας), στο έργο του Χριστού, συγκρινόμενο μ” αυτό του Αδάμ. Γιατί άραγε να διακόπτει ο Απόστολος κατ” αυτόν τον τρόπο την δήλωση της ισότητας μεταξύ των δύο έργων, που άρχισε στο εδάφιο 12; Σε τι να σκοπεύει εδώ;
Τούτα τα τρία εδάφια, που είναι από τα πιο δύσκολα της Καινής Διαθήκης, δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά, παρά μόνον όταν πετύχωμε να τα κάνωμε έναν αναγκαίο σύνδεσμο μέσα σ” όλη αυτή την ανάπτυξη.
Έχομε δει ότι η επιχειρηματολογία του Αποστόλου στοχεύει στο ν” αποδείξει την ισότητα μεταξύ των δύο έργων (του Αδάμ και του Χριστού). Αυτό είναι το κεντρικό νόημα του εδαφίου 12 ( «Δια τούτο ώσπερ…ο θάνατος…εις πάντας ανθρώπους…»), καθώς επίσης και του εδαφίου 18 που το συμπληρώνει («Άρα ουν ως…εις πάντας ανθρώπους…εις δικαίωσιν ζωής»). Απ” αυτή την σύνδεση μεταξύ του εδαφίου 12 με το 18 έπεται ότι η ανάπτυξη του θέματος της υπεροχής στην ενέργεια που ανήκει στο έργο του Χριστού, εδάφια 15-17, πρέπει να είναι ένα λογικό μέσον του να αποδείξη ότι τα δύο έργα είναι τουλάχιστον ίσα όσον αφορά την έκταση και το αποτέλεσμα τους πάνω στο γένος μας. Αυτό είναι και το περιεχόμενο του συμπεράσματος που εκφράζεται στα εδάφια 18 και 19.

Share this: