Ανάλυση της προς Ρωμαίους επιστολής (04/50)





Εδάφιο 16

«Εν ημέρα ότε κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων κατά το ευαγγέλιον μου δια Ιησού Χριστού.»

«Όπως θα φανή την ημέραν, όταν, σύμφωνα με το ευαγγέλιον μου, ο Θεός θα κρίνει τα κρυφά των ανθρώπων δια Ιησού Χριστού.»

Σ” αυτή την τελική πρόταση εκφράζεται και συνοψίζεται η ιδέα όλης της προηγουμένης ανάπτυξης (απ” το εδάφιο 6), είναι εκείνη της τελικής κρίσης.
Εκείνη την φοβερή ημέρα ο Θεός θα κρίνει «Τα κρυπτά των ανθρώπων», και όχι τα εξωτερικά έργα, νομικά ή τελετουργικά, στα οποία βασιζόταν οι Ιουδαίοι. Καμμία εξωτερική ευσέβεια ή ηθικότης δεν θα παραπλανήσει το μάτι του Θεού εκείνη την φοβερή ημέρα της αλήθειας. Τότε θα απαιτηθεί αγιότης καρδιάς (ιδέ εδώ και τις φράσεις «ο εν τω κρυπτώ Ιουδαίος», «περιτομή της καρδιάς», εδάφιο 29, καθώς και τα εδάφια Ματθ.Ε20-48, και ΣΤ1-18).
«Δια Ιησού Χριστού». Εάν είναι Αυτός που πρόκειται να προεδρεύσει στo μεγάλo δικαστήριο της τελικής κρίσης, είναι φυσικό να δεχθούμε ότι, όντας τέτοιος όπως μας έκανε γνωστόν τον εαυτόν Του εδώ κάτω στην γη, δεν θα ικανοποιηθεί με μια επίδειξη εξωτερικής δικαιοσύνης. Θα ζητήσει μια αγιότητα σαν και αυτή που πραγματοποίησε ο Ίδιος εδώ κάτω, η οποία, ξεκινόντας από τον καθαγιασμό της καρδιάς, επεκτείνεται πάνω σ” όλη την ζωή…………….
Το δεύτερο μέρος του κεφαλαίου, τα εδάφια 17-29, περιέχει την εφαρμογή των αρχών που εξετέθησαν στο πρώτο. Αφού εκφράσθηκε κατα έναν γενικό και λιγώτερο ή περισσότερο αφηρημένο τρόπο, ο Παύλος απευθύνεται τώρα κατ” ευθείαν στο πρόσωπο που είχε εμπρός του απ” το εδάφιο 1, και τελικά τον δηλώνει με το όνομα του. Είναι ο Ιουδαίος. Όμως προχωρεί ακόμα με την μεγαλύτερη προσοχή, διότι γνωρίζει ότι τραντάζει βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις, προκαταλείψεις που και ο ίδιος για πολύ χρόνο είχε συμμερισθεί. Γι” αυτό στρωνει τον δρόμο σιγά σιγά για το συμπέρασμα που θέλει να φθάσει.
Κατ” αρχάς του απαριθμεί τα πλεονεκτήματα εκείνα για τα οποία καυχάται σαν Ιουδαίος (εδάφια 17-20). Στη συνέχεια, εδάφια 21-24, αντιπαραθέτει σε τούτα τα πλεονεκτήματα τις αμαρτίες της συμπεριφοράς του. Τον καλεί έτσι έμμεσα να βγάλει μόνος του ένα συμπέρασμα για τη τύχη που τον περιμένει. Έτσι συνδέεται εκείνο το «ει δε», «αλλ” εάν», που μοιάζει λίγο ξεκωμένο στην αρχή: «Αλλ” εάν καυχάσαι για όλα αυτά τα πλεονεκτήματα απέναντι των άλλων ανθρώπων, και όμως κάνεις αυτό και αυτό, έτσι που το όνομα του Θεού να βλασφημείται εξ αιτίας σου, ποιά νομίζεις θα είναι η τύχη σου;»
Να μελετήσουμε τα πλεονεκτήματα του.

Εδάφια 17-18
«Ίδε συ Ιουδαίος επονομάζη, και επαναπαύη τω νόμω, και καυχάσαι εν Θεώ, και γινώσκεις το θέλημα, και δοκιμάζεις τα διαφέροντα, κατηχούμενος εκ του νόμου, πέποιθας τε σεαυτόν οδηγόν είναι τυφλών, φως των εν σκότει, παιδευτήν αφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, έχοντα την μόρφωσιν της γνώσεως και της αληθείας εν τω νόμω».
«Αλλ” εάν εσύ ονομάζεσαι Ιουδαίος και αναπαύεσαι εις τον νόμον και καυχάσαι δια τον Θεόν σου, και ξέρης το θέλημα του και διακρίνης το καλόν, διότι διδάσκεσαι από τον νόμον, και είσαι βέβαιος ότι είσαι οδηγός των τυφλών, φως εις εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι, παιδαγωγός των ανοήτων, διδάσκαλος νηπίων, διότι έχεις εις τον νόμον την ουσίαν της γνώσεως και της αληθείας.»

Στο «Ίδε» θα πρέπει από λάθος το «ει» να έχει αντικατασταθεί από το «ι». Θα το διαβάσωμε λοιπόν «ει δε», «αλλ” εάν».
Είναι πάνω σε τούτα τα πλεονεκτήματα που ο Ιουδαίος βασίζει την ικανοποίηση του, καθώς εξετάζει τον εαυτόν του σε σχέση με τους άλλους.
«Ιουδαίος επονομάζη», «ονομάζεσαι Ιουδαίος». Το όνομα «Ιουδαίος» πιθανόν να χρησιμοποιείται εδώ με υπαινιγμό στην ετυμολογική του σημασία: Jehoudah, «ο επαινούμενος», ο «δοξασμένος». Το «επί» στο «επονομάζη» μετατρέπει αυτή την λέξη από απλό όνομα σε τίτλο.
«Και καυχάσαι εν Θεώ», «και καυχάσαι δια τον Θεόν σου». Πέραν του ονόματος, σαν ο «δοξασμένος» του Θεού, ο Ισραήλ κατέχει και ένα μοναδικό δώρο απ” τον Θεό, τον νόμο. Τούτη η απόδειξη της ειδικής χάρης που έλαβε απ” τον Θεό, κάνει τον Θεό Θεό του, σε εξαίρεση απ” όλα τ” άλλα έθνη. Είναι ένα φανερό σημείο της Θείας χάρης πάνω στο οποίο μπορεί ν” αναπαυθεί. Έχει λοιπόν λόγους να «καυχάται εν Θεώ».
Τούτη η ειδική χάρη του έδωσε δύο ικανότητες που διεχώριζαν τον Ιουδαίο από κάθε άλλον άνθρωπο. Ο Ιουδαίος «γνωρίζει» το θέλημα του Θεού, και έτσι κατορθώνει να «διακρίνει» ό,τι σε άλλους είναι συγκεχυμένο. Κάποιος δικαιούται πάντα να υπερηφανεύεται γιατί «γνωρίζει». Όταν όμως «γνωρίζει» εκείνη την απόλυτη και τέλεια θέληση, το Θείο θέλημα, που ορίζει τα πάντα, και κρίνει τα πάντα από τόσο ψηλά, μια τέτοια γνώση είναι ένα ασύγκριτο πλεονέκτημα. Με αυτή την γνώση της Θείας θέλησης ο Ιουδαίος μπορεί να «διακρίνει» και να «δοκιμάζει» και τις πλέον λεπτές πτυχές της ηθικής ζωής.
«Και δοκιμάζεις τα διαφέροντα». «Τα διαφέροντα»: Τα πράγματα που διαφέρουν, δηλαδή, τι είναι καλό, και τι είναι κακό. Ο Απόστολος φαίνεται να υπονοεί εκείνες τις συζητήσεις της νομικής περιπτωσιολογίας στην οποίαν διέπρεπαν τα Ιουδαϊκά σχολεία, όπως εκείνα των δύο κορυφαίων δασκάλων Hillel και Schammai, που με την μεγαλύτερη σοβαρότητα έκαναν δημόσια συζήτηση πάνω στην ερώτηση, εάν ήταν νόμιμο να φας αυγό γεννημένο από κόττα το Σάββατο.
«Κατηχούμενος εκ του νόμου». Το «κατηχούμενος», που σημαίνει «αυτός που διεισδύεται από ήχο», κάνει τον κάθε Ιουδαίο σαν τον νόμο προσωποποιημένον, μια και έχει όλος διεισδυθεί από τον ήχο του νόμου. Με απλά λόγια, έχει διδαχθεί τον νόμο, και συνέχεια τον διδάσκεται.
Απ” αυτή την γνώση του νόμου, του Θείου θελήματος, εκπηγάζει η ικανότητα διάκρισης και διδασκαλίας που ο Ιουδαίος αξιώνει για τον εαυτόν του, έναντι των άλλων ανθρώπων. Τούτη η ικανότητα περιγράφεται στα εδάφια 19 ,20 με μια ελαφρά δόση χλευασμού, θα λέγαμε.




Εδάφια 19,20
«Πέποιθας τε σεαυτόν οδηγόν είναι τυφλών, φως των εν σκότει, παιδευτήν αφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, έχοντα την μόρφωσιν της γνώσεως και της αληθείας εν τω νόμω».
«Και είσαι βέβαιος ότι είσαι οδηγός των τυφλών, φως εις εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι, παιδαγωγός των ανοήτων, διδάσκαλος νηπίων, διότι έχεις εις τον νόμον την ουσίαν της γνώσεως και της αληθείας.»



Να η ηθική θεραπεία στην οποίαν ο Ιουδαίος, σαν ο γεννημένος γιατρός του ανθρωπίνου γένους, υποβάλλει τους ασθενείς του, τους Εθνικούς, μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της ηθικής τους υγείας:
«Είσαι βέβαιος ότι είσαι οδηγός των τυφλών». Πρώτα, λοιπόν, παίρνει τον φτωχό Εθνικό από το χέρι, όπως κάποιος κάνει μ” έναν τυφλό, προσφερόμενος να τον οδηγήσει.
Στην συνέχεια του ανοίγει τα μάτια, διαλύοντας το σκοτάδι του, με το φως της αποκάλυψης που μόνον αυτός έχει, («Είσαι βέβαιος ότι είσαι φως εις εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι»).
Μετά τον ορθώνει, τον καλλιεργεί, όπως θα έκανε κάποιος μ” ένα άτομο που του λείπει ακόμα ο νους («παιδευτής αφρόνων»).
Τέλος, όταν μ” όλη τούτη την φροντίδα τον έχει φέρει στο στάδιο του «νηπίου» (οι Ιουδαίοι για τους προσυλήτους χρησιμοποιούσαν τον όρο «αυτός που δεν μπορεί να μιλήσει ακόμα»), τον εισάγει σιγά σιγά στην πλήρη γνώση της αλήθειας, με το να γίνει ο «δάσκαλος» του, («διδάσκαλος νηπίων»).
Και πως μπορεί και τα κάνει όλα αυτά;
«Έχοντα την μόρφωσιν της γνώσεως και της αληθείας εν τω νόμω». Διότι έχεις εις τον νόμον την ουσίαν της γνώσεως και της αληθείας.»
Ο Ιουδαίος κατέχει στον νόμο την «μόρφωσιν», το ακριβές περίγραμμα, την ακριβή μορφή της γνώσης των πραγμάτων, την αληθινή, δηλαδή, ιδέα που θα έπρεπε να είχε μορφώσει ο κάθε άνθρωπος γι” αυτά. Κατέχει επίσης στο νόμο και την «αλήθεια», δηλαδή την ηθική πραγματικότητα, την ουσία του καλού.
«Γνώση» είναι η υποκειμενική κατοχή της ιδίας της αλήθειας.O Ιουδαίος κατέχει στον νόμο όχι μόνον την ίδια την αλήθεια, αλλά και την ακριβή της μορφή, δια της οποίας μπορεί να μεταδώσει τούτη την αλήθεια και σε άλλους.
Αλλά ενώ έχει όλα αυτά τα πλεονεκτήματα, και είναι υπερήφανος για τον νόμο που κατέχει, να ποιά είναι η συμπεριφορά του, να πως ασκούν οι Ιουδαίοι τον νόμο στην πράξη:




Εδάφια 21-24
«Ο ουν διδάσκων έτερον σεαυτόν ου διδάσκεις; Ο κηρύσσων μη κλέπτειν κλέπτεις; Ο λέγων μη μοιχεύειν μοιχεύεις; Ο βδελυσσόμενος τα είδωλα ιεροσυλείς; Ος εν νόμω καυχάσαι, δια της παραβάσεως του νόμου τον Θεόν ατιμάζεις; Το γαρ όνομα του Θεού δι” υμάς βλασφημείται εν τοις έθνεσι, καθώς γέγραπται.»
«Συ λοιπόν που διδάσκεις τον άλλον, τον εαυτόν σου δεν τον διδάσκεις; Συ που κηρύττεις να μη κλέβη κανείς, κλέβεις; Συ που λέγεις να μη μοιχεύει κανείς, μοιχεύεις; Συ που συχαίνεσαι τα είδωλα, διαπράττεις ιεροσυλίαν; Συ που καυχάσαι δια τον νόμον, ατιμάζεις τον Θεόν με την παράβασιν του νόμου; Εξ αιτίας σας το όνομα του Θεού βλασφημείται μεταξύ των εθνικών, καθώς είναι γραμμένον.»



«Συ που συχαίνεσαι τα είδωλα, διαπράττεις ιεροσυλίαν;» Oι Ιουδαίοι πιθανόν δεν διάρπαζαν τους ειδωλολατρικούς ναούς οι ίδιοι, αλλά έπαιζαν τον ρόλο του κλεπταποδόχου.
«Εξ αιτίας σας το όνομα του Θεού βλασφημείται μεταξύ των εθνικών, καθώς είναι γραμμένον.» Η βλασφημία του ονόματος του Θεού οφειλόταν στην απληστία τους για το κέρδος, στις απάτες και στις υποκρισίες τους, που ήσαν πολύ καλά γνωστές στους Εθνικούς πληθυσμούς, μεταξύ των οποίων ζούσαν.
«Καθώς είναι γραμμένο». Το εδάφιο που υπαινίσσεται είναι το Ησαϊας ΝΒ5 (που μοιάζει με το εδάφιο μας περισσότερο στο γράμμα απ” ότι στην έννοια), και το Ιεζεκιήλ ΛΣΤ 18-24 (που του μοιάζει περισσότερο στην έννοια απ” ότι στο γράμμα).
Ανακεφαλαιώνοντας μέχρι εδώ να πούμε ότι, το συμπέρασμα στο οποίο ο Παύλος θέλει να οδηγήσει τον Ιουδαίο, να βγάλει από μόνος του, εδώ στα εδάφια 17-24, είναι τούτο:
«Τι πλεονέκτημα θα είναι αυτός ο νόμος για σένα, για τον οποίον καυχιέσαι εμπρός στους άλλους, και τον οποίον παραβαίνεις με τέτοια αδιαντροπιά;». Διότι τελικά, σύμφωνα με την αρχή που εξετέθη στο εδάφιο 13, δεν είναι εκείνοι που γνωρίζουν τον νόμο, αλλ” εκείνοι που τον υπακούουν, εκείνοι είναι που θα διακηρυχθούν δίκαιοι απ” την κρίση του Θεού. «Άρα, είναι ολοκληρωτικά άσκοπο για σένα, εάν δεν υπακούς τον νόμο, να βασίζεσαι στην περιτομή σου για να δικαιώσεις τον εαυτόν σου». Ένας ανυπάκουος Ιουδαίος δεν είναι καλλίτερος εμπρός στον Θεό από έναν Εθνικό, και ένας υπάκουος Εθνικός γίνεται στα μάτια του Θεού ένας αληθινός Ιουδαίος. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα των εδαφίων 25-29 στην συνέχεια./P>

Εδάφια 25-27
«Περιτομή μεν γαρ ωφελεί, εάν νόμον πράσσεις. Εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν. Εάν ουν η ακροβυστία τα δικαιώματα του νόμου φυλάσση, ουχί η ακροβυστία αυτού εις περιτομήν λογισθήσεται; Και κρινεί η εκ φύσεως ακροβυστία, τον νόμον τελούσα, σε τον δια γράμματος και περιτομής παραβάτην νόμου.»
«Η περιτομή ωφελεί, εάν εφαρμόζεις τον νόμον. Εάν όμως παραβαίνεις τον νόμον, η περιτομή σου είναι σαν να μην είχε γίνει. Έτσι και αν ο απερίτμητος φυλάττη τας διατάξεις του νόμου, δεν θα θεωρηθή σαν να είχε περιτμηθεί; Και θα καταδικάση ο εκ φύσεως απερίτμητος, ο οποίος όμως εφαρμόζει τον νόμον, σε, ο οποίος παρά τον γραπτόν νόμον και την περιτομήν είσαι παραβάτης του νόμου.»



Το αξίωμα των ραββίνων ήταν, «Όλοι οι περιτμημένοι έχουν μέρος στην βασιλεία που πρόκειται να έλθει». Κατ” αυτούς, έφτανε το να είσαι Ιουδαίος, για να είσαι βέβαιος για την σωτηρία. Αλλά η περιτομή της σάρκας είχε δοθεί στον Ισραήλ για να τους οδηγήσει στην περιτομή της καρδιάς, τους είχε δοθεί σαν ένας αρραβώνας με την αγιότητα, και όχι σαν καταφύγιο από την κρίση στην περίπτωση ανυπακοής και ηθικής μόλυνσης.
«Εάν παραβαίνεις τον νόμο, η περιτομή σου έχει γίνει ακροβυστία»: «Έχει γίνει και παραμένει από τούδε ακροβυστία στα μάτια του Θεού, του δίκαιου κριτή. Δηλαδή, είναι σαν να μην έχει γίνει. Στα μάτια του Θεού είσαι σαν Εθνικός».
Τα εδάφια 26,27 περιγράφουν την αντίθετη περίπτωση. Ο Θεός, τον υπάκουο Εθνικό, τον θεωρεί σαν αληθινό Ιουδαίο: «Εάν ουν η ακροβυστία τα δικαιώματα του νόμου φυλάσση, ουχί η ακροβυστία αυτού εις περιτομήν λογισθήσεται; Και κρινεί η εκ φύσεως ακροβυστία, τον νόμον τελούσα, σε τον δια γράμματος και περιτομής παραβάτην νόμου.»
«Έτσι και αν ο απερίτμητος φυλάττη τας διατάξεις του νόμου, δεν θα θεωρηθή σαν να είχε περιτμηθεί; Και θα καταδικάση ο εκ φύσεως απερίτμητος, ο οποίος όμως εφαρμόζει τον νόμον, σε, ο οποίος παρά τον γραπτόν νόμον και την περιτομήν είσαι παραβάτης του νόμου.»
«Τα δικαιώματα του νόμου φυλάσσει». Ο Απόστολος δεν μιλά εδώ, όπως στα εδάφια 14,15, για μια απλή σποραδική υπακοή των καθηκόντων απέναντι στον νόμο. Μιλά για ακριβή τήρηση όλων όσα ο νόμος επιτάσσει. «Δικαίωμα» του νόμου είναι όλα όσα ο νόμος δηλώνει σαν δίκαια.
Αλλά, ποιούς άραγε Εθνικούς εννοεί εδώ ο Παύλος; Υπάρχουν Εθνικοί που να τηρούν ακριβώς τον νόμο, έτσι που στην κρίση του Θεού να θεωρούνται σαν αληθινοί Ιουδαίοι;
Θα το καταλάβουμε, αν διαβάσουμε το Η4: «Δια να εκπληρωθή η απαίτηση του νόμου σε μας, εις τους οποίους η ζωή δεν είναι υπό την εξουσία της σάρκας, αλλά υπό την οδηγία του Πνεύματος». Άρα μιλα για Εθνικούς, που το Ευαγγέλιο τους έχει οδηγήσει σε πίστη στον Χριστό, και που οδηγούνται από το Άγιο Πνεύμα. Τούτοι, παρόλο που είναι απερίτμητοι, εκπληρούν τον νόμο, με την βοήθεια του Πνεύματος του Θεού που έχουν μέσα τους, και έτσι γίνονται οι αληθινοί Ισραηλίτες, «ο Ισραήλ του Θεού», όπως λέγει στο Γαλάτας ΣΤ 16.
Ο μέλλων «λογισθήσεται» μας μεταφέρει στην ώρα της κρίσης, όταν ο Θεός, για να διακηρύξει κάποιον δίκαιο, θα απαιτήσει να είναι και στην πραγματικότητα τέτοιος.
«Και θα καταδικάση ο εκ φύσεως απερίτμητος, ο οποίος όμως εφαρμόζει τον νόμον, σε, ο οποίος παρά τον γραπτόν νόμον και την περιτομήν είσαι παραβάτης του νόμου.»
Η σκέψη είναι ανάλογη με το Λουκά ΙΑ31,32, και Ματθαίο ΙΒ41,42, παρόλο που η περίπτωση είναι διαφορετική. Εκεί είναι Εθνικοί που καταδικάζουν τους Ιουδαίους με το παράδειγμα της μετανοίας τους, και της αγάπης τους για την αλήθεια. Εδώ είναι χριστιανός Εθνικής προέλευσης, που καταδικάζει τους Ιουδαίους με την εκπλήρωση που κάνει του νόμου.
«Η εκ φύσεως ακροβυστία, τον νόμον τελούσα». «Τον νόμον τελούσα»: Πρόκειται για μια φράση που εκφράζει πραγματική και πιστή εκπλήρωση του νόμου. Και σύμφωνα με το Ρωμαίους ΙΓ10, τούτη η πραγματική και πιστή εκπλήρωση του νόμου δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η αγάπη που το Ευαγγέλιο βάζει στην καρδιά του πιστού.
Και κρινεί η εκ φύσεως ακροβυστία, τον νόμον τελούσα, σε τον δια γράμματος και περιτομής παραβάτην νόμου.» «Τον δια γράμματος και περιτομής παραβάτην νόμου.» «Εσένα που παραβαίνεις τον νόμο εν πλήρει κατοχή του γράμματος και της περιτομής».
Αυτή η διπλή υποκατάσταση και θεώρηση του ανυπάκουου Ιουδαίου σαν Εθνικού, και του υπάκουου Εθνικού σαν αληθινού Ιουδαίου, απέναντι στην κρίση του Θεού, εξηγείται και δικαιολογείται στα εδάφια 28 και 29.




Εδάφια 28,29
«Ου γαρ ο εν τω φανερώ Ιουδαίος εστιν, ουδέ η εν τω φανερώ εν σαρκί περιτομή, αλλ” ο εν τω κρυπτώ Ιουδαίος, και περιτομή καρδίας εν πνεύματι, ου γράμματι, ου ο έπαινος ουκ εξ ανθρώπων, αλλ” εκ του Θεού».
«Διότι δεν είναι Ιουδαίος εκείνος που είναι εις την εξωτερικήν εμφάνισιν Ιουδαίος, ούτε είναι περιτομή πραγματική εκείνη που είναι εξωτερική, εις την σάρκα. Πραγματικός Ιουδαίος είναι εκείνος που είναι εις το εσωτερικόν του Ιουδαίος και πραγματική περιτομή είναι η της καρδιάς, ζήτημα πνεύματος και όχι γράμματος. Ένας τέτοιος παίρνει έπαινον όχι από τους ανθρώπους αλλ” από τον Θεόν».



Τούτη η αρχή που θέτει εδώ ο Παύλος ήταν και η βάση της θεολογίας των προφητών (ιδέ π.χ. Λευιτ. ΚΣΤ41, Δευτ. Ι16, Ιερεμίας Δ14, Ιεζεκιήλ ΜΔ9), και εδώ είναι που βασίζεται ο Παύλος για ν” αναπτύξει το θέμα του.
Πράγματι, απ” όλη την Παλαιά Διαθήκη προκύπτει μια βασική αρχή, ότι ο Θεός βλέπει «στην καρδιά» (Α. Σαμουήλ ΙΣΤ7). Και ο ίδιος ο Παύλος, μας είπε στο εδάφιο 16, ότι κατά την ημέρα της κρίσης υπό του Ιησού Χριστού, είναι τα «κρυφά» των ανθρώπων που θα αποτελέσουν την βάση της καταδικαστικής Του απόφασης.
Ποιά να είναι εκείνη η «περιτομή καρδίας εν πνεύματι»; Είναι η περιτομή που καθαρίζει την καρδιά. Το «εν πνεύματι» δηλώνει το μέσον: Υπό του Αγίου Πνεύματος. Το Πνεύμα είναι που δίνει την δύναμη η οποία, μεταστρέφοντας τα αισθήματα της καρδιάς, παράγει αληθινόν εσωτερικό καθαρισμό. Τούτη η περιτομή της καρδιάς δεν μπορεί να γίνει «εν γράμματι», με την εξωτερική, δηλαδή, την τυπική τήρηση του νόμου. Το «γράμμα» είναι ένας εξωτερικός κανόνας που δεν αλλάζει ούτε την καρδιά ούτε την θέληση (ιδέ και το Ζ6).
«Ου ο έπαινος ουκ εξ ανθρώπων, αλλ” εκ του Θεού».
«Ένας τέτοιος παίρνει έπαινον όχι από τους ανθρώπους αλλ” από τον Θεόν».
Ο Θεός που διαβάζει την καρδιά, είναι μόνον Αυτός σε θέση να απονείμη δίκαια τον τίτλο «Ιουδαίος», στην αληθινή έννοια της λέξης, («παινεμένος», «δοξασμένος»). Η ιδέα του επαίνου που έρχεται απ” τον Θεό αντιπαρατίθεται σ” όλες εκείνες τις καυχήσεις της Ιουδαϊκής ματαιοδοξίας, που αναφέρονται με λεπτομέρεια στα εδάφια 17-20.
Τούτο που λέγει εδώ ο Παύλος είναι ακριβώς το ίδιο που είπε ο Κύριος στο Ματθαίος Η11,12: «Πολλοί θα έλθουν απ” την Ανατολή και την Δύση και θα καθήσουν εις το τραπέζι μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ εις την βασιλείαν των ουρανών, ενώ τα παιδιά της βασιλείας θα ριφθούν έξω εις το σκοτάδι»!
Στην αλήθεια τώρα που ανέπτυξε πιο πάνω ο Απόστολος, δέχεται ότι μπορεί να υπάρξει μια ακόμα αντίρρηση: Εάν ο αμαρτωλός Ιουδαίος βρίσκει τον εαυτόν του στην ίδια θέση, όσον αφορά την οργή του Θεού, με τον αμαρτωλό Εθνικό, τι μένει τότε για το προνόμιο που η Θεία εκλογή φαινόταν να του εξασφαλίζει; Εξακολουθεί να έχει όντως κάποιο προνόμιο;
Πριν προχωρήσει παρα πέρα, και σύρει το γενικό συμπέρασμα που ακολουθεί απ” τα δύο προηγηθέντα χωρία, Α18-32 και Β1-29, (όπου εξήγησε ότι και τα Έθνη και οι Ιουδαίοι είναι κάτω από την Θεία οργή), ο Παύλος αισθάνεται την ανάγκη να προλάβη και να διευκρινίσει αυτή την αντίρρηση. Αυτός είναι ακριβώς ο στόχος του επομένου τμήματος που ακολουθεί.

Share this: